«Mια μέρα του Σεπτέμβρη», ένα διήγημα της Ειρήνης Ανδρίτση για τη λογοτεχνική δράση «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Οι τελευταίοι τουρίστες του Αυγούστου πλημμύριζαν τον Gare de Lyon1 χειρονομώντας, γελώντας και φωνάζοντας, κουβαλώντας κάθε μεγέθους και είδους μπαγκάζια.

Η Λίλιαν περίμενε το τρένο της, που όπως έλεγαν οι πίνακες αφίξεων, θα  είχε καθυστέρηση ακόμη μισή ώρα. Στα χέρια της έπαιζε ένα φυλλάδιο που μόλις της είχε δώσει ένα παλικαράκι και το οποίο διαφήμιζε ταξίδια στην Ιαπωνία. Σαν υπνωτισμένη πήγε στο γκισέ του σταθμού και ακύρωσε το εισιτήριό της. Μετά σέρνοντας την μικρή βαλιτσούλα της διέσχισε τον δρόμο και μπήκε στο γραφείο ταξιδίων που είχε μοιράσει τα φυλλάδια.

Μια υπάλληλος με σπαστά γαλλικά την καλωσόρισε. Έκλεισε την εκδρομή του φυλλαδίου, χωρίς να ζητήσει καμιά διευκρίνηση για το ταξίδι.

Δέκα χρόνια στο Παρίσι και δεν είχε κάνει ούτε μια εκδρομή. Πού να περισσέψουν άλλωστε χρήματα για εκδρομές και εξόδους. Μεροδούλι, μεροφάι. Τώρα, με τα λεφτά της αποζημίωσής της, είχε αποφασίσει να κάνει μια εκδρομή μέχρι την Brest2, να δει τον ωκεανό, αλλά προέκυψε το φυλλάδιο και άλλαξε γνώμη.  Τι Ατλαντικός, τι Ειρηνικός. Ας δει τον Ειρηνικό… Άλλωστε η Γαλλία ήταν το μόνο «εξωτερικό» που είχε επισκεφτεί στη ζωή της, από τότε που έφυγε από το χωριό της, την Αζένη3.

Σκέφτηκε στο αφεντικό της, που κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό όταν του ανακοίνωσε πως θέλει να φύγει από τη δουλειά. Πώς να μη στεναχωρηθεί αφού ήταν η πιο γρήγορη, η πιο εργατική σερβιτόρα που είχε το μαγαζί. Το μόνο που του ζήτησε ήταν να την απολύσει, ώστε να πάρει την κρατική αποζημίωση. Το δέχτηκε. Δέκα χρόνια τώρα, δεν του είχε ζητήσει τίποτε, ούτε μια ώρα άδεια. Έπαιρνε μόνο όταν και ό,τι της έδινε…

***

Το Τόκιο έπλεε μέσα σε μια απαλή ομίχλη, μόλις έφτασε. Πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη, άλλωστε. Γρήγορα έφτασε στον σταθμό και πήρε το γυαλιστερό Kodama Shinkansen4 για να πάει στο Κιότο, από εκεί θα ξεκίναγε η περιήγησή της. Χώθηκε στο κάθισμά της και κατάπιε τα φάρμακά της με μια γουλιά νερό. Μετά άφησε το βλέμμα της να περιπλανηθεί πρώτα μέσα στο βαγόνι, με τα πράσινα χνουδωτά καθίσματα, μετά στους λιγοστούς επιβάτες και τέλος έξω στα σπίτια, στους δρόμους που πέρναγαν κι έφευγαν γρήγορα από το οπτικό της πεδίο καθώς το τρένο ανέπτυσσε ταχύτητα. Μια κοπέλα περίπου στην ηλικία της ήρθε και έκατσε δίπλα της και περίεργο για Γιαπωνέζα, της έπιασε κουβέντα. Τη ρώτησε από που είναι και της είπε πως είχε ταξιδέψει τόσο στο Παρίσι όσο και στην Αθήνα και πως της άρεσαν πολύ και οι δυο πόλεις. Πιο πολύ η Αθήνα, επειδή είχε ήλιο. Δεν θυμόταν κάποιον άλλον να της είχε μιλήσει τόση ώρα από τότε που άφησε την Ελλάδα. Θες το ότι αισθανόταν ξένη στο Παρίσι, θες η γλώσσα ή η νοοτροπία, θες ο πόνος από τον θάνατο της μάνας της, που ποτέ δεν ξεπέρασε τελείως, την είχαν κάνει λιγομίλητη και κλειστή, όχι βέβαια πως ήταν ποτέ ιδιαίτερα κοινωνική.

