«Sakura», ένα διήγημα της Αγγελικής Βιδάλη για τη λογοτεχνική δράση «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Sakura: [1]

 

Η Kiku [2] μεγάλωσε στη συνοικία Gion του Kyoto [3], τη συνοικία των geiko [4]. Ο πατέρας της είχε εργοστάσιο παραγωγής μεταξωτών υφασμάτων. Ήταν μια αρκετά πλούσια οικογένεια, μέχρι που μπήκαν στο στόχαστρο της Υakuza [5]. Λόγω των εκβιασμών της μαφίας και κάποιων λανθασμένων αποφάσεων που πήρε εν βρασμώ ο πατέρας της σε μια περίοδο οικονομικής ύφεσης, έχασαν το εργοστάσιο αλλά και τον ίδιο, που μην αντέχοντας να αντικρύσει την οικογένειά του μετά από αυτόν του τον εξευτελισμό, ένα πρωί αυτοκτόνησε. Κρεμάστηκε με το πιο φίνο και ακριβό μεταξωτό ύφασμα που διέθετε.

Έτσι η Kiku, σε ηλικία δεκαπέντε ετών, εγκατέλειψε το σχολείο και μπήκε ως υπηρέτρια σε ένα okiyo [6], πληρώνοντας τα τσουχτερά δίδακτρα με ό,τι χρήματα τους είχαν απομείνει. Έγινε γρήγορα maiko [7]. Εκπαιδεύτηκε  στους καλούς τρόπους, στην τέχνη της συνομιλίας, στον παραδοσιακό χορό, στη μουσική, στην τελετή του τσαγιού και στα δεκαεννιά της ήταν πλέον μια ολοκληρωμένη geiko, που κρατούσε συντροφιά στους πελάτες της σε ακριβά εστιατόρια, θέατρα, σπίτια τσαγιού  και σε γκαλά που λάμβαναν χώρα σε πολυτελείς αίθουσες εκδηλώσεων -έναντι βέβαια πολύ υψηλού αντιτίμου- καταφέρνοντας  έτσι να προσφέρει επιτέλους οικονομική άνεση στη μητέρα της και στη μικρή της αδερφή Kitsune [8], που τα τελευταία χρόνια ζούσαν κυριολεκτικά στην ανέχεια.

Ένα βράδυ, έξω από ένα από τα ακριβότερα εστιατόρια του Kyoto αναγνώρισε στο πρόσωπο του πελάτη της, τον kumichou [9] της συμμορίας που οδήγησε τον πατέρα της στο θάνατο.

Πρέπει να ήταν δεκατεσσάρων ετών, τότε που τον πρωτοείδε. Είχε πάει να συναντήσει τον πατέρα της στο εργοστάσιο, όταν από τη μισάνοιχτη πόρτα του γραφείου του, αν και το φως ήταν ελάχιστο, είχε δει τον αυτόν άνδρα να παίζει αριστοτεχνικά ανάμεσα στα δάχτυλα του ένα ιαπωνικό μαχαίρι, η λάμα του οποίου γυάλιζε στο μισοσκόταδο.

Εκείνος δυστυχώς κατάλαβε την παρουσία της. Την κάλεσε μέσα στο γραφείο κι εκείνη φοβούμενη για την τύχη του πατέρα της υπάκουσε απρόθυμα… Ο kumichou, θαμπωμένος από τη φινέτσα και την ομορφιά της, την πλησίασε με την αυτοπεποίθηση που του έδιναν η μαύρη γυαλιστερή λιμουζίνα του και το πανάκριβο πολυτελές κοστούμι του. Τον κοίταξε με αηδία και τον έφτυσε στο πρόσωπο.

Από ‘κει και πέρα δε θυμόταν και πολλά… Tην πέταξαν σε μια σκοτεινή γωνιά και την άφησαν εκεί να κλαίει σαν πληγωμένο ζώο, κρατώντας σφιχτά στις χούφτες της τούφες απ’ τα εβένινα μαλλιά της και κομμάτια απ’ τo σκισμένο της κιμονό.

