«Miss Butterfly», ένα διήγημα της Κωνσταντίνας Βαληράκη για τη λογοτεχνική δράση «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Την ξύπνησε ένα  μικρό  ρυθμικό χτύπημα στο παράθυρο. Νόμιζε πως ονειρευόταν. Ήταν ένας μικρός απαλός  ήχος από έξω. Σηκώθηκε νυσταγμένα και κακόκεφα. Ένα μακρόσυρτο όνειρο  είχε ταλαιπωρήσει τον ύπνο της αυτό το βράδυ. Όταν άνοιξε όμως το παράθυρο, η διάθεση της αμέσως άλλαξε. Τα ανθισμένα  κλαδιά της αμυγδαλίτσας της ήταν υπεύθυνα για το χτύπημα στο παράθυρό της, έτσι όπως τα φυσούσε ο βραδινός αέρας, σαν να ήθελε να τα απλώσει μέχρι το προσκεφάλι της. Στάθηκε για λίγο και χάζεψε την ομορφιά του  έργου  της. Η ίδια είχε φυτέψει το δενδράκι πριν από χρόνια, όταν ήλθε για πρώτη φορά στο Τόκυο.

Τη μάγεψε και την επηρέασε η ομορφιά της απέραντης αυτής πόλης. Τα δένδρα, τα λουλούδια της, οι ξεχωριστοί άνθρωποι με την ιδιαίτερη εκείνη ευγένεια και το μοναδικό τρόπο επικοινωνίας τους. Μια χημεία αρχοντιάς και σεβασμού.

Τον Ασιατικό πολιτισμό τον είχε γνωρίσει μόνο μέσω των κινηματογραφικών ταινιών, που εξιστορούσαν τα επιτεύγματα Ιαπώνων πολεμιστών Samurai και Ninja, από το  φημισμένο Ιαπωνικό θέατρο, τους διάφορους θρύλους και τις  παραδόσεις της χώρας αυτής. Δεν θα μπορούσε να το φαντασθεί ότι κάποτε θα βίωνε από κοντά τον πολιτισμό της χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου, μέσω απρόβλεπτων καταστάσεων ή μάλλον συγκυριών, που συνέβαλαν στην πρόσληψή της σε μεγάλη εταιρεία στο Τόκυο, τη μεγαλοπρεπή αυτή Ασιατική πρωτεύουσα.

Το βλέμμα της αγκάλιασε αφηρημένα  το τοπίο έξω από το παράθυρο. Μια βιαστική Άνοιξη είχε αναγγείλει τον ερχομό της με πολύχρωμα χρυσάνθεμα στους κήπους και γαλάζιο, ατελείωτο γαλάζιο στον ουρανό.

Διέκοψε την ονειροπόλησή της η αφύπνιση του τηλεφώνου. Σήμερα ειδικά έπρεπε να βιασθεί. Θα πήγαινε στην Οσάκα. Χθες το πρωί της τηλεφώνησε ο Μιγιάκο και  της ζήτησε να βρεθούν. Δεν της άρεσε ιδιαίτερα η φωνή του,  φαινόταν βιαστικός στο τηλέφωνο. Σαν  να ήθελε κάτι να της πει, αλλά δεν το αποφάσιζε. Ανησύχησε, αλλά για λίγο μόνο, γιατί χαιρόταν που θα τον έβλεπε καταμεσής της εβδομάδας. Βρίσκονταν συνήθως τα Σαββατοκύριακα  και προσπαθούσαν να αναπληρώσουν το κενό των υπόλοιπων ημερών. Ζήτησε κατά εξαίρεση άδεια από την εργασία της. Δυσκολεύτηκε να την εξασφαλίσει.

Η εταιρεία ελαστικών, που την είχε προσλάβει για τα πολλαπλά προσόντα της και τα άλλα τόσα πτυχία της, δεν ήταν και πολύ ελαστική με τις απαιτήσεις των εργαζομένων της. Η τήρηση του  ωραρίου εργασίας ήταν αυστηρό και οι άδειες συγκεκριμένες. Ήταν όμως η πρώτη φορά που ζητούσε κατά εξαίρεση άδεια, κρίνοντας την αναγκαιότητα αυτή από τη φωνή του Μιγιάκο ή Μίκο, όπως  της άρεσε να τον αποκαλεί. Εκείνος δεν καταλάβαινε γιατί θα έπρεπε να του μικραίνει το όνομα, ενώ η ίδια γελούσε  με την απορία του αυτή και με τις τόσες άλλες, για τις οποίες δεν είχε πάντα εξήγηση. Θα έπαιρνε το τρένο Shinkansen, αυτό έπαιρνε πάντα για να βρεθεί γρήγορα στην πόλη του. Την είχε λατρέψει την πόλη του μαζί με  αυτόν.

Εκείνη η ημέρα, που την έστειλε  η Εταιρεία  στην Οσάκα για επαφή με πελάτη αξιώσεων, ήταν σημαντική στην καμπύλη της ζωής της.  Τα κατάφερε!  Ήταν  σε μεγάλη φόρμα την ημέρα αυτή. Είχε πάρει  τότε για πρώτη φορά το συγκεκριμένο τρένο και είχε εκπλαγεί με την τελειότητα και την ταχύτητα του.

Ήταν τόσο εντυπωσιασμένη, που δεν αντιλήφθηκε τον κομψό Γιαπωνέζο που κάθισε δίπλα της και την κοίταζε με ενδιαφέρον. Στα χέρια  της είχε ανοιχτή μια συλλογή πολυγαπημένου ποιητή, που της κρατούσε συντροφιά στα δύσκολα, στα εύκολα, αλλά και στα ουδέτερα σημεία της ζωής της, όπως εκείνη την ημέρα.

Εκείνος, με σπαστά ελληνικά, με την απλότητα και την ευγένεια των κατοίκων της χώρας αυτής, της ζήτησε να του διαβάσει κάποιους στίχους. Την ξάφνιασε. Γύρισε στο πλάι και τον περιεργάστηκε. Ήταν περίπου  συνομήλικός της, κομψός, με έντονα μάτια και έντονα επίσης  τα χαρακτηριστικά της χώρας του. Αμήχανα του διάβασε ένα ποίημα από αυτά που της άρεσαν πολύ. Άρεσε και στον ίδιο. Έτσι της είπε. Με τη σειρά του εκείνος της απήγγειλε κάποιους παράξενους στίχους. Χαμογέλασε με την απορία της και της εξήγησε ότι αφορούσαν ποίημα τάνκα. Πρώτη φορά άκουγε για την ποίηση αυτή, που εκείνος, όπως της είπε,  αγαπούσε  πολύ. Έγραφε και ο ίδιος ποίηση, όπως εκείνη, που αγαπούσε πολύ το διάβασμα και της άρεσε πάντα με στίχους να εκφράζεται και να σκέπτεται. Από εκείνη την ημέρα, ποιος θα της το έλεγε, έγινε λάτρης αυτής  της ποίησης  και ο Μιγιάκο ήταν περήφανος, ως πρώτος διδάξας.

Στο τρένο τη ημέρα της γνωριμίας τους μίλησαν για πλήθος πραγμάτων. Εκείνη, για την Ελλάδα, που εγκατέλειψε πριν από χρόνια κυνηγώντας την ευκαιρία της ζωής της. Πέτυχε  την εξασφάλιση μιας ξεχωριστής καριέρας στη μακρινή αυτή πανέμορφη χώρα, αλλά παράλληλα και το ταξίδι στο όνειρο, όπως της άρεσε να ονομάζει κάθε νέα πρόκληση που της παρουσιαζόταν και πίστευε ότι θα φέρει νέες προοπτικές στη ζωή της. Εξάλλου πάντα ένοιωθε την ανάγκη  για πρωτότυπες αναζητήσεις και προορισμούς, πανάκεια -όπως πίστευε- στην επούλωση των απογοητεύσεων, που κατά διαστήματα εισέπραττε σε ποικίλους τομείς.

Πότε έφθασε εκείνη την ημέρα το τρένο  στην Οσάκα δεν το κατάλαβε. Η μεγάλη  ταχύτητα του ήταν εκπληκτική. Παρ’ όλα αυτά της φάνηκε ελάχιστη η διαδρομή, όπως επίσης της φάνηκε τόσο οικείος αυτός ο κομψός νέος άνδρας, με τα όμορφα σχιστά  μάτια και το γλυκό χαμόγελο, που μιλούσε μαζί του σαν να τον γνώριζε από παλιά. Είχαν προλάβει να πουν τόσα πράγματα για τον εαυτό τους και για τις χώρες τους. Επειδή όμως συνειδητοποίησαν ότι  είχαν να πουν  ακόμη περισσότερα, εκείνος της  ζήτησε να βρεθούν μετά το πέρας της συνάντησής της με τον πελάτη και  να συνεχίσουν την φλυαρία τους πίνοντας σάκε. Δέχθηκε με χαρά την πρόσκληση του, ανυπομονώντας μάλιστα να τελειώσει γρήγορα η επαγγελματική συνάντησή της, που έκλεισε -ομολογουμένως- με μεγάλη επιτυχία, γιατί η ίδια ένοιωθε την ημέρα αυτή μια ξεχωριστή ευφορία και ζωντάνια.

Εκείνη η διαδρομή  με το Shinkansen σηματοδότησε μια νέα φάση της ζωής της. Ούτε η iδια  κατάλαβε πώς σε αυτή την απέραντη, την αχανή χώρα, θα βρισκόταν  κάποιος, να καθίσει τυχαία δίπλα της, να αγαπάει την ποίηση και τόσα άλλα πράγματα,  όπως αυτή, να γράφει στίχους, όπως αυτή και να ονειρεύεται, σαν παιδί.

«Ένα παιδί είναι ο Μιγιάκο» σκεπτόταν συχνά, όταν τον έφερνε στο νου της.  Ο Μιγιάκο, που την μύησε στον πολιτισμό της χώρας του, που επισκέφθηκε  μαζί του τις ομορφότερες πόλεις της Ιαπωνίας  και κρατώντας το χέρι του πίστεψε στο κάρμα, που πάντα μέχρι τότε απέρριπτε. Δεν θυμόταν πια με νοσταλγία, όπως παλιά, τη δική της πόλη, με τα αγαπημένα σημεία, τους φίλους, στους οποίους με βεβαιότητα  είχε υποσχεθεί ότι δεν θα τους ξεχνούσε, γιατί τότε πίστευε πως  η ψυχή της είχε μείνει  στην Ελλάδα. Τελικά η ψυχή της συρρικνώθηκε στην Οσάκα ερευνώντας και αγαπώντας την με τα μάτια του Μιγιάκο, που είχε αυτοδιορισθεί ξεναγός, φίλος αγαπημένος και πολύ σύντομα, πιο σύντομα από ό,τι φανταζόταν, πολύ τρυφερός σύντροφος.

Ποτέ δεν φανταζόταν επιπλέον ότι θα μπορούσε να επικοινωνήσει και να δεθεί με έναν άνθρωπο από τόσο διαφορετική χώρα. Μια τέλεια χημεία που ξεπέρασε τις όποιες  αναμενόμενες διαφορές θα μπορούσαν να επισκιάσουν τη  γνωριμία τους. Η απόσταση των διαφορετικών πόλεων που ζούσαν, ήταν ίσως το μοναδικό εμπόδιο στο να μπορούν να βλέπονται καθημερινά. Εκείνος με μεγάλη ευγένεια, έτσι τουλάχιστον της είχε φανεί από την αρχή, επέμεινε κι η ίδια το δέχθηκε, να βλέπονται μόνο στο Τόκυο για να μην ταλαιπωρείται λόγω  του υπερβολικού φόρτου  εργασίας της.

Για την  απόσταση εξάλλου Οσάκα –Τόκυο τις περισσότερες φορές και για λιγότερες Τόκυο -Οσάκα φρόντιζε το τρένο Shinkansen. Η ίδια το ευγνωμονούσε, γιατί με τη φανταστική ταχύτητά του  τους έδινε τη δυνατότητα να βρίσκονται ευκολότερα και σύντομα.

Άρχισε να κάνει όνειρα, που μέχρι πρότινος της τα αντικαθιστούσε η εργασία της μόνο και η προοπτική ενός σύντομου ταξιδιού της στην Ελλάδα. Το ταξίδι αυτό έμεινε  πλέον σε απόμακρο μέρος του μυαλού της και το μετέθετε συνεχώς. Θα πήγαινε  στην Ελλάδα,  όταν θα μπορούσε να έλθει μαζί της και ο  Μιγιάκο. Το είχαν συζητήσει πολλές φορές και εκείνος με συγκρατημένη ανυπομονησία τη διαβεβαίωνε ότι το ταξίδι αυτό, θα ήταν το ταξίδι της ζωής του. Ήθελε τόσο πολύ η ίδια να τον γνωρίσουν οι δικοί της. Σίγουρα θα τους φαινόταν παράξενο αλλά όχι και αδύνατο. Οι δικοί της, εξάλλου, είχαν ανοικτές ιδέες, δεν περίμενε αντιρρήσεις από μέρους τους. Αρκεί να κατάφερναν να συνδυάσουν κοινή άδεια από τις εργασίες τους.

Ήταν ένα υπέροχο όνειρο αυτό, να έλθει μαζί της  στην Ελλάδα, να του γνωρίσει την πόλη της, τους δικούς της ανθρώπους,  να του γνωρίσει τη χώρα της, που και εκείνος θεωρούσε επίσης και δικό του όνειρο να  επισκεφθεί  την Ελλάδα με την Βutterfly  του. Χαμογελούσε όταν την  αποκαλούσε με το όνομα αυτό. Το δικό  της όνομα του φαινόταν δύσκολο στην προφορά, μολονότι είχε βελτιώσει πολύ τα Ελληνικά του με τη βοήθειά της. Προτιμούσε να την αποκαλεί  Butterfly, γιατί  του θύμιζε πεταλούδα, όπως της έλεγε, χαμογελώντας. Εκείνο το υπέροχο χαμόγελό του την εμπόδιζε να μελαγχολήσει, όταν συνειρμικά της ερχόταν στο μυαλό η γνωστή  παλιά ιστορία της  Madame Butterfly. Είχε παρακολουθήσει αρκετές  φορές την αντίστοιχη όπερα και ανεξήγητα, ελαφρά την παραξένευε, αν όχι τη στενοχωρούσε,  το νέο της όνομα. Το ξεχνούσε γρήγορα, όμως, εφόσον άρεσε στον ίδιο. Η δύσκολη εκμάθηση της Ιαπωνικής γλώσσας, όπως της φάνηκε στην αρχή, υποχώρησε, χάρη στη μεγάλη υπομονή του Μιγιάκο να τη μυήσει σε όλα τα πολιτιστικά επίπεδα της χώρας του. Καθηγητής ο ίδιος σε κολέγιο της Οσάκα, διέθετε και την υπομονή και το ταλέντο να τη βοηθήσει να προσαρμοσθεί στα πρωτόγνωρα δεδομένα της χώρας του.

Αυτό, που την  παραξένεψε, στην αρχή τουλάχιστον της γνωριμίας τους, ήταν η έλλειψη συναναστροφής  τους με οικεία  του πρόσωπα. Ο συγγενικός κύκλος του,  την είχε από τότε  ενημερώσει, χαμογελώντας αινιγματικά, ήταν απίστευτα μικρός, γιατί όπως εξηγούσε, ήταν ο ίδιος μονήρης και εσωστρεφής. Δεν την πείραζε, περνούσαν τόσο όμορφα οι δύο τους.

Πριν από κάποιο διάστημα της είχε υποσχεθεί να λείψουν λίγες ημέρες και είχε ιδιαίτερα χαρεί   με την ιδέα του. Μήπως το είχε ήδη κανονίσει και ήθελε να της το ανακοινώσει σήμερα;

Η σκέψη αυτή την έβγαλε από την ονειροπόληση και βιάστηκε να ετοιμαστεί. Είχε σκεφτεί τι θα φορέσει. Έδωσε  μεγάλη σημασία στην εμφάνισή της. Φόρεσε  το φόρεμα που του άρεσε ιδιαίτερα και έβαλε το άρωμα που της είχε χαρίσει εκείνος τελευταία. Στο νου της φάνταζε ξεχωριστή αυτή η ημέρα.

Πρόλαβε το πρωινό δρομολόγιο του Shinkansen. Αφέθηκε στην πολυτέλεια του καθίσματος της και βάλθηκε κοιτάζοντας από το παράθυρο  το εκπληκτικό τοπίο, να σκέπτεται τις ημέρες, που της είχε υποσχεθεί πως θα περνούσαν μαζί. Ξαφνικά της ήλθε η ιδέα να γράψει κάτι για εκείνον. Συχνά ο ίδιος της έγραφε στίχους,  που στο περιεχόμενο τους  διέκρινε τον εαυτό της.

Της ήλθε η ιδέα να γράψει και η ίδια τάνκα. Θα ήταν το μικρό δωράκι της για την ξεχωριστή ημέρα, που θα της χάριζε. Συνήθιζαν εξάλλου να ανταλλάσσουν μεταξύ τους  δώρα. Στο  βαγόνι υπήρχε μεγάλη ησυχία, στο διπλανό  κάθισμα από το δικό της δεν κάθισε κανείς. Έγραψε, όπως της  είχε διδάξει εκείνος,  στίχους τάνκα σε ανάγλυφο χαρτί από το κομψό  σημειωματάριό της, δώρο επίσης δικό του:

Κερασιάς άνθη

τα μεγάλα μάτια σου

ήλιου χρυσός

αγάπη σε σκέπτομαι

βυθίζομαι  στη σκιά σου

Το διάβασε και ευχαριστημένη αφέθηκε στη συνέχεια να κοιτάζει το εκπληκτικό τοπίο, ανυπομονώντας να συναντηθούν  και να του δώσει το ποιητικό δώρο της, αφού πρώτα μιλήσουν για την ξεχωριστή αυτή συνάντησή τους.

Εκείνος την περίμενε στο σταθμό. Της φάνηκε ιδιαίτερα κομψός αλλά ελαφρά ανήσυχος, μάλλον εκνευρισμένος. Μπα, ιδέα της θα ήταν, σκέφθηκε. Ίσως και να οφειλόταν  στη μικρή  καθυστέρηση του τρένου.

Πήγαν στο μικρό απόμερο μπιστρό, σε αυτό, που είχαν πάει και την πρώτη ημέρα της γνωριμίας τους. Η ίδια παρήγγειλε ελαφρύ φαγητό, πεινούσε λίγο, εκείνος πήρε το συνηθισμένο ποτό του. Από κοντά, της φάνηκε κουρασμένος. Χαρούμενη όμως έβγαλε από την τσάντα της το σημείωμα με τους στίχους, που είχε γράψει στο τρένο. Δεν πρόλαβε να του το δώσει. Εκείνος άρχισε ξαφνικά και απότομα να μιλάει. Μιλούσε συνέχεια χωρίς διακοπή, σαν να μην της επέτρεπε να αντικρούσει τα όσα της έλεγε.

Το χέρι της, που κρατούσε το σημείωμα με τους στίχους, είχε μείνει μετέωρο. Το χαρτί κύλησε στο πάτωμα. Όταν  αργότερα σηκώθηκε να φύγει δεν αντιλήφθηκε καν ότι το πάτησε.

Βγήκε έξω από το μπιστρό και νοιώθοντας ότι είχε χάσει τον προσανατολισμό της, κατευθύνθηκε σε άγνωστο σημείο ανάμεσα από  αλσύλλια και ανθισμένες κερασιές, μη γνωρίζοντας  που πηγαίνει.

Περιπλανήθηκε  αρκετές ώρες και όταν κατάφερε να φτάσει στο σταθμό, μπήκε κατάκοπη στο τρένο Shinkansen. Αφέθηκε στο κάθισμα νοιώθοντας το σώμα της αιθέριο, το μυαλό της κενό. Δεν αντιλήφθηκε τη νεαρή κοπέλα με τα σχιστά μάτια, που κάθισε δίπλα της και το χειρότερο, δεν κατάλαβε τι τη ρώτησε, γι’ αυτό και δεν της απάντησε. Στα αυτιά της μόνο σφύριζαν κατά διαστήματα τα λόγια του Μιγιάκο, κάποιες φορές κομμένα και άλλοτε συνεχόμενα. Με κόπο  προσπάθησε να ενώσει το παζλ των λόγων του. Τι της συνέβαινε και δεν τα θυμόταν όλα, ή ελάχιστα από αυτά; Γιατί η μνήμη της απόδιωχνε όλα αυτά, που είχε ακούσει να της λέει εκείνος;

Αυτό όμως, που δεν μπορούσε να ξεχάσει ήταν η φωτογραφία, που της έδειξε. Ιλουστρασιόν, πολύχρωμη, λίγο  φανταχτερή, εξέπεμπε όμως χαρά. Ίσως οφειλόταν στα χαρούμενα πρόσωπα, που απεικονίζονταν σε αυτή. Ο Μιγιάκο, ο δικός της Μιγιάκο, μια πανέμορφη γυναίκα με σχιστά μάτια δίπλα του, έχοντας οι δυο τους ένα μικρό παιδί αγκαλιά. Το παιδί τους, όπως της είχε διευκρινίσει. Ναι, καλά το θυμόταν, το παιδί τους, της είπε.

Άρχισε ξαφνικά να κλαίει. Δεν κατάλαβε και δεν έδωσε σημασία τι της είπε ξανά  η κοπέλα δίπλα της. Προφανώς τη ρωτούσε αν χρειαζόταν βοήθεια. Όχι δεν ήθελε τίποτε. Μάλλον δεν ήξερε τι ήθελε. Αυτό που  ήξερε ήταν,  ότι ένοιωθε κάπως, κάπως σαν και εκείνη την παλιά γκέισα, που είχε δει την ιστορία της σε ταινία και την είχε ακούσει επιπλέον αρκετές φορές μέσα από γνωστή όπερα. Μόνο που η ίδια δεν ήταν γκέισα.

Ήταν μια σύγχρονη Miss Butterfly…


Μάθετε περισσότερα για τη λογοτεχνική μας δράση εδώ: «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Ίσως σας αρέσει και

1 Σχόλιο

  • Βασιλική Αποστολοπούλου
    29 Σεπτεμβρίου 2020 at 09:41

    “Βγήκε έξω από το μπιστρό και νοιώθοντας ότι είχε χάσει τον προσανατολισμό της, κατευθύνθηκε σε άγνωστο σημείο ανάμεσα από αλσύλλια και ανθισμένες κερασιές, μη γνωρίζοντας που πηγαίνει.”

    Πολύ όμορφη ιστορία μέσα στην μελαγχολία της και πολύ καλογραμμένη!

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music