Η διαδρομή της φάνηκε πως κράτησε ελάχιστα, αλλά μάλλον βοήθησε σ΄ αυτό η κουβεντούλα με τη Γιαπωνέζα και το ότι την πήρε λίγο και ο ύπνος.

Στο σταθμό ένας εκπρόσωπος του γραφείου ταξιδίων την περίμενε, χαμογελαστός, πίσω από μια τεράστια ταμπέλα που έγραφε «Welcome in Kyoto, Miss Lillian Ferti5». Χαμογέλασε…

Την επόμενη μέρα στο πρόγραμμά ήταν να δουν κάποια από τα αξιοθέατα της πόλης. Ο ξεναγός μιλούσε συνεχώς, εξηγώντας τι βλέπουν, αλλά λέξη δεν άκουσε. Το μυαλό της ήταν καρφωμένο στο μέλλον της και τα μάτια της κοιτούσαν χωρίς να βλέπουν. Δεν είχε πλέον δουλειά, δεν είχε σπίτι γιατί το είχε ξενοικιάσει πριν φύγει, χαρίζοντας όλα της τα υπάρχοντά της στην σπιτονοικοκυρά της, δεν είχε συγγενείς και οι φίλοι της, οι γνωστοί της καλύτερα, μετριόνταν στα δάχτυλα του ενός χεριού και ζήτημα ήταν αν κάποιος από αυτούς θα καταλάβαινε την απουσία της.

Η πολύβουη ιαπωνική πόλη της άρεσε. Οι άνθρωποι βάδιζαν κάπως μοναχικά. Αισθάνθηκε οικεία αυτήν την μοναξιά  και σκέφτηκε πως ίσως αυτό το ταξίδι να έγινε από ένα καπρίτσιο του Σύμπαντος για να της δώσει ξανά ελπίδα, όπως τότε πριν δέκα χρόνια, έναν άλλο Σεπτέμβρη, τότε που πρωτοπήγε στο Παρίσι. Και τότε εκδρομή είχε πάει, για τρεις μέρες, για να ξεπεράσει τον θάνατο της μάνας. Τυχαία βρήκε δουλεία και σπίτι και πέρασαν δέκα χρόνια πριν το καταλάβει…

Όταν γύρισε στο ξενοδοχείο δεν ακολούθησε το γκρουπ στο βραδινό φαγητό, αλλά ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, βάλθηκε να ψάχνει τις μικρές αγγελίες, που ήταν γραμμένες αγγλικά. Είχε αποφασίσει να μείνει.

Σημείωσε κάποια τηλέφωνα. «Μα πώς είναι δυνατόν να βρω δουλειά και σπίτι αμέσως σε μια τέτοια πόλη. Αδύνατον!» σκέφτηκε. Αλλά συνέχισε να ψάχνει.

Ούτε την άλλη μέρα ακολούθησε το γκρουπ. Ενημέρωσε μόνον τον αρχηγό ότι δεν θα συμμετέχει σε καμιά ξενάγηση, ούτε θα γυρίσει πίσω μαζί τους στο τέλος της βδομάδας.

Μετά πήρε ένα προς ένα, τα τέσσερα τηλέφωνα που είχε σημειώσει.

Πρώτα πήγε σε ένα σπίτι τσαγιού όπου ζητούσαν καθαρίστρια. Το βρήκε πολύ δύσκολα. Αν δεν είχε πληρώσει ταξί, ακόμη θα έψαχνε. Η ιδιοκτήτρια μιλούσε ελάχιστα αγγλικά, αλλά της έδωσε να καταλάβει πως δεν ήθελαν ακριβώς καθαρίστρια, όπως έλεγε η αγγελία, αλλά μια κοπέλα που να γνωρίζει καλά αγγλικά για να περιποιείται τους Αμερικανούς ναύτες της διπλανής βάσης που δίψαγαν για γυναικεία συντροφιά. Έπρεπε να κάνει την πιο παλιά δουλειά του κόσμου.

Έφυγε νευριασμένη. Αν ήθελε κάτι τέτοιο το έκανε και στο Παρίσι…

Πήγε στο δεύτερο ραντεβού. Ο δρόμος της φάνηκε περίεργος, ο κόσμος της φάνηκε περίεργος. Στο μαγαζί, όμως, ζητούσαν ξεκάθαρα σερβιτόρα για τις εγκαταστάσεις μιας θερμής πηγής, με μισθό εκατό χιλιάδες γιεν6. Δεν ήξερε αν είναι πολλά ή λίγα, αλλά της φάνηκε λογικός μισθός και τη δουλειά την ήξερε.

 Όλα έμοιαζαν όμορφα, το κτίριο ήταν καθαρό και η είσοδός του περιποιημένη. Απ΄ έξω, σε ένα πεζούλι, είχε μερικές μικρές φροντισμένες ολάνθιστες γλάστρες. Της θύμισαν το σπίτι της στο χωριό. Δυο μεγάλες άσπρες πινακίδες με επιγραφές στα ιαπωνικά ήταν κρεμασμένες στον εξωτερικό, φρεσκοβαμμένο τοίχο και μια ροζ τέντα συμπλήρωνε την όψη του χώρου. Υπήρχε και μια μικρότερη ταμπέλα γραμμένη με κόκκινα, αγγλικά γράμματα «Sōpurando7».

Ο άνδρας, στο γραφείο-reception, της είπε πως είναι ο ιδιοκτήτης και ήταν πολύ ευγενής. Της εξήγησε πως η επιχείρησή του στεγαζόταν δίπλα σε μια θερμή πηγή, τα νερά της οποίας διοχετεύονταν στα λουτρά του κτιρίου του, γι’ αυτό λεγόταν και «Soapland». Οι πελάτες του πήγαιναν εκεί για να πάρουν το μπάνιο τους μετά την δουλειά. Ήταν μια παλιά Ιαπωνική συνήθεια, είπε. Δίπλα στα λουτρά διατηρούσε ένα μικρό μπαρ για να σερβίρει τσάι και λίγο φαγητό στους πελάτες του, αν πεινούσαν. Το μόνον που χρειαζόταν ήταν μια βίζα σύντομης διαμονής, την έκδοση της οποίας θα αναλάμβανε ο ίδιος, μια και εκείνη δεν ήξερε την γλώσσα. Της είπε, επίσης, πως αν ήθελε μπορούσε να μείνει σε ένα επιπλωμένο δωμάτιο πάνω από τις εγκαταστάσεις της πηγής. Όλα έμοιαζαν τέλεια…

Γιατί όμως ένοιωθε ανησυχία;

Αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη της. Μετακόμισε το ίδιο βράδυ στο μικρό δωματιάκι της ταράτσας και έδωσε το διαβατήριό της στο αφεντικό της,  ώστε να βγάλει τη βίζα.

Την επόμενη μέρα, της έδειξαν πώς να σερβίρει τσάι και την τρίτη μέρα της είπαν να φορέσει ένα χρυσαφί κιμονό, όταν σερβίρει, όπως όλες οι άλλες κοπέλες που δούλευαν εκεί.

Το Σάββατο, τέσσερις μέρες μετά, το αφεντικό την κάλεσε και της είπε πως για το κιμονό, το φαγητό και την διαμονή, του χρώσταγε  τόσα όσα έπρεπε να της δώσει σαν εβδομαδιαίο μισθό. Της έδειξε τα ποσά αναλυτικά, στα ιαπωνικά. Έμειναν υπόλοιπο πενήντα γιεν. Της τα έδωσε. Της είπε όμως πως αν ήθελε, θα μπορούσε να αυξήσει τον μισθό της, κάνοντας κάποιες παραχωρήσεις.

Εκείνη αρνήθηκε.

Τον ρώτησε για την βίζα της. Η απάντηση ήταν πως αυτά τα πράγματα αργούν λίγο.

Σκέφτηκε να περιμένει.

Την επόμενη μέρα, Κυριακή, πήγε βόλτα, να δει την γειτονιά και να κάτσει λίγο στο γειτονικό πάρκο. Όταν γύρισε δέχτηκε στο δωμάτιό της, την επίσκεψη του αφεντικού της ο οποίος ήταν πολύ θυμωμένος.

«Δεν επιτρέπεται να βγαίνεις χωρίς άδεια» της είπε αγγλικά που τα ακολούθησαν ένα σωρό λέξεις στα ιαπωνικά.

Μετά από φωνές και χειρονομίες, κάποια στιγμή, της εξήγησε αναψοκοκκινισμένος, πως όλη την φασαρία την έκανε επειδή δεν είχε μαζί της διαβατήριο και είναι παράνομο στην Ιαπωνία να κυκλοφορεί κάποιος  ξένος χωρίς διαβατήριο και πως ο ίδιος αισθανόταν υπεύθυνος για κείνη.

Παραξενεύτηκε, αλλά αποφάσισε να συμμορφωθεί.

Το επόμενο Σάββατο, ζήτησε άδεια για να πάει βόλτα. Το αφεντικό της όμως έγινε πάλι έξαλλο και της το απαγόρευσε. Του ζήτησε το διαβατήριό της αλλά ξανά της είπε διάφορες δικαιολογίες. Μετά, όπως την πρώτη εβδομάδα, της έδωσε έναν κατάλογο με έξοδα που κάλυπταν σχεδόν όλες τις αποδοχές της. Αυτή την φορά της έδωσε εκατό γιεν.

Κλείστηκε στο δωμάτιό της και έκλαψε.

Αισθανόταν φυλακισμένη. Ή μήπως ήταν;

Παρ’ όλα αυτά, τα πράγματα στην δουλειά ήταν ήσυχα. Λιγοστοί οι πελάτες και οι απαιτήσεις για φαγητό ελάχιστες. Μόνο τσάι σερβίριζε. Δούλευε σχεδόν όλη την ημέρα. Τις ελεύθερες ώρες της τις πέρναγε στο δωματιάκι της, διαβάζοντας.

Στην αρχή της τρίτης εβδομάδας το αφεντικό της είπε πως κάποιος πελάτης ζήτησε να συζητήσει μαζί της αγγλικά, όση ώρα θα έπινε το τσάι του. Δέχτηκε, αλλά ο πελάτης ήθελε πολύ περισσότερα από  μια απλή συζήτηση. Τον απέφυγε με μια πρόφαση και πήγε στο αφεντικό της να παραπονεθεί. Εκείνος τον δικαιολόγησε. Τότε μόνον κατάλαβε τι είδους ήταν οι παραχωρήσεις που της ζητούσε το αφεντικό της τόσο καιρό. Μα πόσο ηλίθια ήταν!

Του είπε απερίφραστα πως θέλει να φύγει. Έτσι κι αλλιώς για σχεδόν δυο βδομάδες δουλειά δεν είχε πάρει παρά εκατόν πενήντα γιεν, από αυτά που είχαν συμφωνήσει. Εκείνος κοκκίνισε, φούντωσε και της έδωσε ένα σκαμπίλι.

«Δεν έχεις να πας πουθενά» της ξέκοψε.

Τ’ αυτιά της βούιζαν, το κεφάλι της γύρισε, λίγο έλειψε να πέσει, αλλά το χειρότερο ήταν πως συνειδητοποίησε ότι είχε μπλέξει άσχημα και πως ήταν πράγματι φυλακισμένη.

Την ίδια νύχτα, όταν καταλάγιασαν οι ήχοι, το έσκασε. Χώθηκε στο πάρκο που περιτριγύριζε την πηγή και πέρασε εκεί τη νύχτα, κρυμμένη.

Αισθανόταν πως τα πράγματα είχαν χειροτερέψει. Τώρα δεν είχε ούτε σπίτι, ούτε ρούχα αλλά -το πιο σημαντικό- ούτε διαβατήριο και χρήματα. Απελπίστηκε. Τυλιγμένη στο ελαφρύ πανωφόρι της κρύωνε.

Φοβόταν πολύ.

Το πρωί την βρήκε να περπατάει στην πόλη. Με όσα χρήματα είχε, αγόρασε κάτι για φαγητό από έναν πλανόδιο πωλητή. Δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν. Έμοιαζε σαν φρατζολάκι και ήταν τυλιγμένο σε σελοφάν. Το άνοιξε και έφαγε μια μπουκιά. Παρατήρησε μέσα στο σελοφάν ένα χαρτάκι. Από την έξω μεριά ήταν το όνομα του προϊόντος και από την μέσα είχε τυπωμένο ένα ποίημα τάνκα, γραμμένο στ’ αγγλικά. Χωρίς να το διαβάσει, το έβαλε στην τσέπη της και ρώτησε τον πωλητή για το αστυνομικό τμήμα αλλά δεν μπόρεσε ούτε να συνεννοηθεί μαζί του ούτε να το βρει.

Το τηλέφωνό της είχε ξεμείνει από μπαταρία. Ούτε φορτιστή δεν σκέφτηκε να πάρει. Αποφάσισε να πάει στην πρεσβεία της χώρας της αλλά θυμήθηκε πως ήταν στο Τόκιο. Χρήματα για εισιτήριο δεν είχε.

Το μυαλό της δούλευε υπερωρίες, προσπαθώντας να βρει μια λύση. Βγήκε από το πάρκο και άρχισε να περπατάει στους δρόμους, χωρίς πρόγραμμα. Σύντομα χάθηκε.

Μπροστά της απλωνόταν ένα άλλο πάρκο. Χώθηκε στην αγκαλιά του.

 Ένα ρολόι μακριά σήμανε τρεις.  Πότε μεσημέριασε;

Κοίταξε το δικό της ρολόι. Συνειδητοποίησε πως πεινούσε πάλι. Έπρεπε να φάει άμεσα, αλλά πρώτα έπρεπε να πάρει τα φάρμακα για το ζάχαρο. Έψαξε την τσάντα της. Ούτε  τα φάρμακά της είχε σκεφτεί να πάρει μαζί της. Σε λίγο θα τα είχε ανάγκη. Απόλυτη ανάγκη.

***

Ο καιρός ήταν γλυκός, τα πιο πολλά δέντρα είχαν φορέσει τις χρυσές φορεσιές τους και το λεπτό αεράκι παρέσερνε τα φύλλα τους. Κάθισε στην άκρη μιας λιμνούλας. Χάμω, στο νοτισμένο χώμα.

Τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν ελαφρά. Τα έβαλε στις τσέπες και εκεί βρήκε το χαρτάκι με το τάνκα. Το έβγαλε και το διάβασε:

Μετρώντας σκέψεις

Οι εικόνες θολώνουν

Αντανακλάσεις

Ο χαμένος μου χρόνος

Μετράει ανάποδα

Κοίταξε αφηρημένα προς την επιφάνεια της λιμνούλας. Το ακίνητο νερό, της έστειλε την εικόνα της. Αναμαλλιασμένη, κακοντυμένη, με θολό βλέμμα. Σχεδόν δεν αναγνώρισε τον εαυτό της. Η εικόνα του μεγάλωσε την απελπισία της. Πού θα έμενε απόψε; Προς στιγμήν σκέφτηκε να ξαναγυρίσει στη δουλειά, αλλά έδιωξε αμέσως αυτή τη σκέψη. Άρχισε να περπατά στο πάρκο χωρίς σκοπό ή μάλλον ψάχνοντας ασυναίσθητα για κάποιο μέρος να χωθεί για τη νύχτα.

Κάπου μακριά διέκρινε μια γέφυρα. Πήγε προς τα ‘κει. Ένοιωσε μια ζάλη καθώς ανέβαινε τις σκάλες.

Ήθελε να δει την εικόνα του πάρκου από ψηλά. Κάτω από την γέφυρα ήταν γραμμές τρένου. Στο βάθος, δεξιά, ο ήλιος έδυε βάφοντας τα σύννεφα κόκκινα. Κοίταξε τον ουρανό. Τα σύννεφα άρχισαν να χορεύουν μπρος στα μάτια της, να γυρνούν και να στροβιλίζονται. Έκλεισε τα μάτια. Ίδρωνε και κρύωνε ταυτόχρονα. Συνήλθε γρήγορα.

«Δεν έχω φάει σωστά και δεν έχω πάρει φάρμακα, τι περιμένεις;» σκέφτηκε. Κοίταξε πάλι τον πορτοκαλί ορίζοντα. Τα ψηλά δέντρα του πάρκου έπαιρναν μια μαγική, χάλκινη ανταύγεια. Στο βάθος διέκρινε μια λάμψη. Μια θριαμβευτική, κατακόκκινη λάμψη που χάθηκε μέσα σε κλάσμα δευτερολέπτου.

Τα βλέφαρά της βάρυναν. Οι εικόνες θόλωσαν. Η ζωή της πέρασε σαν ταινία μπροστά της. Θυμήθηκε τα καλοκαίρια στο χωριό  που γεννήθηκε, τότε που έπαιρνε την μηχανή του ξαδέλφου της και πήγαινε μόνη της στην θάλασσα για κολύμπι. Πόσο της άρεσε αυτή η ελευθερία. Μόνη τη χαιρόταν και τότε, δεν είχε φίλους. Μάταια η μάνα της, που φοβόταν για την μοναχοκόρη της, έλεγε στον χωροφύλακα να της δώσει κλίση, γιατί δεν είχε δίπλωμα. Εκείνος, που του άρεσε η Λίλιαν, το μόνο που της έλεγε ήταν «Πρόσεχε Ελένη, σε θέλουμε». Πόσο μακριά ήταν η εποχή που την έλεγαν Ελένη… Πού χάθηκαν τα καλοκαίρια τα ανέμελα, οι συγχωριανοί της, ο παιδικός της έρωτας που τον έχασε γιατί δεν τόλμησε να του μιλήσει, η αγκαλιά της μάνας της…

Χρειαζόταν κάπου να κάτσει. Χωρίς να σκεφτεί, σκαρφάλωσε και κάθισε στην κουπαστή της γέφυρας. Ανατρίχιασε στην επαφή με το κρύο σίδερο.

Το προστατευτικό σύρμα ήταν χαλασμένο και χωρίς καλά-καλά να το καταλάβει, πέρασε τα πόδια της προς τα έξω. Τώρα ήταν κρεμασμένα στο κενό, όπως τότε που ήταν παιδί και σκαρφάλωνε στο πεζούλι της ταράτσας της γιαγιά της. Υπέροχο συναίσθημα, σαν χαρά!

 «Τι Ελένη, τι Λίλιαν» σκέφτηκε. «Τα ίδια χάλια!»…

Η απογοήτευση την έπνιγε. Ένας βράχος ασήκωτος πλάκωνε το στήθος της. Ένοιωσε να ζαλίζεται.

«Πρέπει κάτι να φάω και να πάρω τα φάρμακά μου» σκέφτηκε. «Πρέπει να το κάνω άμεσα!» Όμως δεν κουνήθηκε από την θέση της. Το μυαλό της δεν δούλευε σωστά. Το κορμί δεν υπάκουε.

Ξαναείδε τη λάμψη πιο κοντά της, τώρα. Ήταν οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου που έπεφταν στο παρμπρίζ ενός τρένου. Το αναγνώρισε, μόλις το είδε καθαρότερα. Ήταν το αστραφτερό, γρήγορο Kodama που την έφερε πριν λίγο καιρό, στο Κιότο.

Έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε στο Σύμπαν. Αισθάνθηκε σαν πούπουλο, σαν πουλί. Ασυναίσθητα άπλωσε το χέρι της να γαντζωθεί από ένα πορτοκαλί σύννεφο, χωρίς επιτυχία…

Ακούστηκε ένας ελαφρύς γδούπος. Ένα μικρό χαρτάκι πέταξε και παρασύρθηκε από τον αέρα μαζί με μερικά βρώμικα φύλλα.

Μετρώντας σκέψεις

Οι εικόνες θολώνουν

Αντανακλάσεις

Ο χαμένος μου χρόνος

Μετράει ανάποδα

Οι επιβάτες του πρώτου βαγονιού του τρένου, μόλις που κατάλαβαν το τράνταγμα. Το τρένο σταμάτησε.

«Μας συγχωρείτε πολύ για την αναστάτωση, αλλά συνέβη ένα ατύχημα και θα καθυστερήσουμε» τους ενημέρωσε μια άχρωμη φωνή από τα μεγάφωνα του τρένου.


  1. Gare de Lyon. Ένας από τους πιο σημαντικούς σταθμούς του δικτύου τρένων SNCF στο Παρίσι και ο τρίτος πιο πολυσύχναστος σταθμός στη Γαλλία. Ο Gare de Lyon εξυπηρετεί τα τρένα που κατευθύνονται νοτιοανατολικά, τα τρένα για τις Γαλλικές Άλπεις, την Ελβετία, την Ιταλία και τη Βαρκελώνη. Χτίστηκε το 1855, κάηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου το 1871 και ξαναχτίστηκε. Το σημερινό κτίριο του σταθμού χρονολογείται από το 1900 και είναι έργο του αρχιτέκτονα Marius Toudoire. Το κτίριο με την υπέροχη πρόσοψή προς την Place Diderot (σήμερα Place Louis-Armand) και τον πύργο του ρολογιού, των 67 μέτρων, είναι ένα κλασικό ορόσημο του Παρισιού. Στον σταθμό λειτουργεί το φημισμένο εστιατόριο «Train Bleu».
  2. Brest πόλη στην περιοχή της Βρετάνης, βορειοδυτική Γαλλία, σημαντικό εμπορικό λιμάνι, δεύτερο στρατιωτικό λιμάνι στη Γαλλία και ναυτική βάση. Είναι πρωτεύουσα του νομού Φινιστέρ (Finistère).
  3. Το όνομα «Αζένη» για το χωριό καταγωγής της ηρωίδας είναι φανταστικό. Δεν υπάρχει, στην Ελλάδα, χωριό με τέτοιο όνομα. Πλάστηκε μόνον για το διήγημα και αν τυχόν υπάρχει κάποιο παρόμοιο τοπωνύμιο είναι τυχαίο.
  4. «Welcome in Kyoto, Miss Lillian Ferti», μετάφραση «Καλώς ήρθατε στο Κιότο, δεσποινίς Λίλιαν Φέρτη».
  5. Στην γραμμή Tokaido / Sanyo Shinkansen κινούνται τρία πολύ γρήγορα τρένα: το Nozomi, το express Hikari και το Kodama. Υπάρχουν 35 σταθμοί από το σταθμό του Τόκιο έως το σταθμό Hakata, τον τελευταίο της γραμμής. Τα τρένα Nozomi σταματούν σε ελάχιστους από αυτούς τους σταθμούς και κινούνται με ταχύτητες πάνω από 300 km/h. Τα Hikari πιάνουν αντίστοιχα υψηλές ταχύτητες, αλλά σταματούν σε περισσότερους σταθμούς και τέλος τα Kodama έχουν ταχύτητα 258 km/h και σταματούν σε όλους τους σταθμούς.
  6. Yen: Το επίσημο νόμισμα της Ιαπωνίας. Είναι το τρίτο πιο διαπραγματεύσιμο νόμισμα στην αγορά συναλλάγματος μετά από το αμερικανικό δολάριο και το ευρώ. Η σημερινή του ισοτιμία με το ευρώ είναι περίπου 1 yen = 0.0080 ευρώ. Η ιστορία λέει, πως οι Ιάπωνες χρησιμοποιούσαν παλιά ως νόμισμα το ασήμι. Όταν έφτασαν στη χώρα τα ισπανικά ασημένια νομίσματα, τα “ασημένια στρογγυλά” (pinyin ή yínyuán) εξ αιτίας του σχήματός τους, οι Ιάπωνες αποφάσισαν να υιοθετήσουν ένα παρόμοιο νόμισμα, το 1871, και το ονόμασαν «ένα στρογγυλό αντικείμενο» δηλαδή γιεν.
  7. Soapland (ή sōpurando) ή ακόμη και sōpu. Η λέξη προέρχεται από τις λέξεις σαπούνι και γη και είναι μέρος της ψυχαγωγίας ενηλίκων. Οι Ιάπωνες πηγαίνουν εκεί για να απολαύσουν το λουτρό τους. Το σαπούνισμα αναλαμβάνουν νέες γυναίκες. Η συνήθεια προήλθε από τα τουρκικά χαμάμ-πορνεία και παλιά ονομάζονταν toruko-buro, δηλαδή τούρκικο λουτρό. Ο Τούρκος μελετητής Nusret Sancakli, το 1984, κέρδισε την χρήση του όρου αποκλειστικά για την χώρα του. Από τότε μετανομάσθηκαν σε Soaplands.

Πηγές

  • The architecture of Paris: an architectural guide, του Andrew Ayers εκδόσεις Alex Menges, 2004
  • Paris to the Past: Traveling through French History by Train, της Ina CaroNorton, 2012
  • Sexual Cultures in East Asia: The Social Construction of Sexuality, της Evelyne Micollie εκδόσεις Routledge 2004
  • History of the Yen. 100 Years of Japanese Money-Economy, του Ηiroshi Shinjo, εκδόσεις Kobe University Research Institute, 1962
  • The Shinkansen, High-Speed Rail Network of Japan.
  • Moon Japan: Plan Your Trip, Avoid the Crowds, and Experience the Real Japan, του Jonathan DeHart, 2020

Μάθετε περισσότερα για τη λογοτεχνική μας δράση εδώ: «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music