Εκεί τη βρήκε εκείνος, ένας ξένος. Την πήρε στην αγκαλιά του και την πήγε στο μικρό δωμάτιο που είχε νοικιάσει για το βράδυ. Την έπλυνε και την έβαλε στο κρεβάτι τυλιγμένη με καθαρά σεντόνια.

-Kiku… Mόνο αυτό κατάφερε να του πει και έπεσε σε λήθαργο.

***

Το βαγόνι της ιαπωνικής υπερταχείας Shinkansen, έμοιαζε να αιωρείται στο κενό. Ήταν γεμάτο με κόσμο, παρόλα αυτά όμως επικρατούσε μια απόκοσμη ηρεμία. Ένα σμήνος κοράκια συγκρούστηκαν με το τζάμι που είχε ακουμπήσει προς στιγμήν το κεφάλι της, τινάχτηκε όρθια και χάνοντας την ισορροπία της  έπεσε στο γυαλιστερό δάπεδο χάνοντας τις αισθήσεις της.

Όταν συνήλθε βρίσκονταν και πάλι στο κάθισμά της, στις απέναντι θέσεις όμως ήταν καθισμένες  δυο κούκλες, ένας άνδρας και μια γυναίκα, φτιαγμένες από κερί και μπαμπού, με πολύχρωμα χρυσάνθεμα να ξεπροβάλλουν από τα αριστοτεχνικά κατασκευασμένα  κορμιά τους. Δύο ίδιες είχε ξαναδεί στην πόλη Νihonmatsu, μια φθινοπωρινή ισημερία, όταν ήταν μικρή, στη γιορτή των Χρυσανθέμων. Κρατούσε σφιχτά το χέρι του πατέρα της και θαύμαζε τα περίτεχνα εκθέματα. Ρίζες και βλαστάρια μεγάλωναν στα σωθικά τους ώστε τα ζωντανά άνθη να δημιουργούν πάνω τους φορεσιές υψηλής αισθητικής και κάλους. Ξαφνικά η κούκλα με τη γυναικεία μορφή σηκώθηκε και σκύβοντας προς το μέρος της, της πρόσφερε ένα μεγάλο κίτρινο χρυσάνθεμο που είχε μόλις ξεριζώσει απ’ την εντυπωσιακή φορεσιά της. Με το που το άγγιξε όμως, μεταμορφώθηκε σε μαύρο άνθος κερασιάς και γλίστρησε ανάμεσα στα λεπτά της δάχτυλα. Sakura [1]. Έτσι συνήθιζε να την αποκαλεί ο πατέρας της, επέμενε πως είχε περισσότερα κοινά με το μικρό εκλεπτυσμένο άνθος παρά με το φανταχτερό και επιβλητικό χρυσάνθεμο.

Έκλεισε τα μάτια της σφιχτά σε μια προσπάθεια να συγκρατήσει τα δάκρυα που της έφερε η ανάμνηση του πολυαγαπημένου της πατέρα, μα όταν τα άνοιξε ξανά βρίσκονταν σε  ένα μικρό μονοπάτι στο τέλος του οποίου δέσποζε μια ανθισμένη κερασιά. Στον κορμό της, τυλιγμένη  μια μακριά λωρίδα χαρτιού, λικνιζόταν στον φθινοπωρινό άνεμο. Πλησίασε για να δει καλύτερα.  Καλλιγραφικά γράμματα με μαύρο μελάνι, σχημάτιζαν ένα τάνκα:

Κοράκων μένος

μια φύση αρχέγονη

σε καταδιώκει

Μαύρο άνθος κερασιάς

η λήθη πέπλο βαρύ.

