«Malcom Mackay», γράφει ο Τόλης Αναγνωστόπουλος

Μάλκομ Μακέι/Μικρό βιογραφικό

Ο Malcolm Mackay γεννήθηκε το 1982 στην πόλη Stornoway της Σκωτίας. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: “The Necessary Death of Lewis Winter” (2013, ελλ. έκδ. “Ο αναγκαίος θάνατος του Λιούις Γουίντερ”, πρώτο βιβλίο της Τριλογίας της Γλασκώβης, βραβείο Bloody Scotland Crime Book), “How A Gunman Says Goodbye” (2013, ελλ. έκδ. “Πώς ένας εκτελεστής λέει αντίο”, δεύτερο βιβλίο της Τριλογίας της Γλασκώβης, βραβείο Deanston Scottish Crime Book), “The Sudden Arrival of Violence” (2014, ελλ. έκδ. “Όταν η βία πλησιάζει”, τρίτο βιβλίο της Τριλογίας της Γλασκώβης), “The Night the Rich Men Burned” (2014), “Every Night I Dream of Hell” (2015), “For Those Who Know the Ending” (2016) και τη συλλογή διηγημάτων “Anatomy of a Hit” (2013).

Αναλύοντας τον Malcom Mackay

Ο Mackay τραβά το δικό του δρόμο  στην Αστυνομική Λογοτεχνία. Αυτό από μόνο του λέει πολλά. Δεν προσπαθεί να μιμηθεί τους «best sellers» Σκανδιναβούς ούτε να εκπλήξει με την πλοκή του, τη βία και τις splatter σκηνές.  Ούτε κάθεται να χαλάσει «φαιά λογοτεχνική ουσία» για να χτίσει  serial killers ή πανέξυπνους και ιδιόμορφους επιθεωρητές αστυνομικούς. Αντίθετα έχει ένα ψυχρό ρεαλισμό που δε συνάδει με τα εντυπωσιακά εφέ των αστυνομικών ιστοριών. Πρώτα δημιουργεί ατμόσφαιρα. Σκοτεινή, υγρή και θαμπή όπως σε πολλά σοκάκια στη Γλασκώβη όπου και στήνει το σκηνικό του. Εκεί δρα  ο υπόκοσμος εκεί τοποθετεί τους ήρωές του κυρίως κακοποιούς αλλά και αστυνομικούς διεφθαρμένους ή μη. Οι πρωταγωνιστές του λένε λίγα λόγια, μετρημένα, υπονοούν περισσότερα τα οποία εξυπηρετούν την πλοκή γιατί ξέρεις πως θα γίνει το κακό. Το καταλαβαίνεις ρε παιδί μου από τα κοντινά του πλάνα σε δολοφόνους και θύματα και όπως προείπα από την ατμόσφαιρα. Με τη γραφή του «πιάνεις»  μορφασμούς και γλώσσα σώματος. Φαίνεται να τοποθετεί την κάμερά του στην μεριά των κακών, πως προετοιμάζουν πειθαρχημένα, ευλαβικά και με εχεμύθεια τα καλοστημένα χτυπήματά τους αλλά σε όλα τα βιβλία δεν τους αβαντάρει. Τηρεί πολιτική ίσων αποστάσεων αφού δεν ηρωοποιεί ούτε εκτελεστές ούτε αστυνομικούς.

Πυροβολεί με τη γραφή του περισσότερο και από τους εκτελεστές ήρωές του που δρουν πάντα σε λίγα τετραγωνικά είτε είναι το σπίτι τους, το γκαράζ που κλείνουν συμφωνίες είτε ο χώρος του εγκλήματος.

Έχει απίστευτο συγγραφικό ρυθμό που σε παρασύρει στην ανάγνωση. Σαν κάποιος σαξοφωνίστας να παίζει τζαζ σε όλο το βιβλίο και να σταματάει μόνο όταν ο ήρωας απαιτεί απόλυτη ησυχία πριν και μετά την εκτέλεση του στόχου. Ακολούθως η μουσική επανέρχεται στα αυτιά μας σα να μη συνέβη τίποτα.

Όσον αφορά τον κεντρικό ήρωα τον εκτελεστή Κόλουμ Μακλίν δεν τον έχει φορτώσει με έξτρα ικανότητες. Απλά είναι μονόχνοτος, ψυχρός και μεθοδικός. Ζυγίζει την κάθε του κίνηση, μελετά ενδελεχώς το στόχο πριν και «καθαρίζει» σχολαστικά το χώρο μετά, ενώ στη συνέχεια ακολουθεί το κανονικό του πρόγραμμα για να μην κινήσει υποψίες. Τι άλλο να περιμένεις από ένα τύπο που στον ελεύθερο του χρόνο παίζει play station και διαβάζει Σόμερσετ Μομ;

Υ.Γ.: Πολλά credits και στην άψογη μετάφραση τής Αλκήστιδος Τριμπέρη (πρώτη φορά γράφω για μετάφραση, να τα λέμε).

Τα έργα μιλάνε, όχι τα λόγια

Με μια φράση: «Είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα»   

Στο πρώτο βιβλίο της τριλογίας «Ο αναγκαίος θάνατος του Λιούις Γουίντερ» ο Μακλίν συνεργάζεται προσωρινά με τον Πήτερ Τζέιμσον καθώς  ο αρχιεκτελεστής αυτού και πρότυπο του ,Φράνκ ΜακΛίοντ έχει υποβληθεί σε εγχείριση και δεν μπορεί προσφέρει τις υπηρεσίες του. Στόχος ο Γουίντερ ένας αποτυχημένος μικροεγκληματίας. Αυτό βέβαια δεν έχει σημασία για τον Μακλίν. Αυτό που πρέπει να κάνει θα το κάνει, συγκεντρωμένος και με την ίδια μεθοδικότητα και ψυχρότητα. Το μετά τη δολοφονία μετράει περισσότερο για αυτόν. Μετά από κάποιες ημέρες όταν η Αστυνομία δεν μπορεί να βγάλει άκρη αρχίζει τις πρώτες επαφές με το συνδικάτο για την πληρωμή του. Περισσότερο αγωνιά ο νεαρός εκτελεστής για το ενδεχόμενο μετά την αποτελεσματική του δράση να τον εμπλέξουν επί μονίμου βάσεως στην οργάνωση.

Στο δεύτερο βιβλίο «Πως ένας εκτελεστής λέει αντίο» ο  Μακλίν έχει να αντιμετωπίσει δυο σοβαρά προβλήματα. Πρώτον το συνδικάτο που  όπως φοβόταν τον θέλει στους κόλπους του. Και δεύτερον το γεγονός ότι ο Πίτερ Τζέιμσον του αναθέτει την εξόντωση του Φράνκ ο οποίος μετά την επέμβαση δεν μπορεί να εξασκήσει σωστά τα καθήκοντά του. Κάνει μάλιστα ένα σοβαρό λάθος και ο Μακλίν μοιάζει ο μόνος που μπορεί να τον βοηθήσει. Ελευθερώνει από δύο άλλους κακοποιούς τον άνθρωπο που τον μύησε ουσιαστικά στο επάγγελμα αλλά εκεί καταλαβαίνει πως τον απομυθοποιεί:

«Άπαξ και κοιτάξεις έναν άνθρωπο απαξιωτικά είναι δύσκολο να τον ξανακοιτάξεις με δέος».

Αυτό το αισθάνεται και ο έμπειρος κατά τα άλλα Φράνκ περιμένοντας στωικά τη δική του εκτέλεση από τον Μακλίν. Γνωρίζει πως για την οργάνωση αποτελεί πλέον φύρα. Το θέμα είναι ο Μακλίν. Να αφήσει κάθε ίχνος συναισθηματισμού και να εκτελέσει ακόμα μια δύσκολη αποστολή. Συμμέτοχό του όμως θα έχει το ίδιο το θύμα. Και στα δύο βιβλία ο επιθεωρητής Φίσερ προσπαθεί με εκβιασμούς να αποσπάσει πληροφορίες που θα τον οδηγήσουν στον εκτελεστή αλλά και το συνδικάτο, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία.

 Στο τρίτο βιβλίο «Όταν η βία πλησιάζει»  ο Κάλουμ ΜακΛίν, σχεδιάζει με την ίδια μαεστρία που εκτελεί, την απόσυρσή του από το συνδικάτο.
Ο επιθεωρητής Φίσερ αυτή τη φορά φαίνεται να εκμεταλλεύεται καλύτερα τις πληροφορίες και τη σύγκρουση των μεγάλων αρχινονών της Γλασκώβης. Μια ομολογία  θα φέρει νέα τροπή σε αυτή τη σύγκρουση και τον αστυνόμο πιο κοντά από ποτέ στην επικράτησή του απέναντι σε αυτούς. Σε σχέση με τα προηγούμενα βιβλία ο Mackay υφαίνει αριστοτεχνικά ένα αναπάντεχο τέλος.

Συγγραφικό ισοζύγιο

Ο Mackey αν και μικρός και νέος σχετικά στο αστυνομικό μυθιστόρημα ξεκινάει όχι ως rookie αλλά ως έμπειρος, ως μαέστρος που συντονίζει άψογα τους πρωταγωνιστές του, δημιουργεί σκοτεινό σκηνικό και δίνει σεμινάριο γραφής. Ο τύπος θα έπρεπε κατά την άποψή μου να γίνει επιμελητής και όχι συγγραφέας. Είναι ίσως τα μόνα λογοτεχνικά βιβλία που έχω διαβάσει με τόσο κοφτές προτάσεις. Πραγματικά δεν περισσεύει ούτε ένα και, ούτε ένα επίθετο. Τοποθετεί άριστα την πλοκή του στις σκοτεινές γειτονιές της Γλασκώβης, ενώ ο μάγκας δεν έχει ζήσει ποτέ εκεί, αφού «την βρίσκει» σε ένα νησάκι της Σκωτίας το Lewis. Και όμως είναι σαν να γνωρίζει κάθε περιοχή που γίνεται αλισβερίσι ναρκωτικών, συμφωνία εκτέλεσης ή ακόμη ακόμη σε ποια γωνιά κατουράνε τα σκυλιά.

Ο Mackey σε πιάνει από την αρχή από τον σβέρκο και δε σε αφήνει να πάρεις ανάσα. Μα θα μου πεις οι περισσότεροι συγγραφείς αστυνομικών ιστοριών δεν κάνουν το ίδιο; Μα ναι, αλλά ο Σκωτσέζος το καταφέρνει με τη μίνιμαλ γραφή του. Χωρίς εντυπωσιασμούς, χωρίς σχεδόν καμία ανατροπή, χωρίς πολύ αίμα βία και σεξ, χωρίς CSI εμπιστευτικό, εγκληματολογικά εργαστήρια, απίθανους φόνους , φανταστικούς εκτελεστές και τετραπέρατους Επιθεωρητές. Επαναλαμβάνω οι ήρωές του δεν είναι κακοί και καλοί, δεν ασχολείται. Είναι άνθρωποι που κάνουν τη δουλειά τους καλή ή κακή. Δεν κρίνει, δεν αβαντάρει. Το περιβάλλον που κινούνται σκοτεινό, πνιγηρό με μια αρετή να τρεμοπαίζει: την εμπιστοσύνη. Οι πρωταγωνιστές του αμφιταλαντεύονται γύρω από τα όριά της. Όποιοι παραμένουν έμπιστοι επιβιώνουν. Οι άλλοι; Με τον ένα ή άλλο τρόπο θα εξοντωθούν. Ακόμα και μόνοι τους από ένστικτο όπως ο παλαίμαχος  εκτελεστής Φράνκ που αυτοκτονεί πριν προλάβουν να τον καθαρίσουν αφού πλέον σαν πληγωμένο γέρικο άλογο δεν μπορεί να προσφέρει στο συνδικάτο.

Γουστάρω τον Mackay εκτός από τη γραφή του και για τους συγγραφικούς του όρχεις γιατί την «μπαίνει» στους «αεράτους» και «πετυχημένους» Βίκινγκς. Κατά την άποψή μου τους κάνει και πλάκα αφού πετυχαίνει τα ίδια (και καλύτερα) με τα μισά λογοτεχνικά τρικ, με βιβλία σχεδόν τσέπης και ήρωες που σου μένουν όχι για τις extraordinary ικανότητες αλλά γιατί μπορεί να μένουν δίπλα σου και να βγεις στα κανάλια μετά από φόνο τους και να δηλώσεις: «Πέφτω από τα σύννεφα». Γυρνάς τις σελίδες με περισσότερη αγωνία , κάθε κεφάλαιο που τελειώνει σε εξιτάρει να πας στο επόμενο και όλα αυτά γνωρίζοντας εκ των προτέρων τα φονικά και τους θύτες. Τρομερό ε; Όπως και το γεγονός πως είσαι συνέχεια δίπλα στους ήρωες σχεδόν αναπνέεις μαζί τους και όμως ο Mackay γράφει σε τρίτο πρόσωπο. Και τελικά ξέρετε γιατί έχει επιτυχία η τριλογία του; Γιατί είναι αληθινός και λιτός. Όπως έτσι πρέπει να είναι οι εκτελεστές που χρησιμοποιούν οι συγγραφείς αστυνομικών βιβλίων. Μεθοδικοί, δεν φαίνονται,  διάγουν φυσιολογική ζωή πριν και μετά τα χτυπήματα, πίνουν νερό,  τρώνε και  πηγαίνουν για ύπνο. Έτσι απλά.

Και για το τέλος:

ΑΤΑΚΑ ΚΑΙ ΕΠΙΤΟΠΟΥ

Είχα μια ιδέα για ένα μυθιστόρημα που βρισκόταν στο σκοτεινό χώρο που κατοικούσαν συμμορίες αστικού υποκόσμου. Η Γλασκώβη φαινόταν το σωστό μέρος. Αλλά ούτε έχω ζήσει στη Γλασκώβη, ούτε έχω εμπειρία από την πόλη. Ήταν ένα πρόβλημα;

 

Ο Κόλουμ είναι δολοφόνος, αλλά δεν έχει καμία αμφιβολία για την ηθική του. Ανησυχεί για τον επαγγελματισμό του, για να κάνει καλά τη δουλειά. Επίσης, πιστεύω ότι μοιραζόμαστε μερικά χαρακτηριστικά. Είμαστε και οι δύο εσωστρεφείς, αν και προφανώς δεν θα μπορούσα ποτέ να σκοτώσω κανέναν – μόνο στις σελίδες των βιβλίων μου.

 

Οι Βόρειοι έχουν πολλή οργή και πολλές σκηνές θρίλερ και εγκλημάτων. Εγώ προς το παρόν θα παραμείνω στο αστικό σκοτάδι.

 


[Πηγή φωτογραφίας: https://www.scotsman.com/]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music