-Kiku… Kiku… [2] Μια ανδρική φωνή την καλούσε να βγει απ’ το όνειρο. Με κόπο άνοιξε τα βλέφαρα και αντίκρισε το καλοσχηματισμένο πρόσωπο με τα αδρά χαρακτηριστικά. Tα μαύρα σγουρά μαλλιά που έπεφταν στο πλατύ μέτωπο. Tα καστανά μάτια, που ζέσταιναν την ψυχή, περιχαρακωμένα απ’ το χρόνο και τις κακουχίες της θάλασσας με μακριές λεπτές ρυτίδες. Ανακάθισε στο κρεβάτι, του χαμογέλασε ελαφρά και έφερε στα χείλη της τη ζεστή κούπα με το τσάι matcha [10] που της προσέφερε.

Της εξήγησε στα αγγλικά πως ήταν καπετάνιος σε φορτηγό πλοίο, από μια μακρινή χώρα, την Ελλάδα και πως αν ήθελε και εκείνη θα μπορούσε να την πάρει μαζί του. Αυτό το τελευταίο της το είπε χαμηλώνοντας τα μάτια. Τη συγκίνησε η ευγένεια,  οι αβροί τρόποι αυτού του άνδρα, όμως είχε πάρει την απόφασή της. Συγκατένευσε σιωπηλά και εκείνος χαρούμενος είπε πως θα έβγαινε για κάποιες δουλειές και ύστερα θα πήγαιναν μαζί από το διαμέρισμα της να πάρουν τα χαρτιά της και τα πράγματα που θα χρειάζονταν για το ταξίδι. Με ιδιαίτερη συστολή άφησε δίπλα της ένα πολυτελές πακέτο και βγήκε από το δωμάτιο βιαστικά χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Το πακέτο περιείχε ένα κατακόκκινο κιμονό, στολισμένο με λευκά άνθη κερασιάς.

Όταν επέστρεψε, η Kiku έλειπε. Το πακέτο βρίσκονταν ακριβώς στη θέση που το είχε αφήσει το πρωί, μαζί με το περιεχόμενο του και στον καθρέπτη του μικρού δωματίου ήταν γραμμένοι με κόκκινο κραγιόν πέντε στίχοι. Ένα τάνκα στα ιαπωνικά:

Κοράκων μένος

Η φύση ολόκληρη

σε αναβρασμό…

Του μαύρου άνθους τώρα

η τελευταία λέξη

Είχε νιώσει και εκείνος τη δίψα για εκδίκηση, πολλά χρόνια πριν, γνώριζε όμως επίσης καλά πως η δίψα αυτή είναι ακόρεστη. Απογοητευμένος μάζεψε τα λιγοστά του πράγματα, χωρίς να προσέξει πως κάτι του έλειπε και πήγε προς το λιμάνι.

Από εκείνο το βράδυ οι συμμορίες της Yakuza κυκλοφορούσαν με ένα φόβο στα στενά δρομάκια του Kyoto. Φόβο για τη μαυροφορεμένη geiko, που σκότωνε τα μέλη της μαφίας ακαριαία, καρφώνοντας τους το λαιμό με ένα ασημένιο κρητικό μαχαίρι.

 


[1] Sakura: άνθος κερασιάς

[2] Kiku: χρυσάνθεμο

[3] Kyoto: πόλη της Ιαπωνίας, πρώην αυτοκρατορική πρωτεύουσα της Ιαπωνίας

[4] Geiko: γκέισα

[5] Yakuza: ιαπωνική μαφία, σημαίνει ¨8-9-3¨, το χειρότερο φύλλο σε Ιαπωνικό παιχνίδι με τράπουλα, αντίστοιχο του black jack

[6] Okiyo: σπίτι – εκπαιδευτήριο για γκέισες.

[7] Maiko: εκπαιδευόμενη γκέισα

[8] Kitsune: αλεπού

[9] Κumichou: Νονός της μαφίας

[10] Matcha: πράσινο ιαπωνικό τσάι με ιδιαίτερο τρόπο παρασκευής

 


Μάθετε περισσότερα για τη λογοτεχνική μας δράση εδώ: «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη