«Karoshi», ένα διήγημα της Κατερίνας Ευαγγέλου Κίσσα για τη λογοτεχνική δράση «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Ήταν σίγουρα παρέα φίλων. Νέοι όλοι τους, τέσσερις κοπέλες και τρεις άντρες, κοντά στην ηλικία του θα έλεγε, στα τριάντα έξι. Από την ώρα που μπήκαν στο τρένο δεν είχαν κλείσει το στόμα τους. Μιλούσαν ακατάπαυστα. Το μόνο που διέκοπτε το ρυθμό της συζήτησής τους ήταν τα χαρούμενα χαχανητά τους – που κάποιες φορές ξέσπαγαν σε τρανταχτά γέλια. Ναι, το είχε ξανασυναντήσει στο παρελθόν αυτό το φαινόμενο, τόσο διαφορετικό από τη δική του κουλτούρα, αλλά κάθε φορά τον ξάφνιαζε το ίδιο. Βασικά, όλοι οι συντοπίτες του γύρναγαν ξαφνιασμένοι να τους κοιτάξουν κάθε φορά που το γέλιο τους άγγιζε ένα κρεσέντο. Άλλοι το αγνοούσαν ήρεμα και γύριζαν ξανά μπροστά τους, άλλοι χαμογελούσαν διακριτικά, κρύβοντας το στόμα τους με την παλάμη τους. Εκείνος μόνο μια φορά άνοιξε τα μάτια του για να τους δει κι έπειτα τα έκλεισε ξανά και προσπάθησε να βυθιστεί στο λήθαργό του και πάλι. Έπρεπε να προλάβει να ξεκουραστεί. Του έμεναν… πόσα; Δύο. Ναι, δύο ακόμα δρομολόγια. Ήταν νύχτα εξάλλου. Μα και μέρα να ήταν και πάλι δεν θα μπορούσε να δει τίποτε έξω από το παράθυρο, όσο το τρένο ήταν εν κινήσει. Η ταχύτητα των shinkansen είναι τόσο μεγάλη που αν κοιτάξεις τη μέρα  από το παράθυρο τα πάντα φαντάζουν σαν μια ευθεία, πολύχρωμη γραμμή, όσο εκείνο διαπερνά τα τοπία σαν σφαίρα.

Πέρα από τους θορυβώδεις τουρίστες, που είχε σχεδόν κολλητά δίπλα του, τίποτε άλλο δεν κουνιόταν θα έλεγες. Η δική τους κουλτούρα τους επέβαλε μια ήρεμη, μετρημένη δημόσια παρουσία. Το τρένο, τελευταίας τεχνολογίας, έρεε επάνω στις ράγες με το μαγνητικό πεδίο να το κρατάει ατάραχο, ακόμα και σ’ αυτή την ασύλληπτη ταχύτητα. Εκείνος μπορούσε, όμως, να ακούει έναν συνεχόμενο ήχο. Έναν ήχο αδιάλειπτο, σαν το απαλό, δροσερό σφύριγμα του ανέμου, καθώς περνάει το φθινόπωρο ανάμεσα από τα κλαδιά των κερασιών, προσπαθώντας να τις γυμνώσει από τα φύλλα τους και τα μοσχομυριστά τους άνθη. Εκεί επικεντρώθηκε, σ’ αυτόν τον ήχο. Και γέμισαν τα κλειστά του βλέφαρα από πέταλα κερασιών, που στροβιλίζονταν απαλά σ’ έναν γαλάζιο ουρανό… Και, ναι, μέσα στην ηρεμία που του έφερνε σιγά σιγά ο ύπνος, τον άκουγε αυτόν τον άνεμο και παίρνοντας μικρές, βαθιές ανάσες, θα ορκίζονταν πως τα μύριζε τα άνθη απ’ τις κερασιές τους…

Άνθος κερασιάς

Γλυκόπικρη η μνήμη,

Σπίτι πατρικό …

Καρτεράει η μάνα

το μικρό της σπουργίτι.

Αυτό το τάνκα το ‘χε χαράξει τατουάζ στη μέσα πλευρά του πήχη του αριστερού του χεριού, για να μην ξεχάσει ποτέ τη μάνα του και το χωριό του. Το χωριό του… Το πατρικό του σπίτι, φτωχικό μα πανέμορφο με τις χαμηλές του βεράντες και τα δυο του μποστάνια στο πλάι. Εκεί η μάνα του πάντα καλλιεργούσε ραπάνια. Το μικρό χωριό του απλωμένο πάνω σ’ ένα πράσινο λιβάδι που το πλαισίωναν δυο χαμηλοί λόφοι. Πιο ‘κει ένα μικρό κελαριστό ρυάκι. Κι ο τόπος δεξιά κι αριστερά γεμάτος κερασιές. Sakura τις λέγανε στον τόπο του κι αν πέρναγε απ’ το χέρι του δεν θα επέτρεπε σε κανένα άλλο κράτος να τις φυτεύει. Ναι, ίσως θα έπρεπε να το προτείνει στον αυτοκράτορα, να προβεί σε ένα διάγγελμα και ‘κείνος να βρίσκεται δίπλα του και να καμαρώνει ταπεινά, που είχε τέτοια φανταστική ιδέα, μα την αλήθεια! Σύντομα, που θα γινότανε ένα ισχυρό στέλεχος σε μια από τις πιο μεγάλες και κερδοφόρες εταιρείες κινητής τηλεφωνίας στη χώρα του, θα μπορούσε να ζητήσει ακρόαση από τον αυτοκράτορα, γιατί όχι;

Τώρα χαμογελούσε μέσ’ στον ύπνο του κι όλες του οι έγνοιες είχαν γλιστρήσει από τους ώμους του που τις είχε μονίμως φορτωμένες κι είχαν κυλιστεί στο πάτωμα του τρένου. Μαζί είχε χαλαρώσει κι ο ίδιος κι είχε αφεθεί να ονειρεύεται – με τα χέρια του χαλαρά ριγμένα στο κάθισμα, το μάγουλό του ακουμπισμένο στο κρύο παράθυρο και την επαγγελματική του τσάντα πεσμένη ανάμεσα στα πόδια του. Ονειρευότανε πότε θα είχε επιτέλους το δικό του γραφείο στον πιο ψηλό όροφο του ουρανοξύστη τους. Λογάριαζε πως με τους ρυθμούς που δούλευε σε δύο, το πολύ τρία χρόνια, θα είχε επιτύχει τους στόχους του. Και ‘κείνος μετά θα μπορούσε να παίρνει άδεια συχνά και να πηγαίνει να βλέπει το χωριό του, το σπίτι του! Πόσο τα είχε επιθυμήσει όλα! Ήταν πάνω από πέντε χρόνια που είχε να πάει να δει τη μάνα του, που κι αυτή μαζί του έκανε υπομονή και περίμενε αγόγγυστα το μοναχοπαίδι της να μεγαλουργήσει, να επιτύχει, να γυρίσει επιτέλους κάποτε στο σπίτι τους το ορφανό και να πάρει τη θέση του ως ο κυρίαρχος κι ο αφέντης, αφού ο πατέρας του είχε πεθάνει πριν πολύ καιρό, δυστυχώς…

Χαλάλι, χαλάλι ο κόπος του! Χαλάλι! Δεν ήταν εύκολο να δουλεύεις ακατάπαυστα, χωρίς ούτε ένα διάλειμμα, δεκαοκτώ ώρες το εικοσιτετράωρο! Αλλά αυτός είχε πείσμα, ήταν νέος και υγιής, άντεχε! Την ήθελε αυτή τη θέση του μεγαλοστελέχους. Ήταν τόσα τα προνόμια μετά, θα άλλαζε η ζωή του! Κι έτσι έβαζε το κεφάλι κάτω και δούλευε. Και τις λιγοστές ώρες που δεν δούλευε, έτρωγε ένα γρήγορο και πάντα πρόχειρο γεύμα κι έπινε ένα γρήγορο ποτό στα όρθια σε ένα κοντινό στη δουλειά του tatinomi, ένα μπαράκι χωρίς καθόλου καθίσματα, πολλές φορές μαζί με κάποιον από τους συναδέλφους του.

Αρχικά είχε νοικιάσει ένα μικροσκοπικό δωμάτιο σε ένα capsule hotel, ένα ξενοδοχείο που κάθε του δωμάτιο ήταν κατασκευασμένο από ξύλο, σαν κουτί χωρίς παράθυρα και ίσα-ίσα χώραγε μέσα ένα μικρό κρεβάτι, μια λάμπα για το φως και λίγα ράφια στον έναν τοίχο. Έτσι κι αλλιώς εκείνος αναζητούσε μια φθηνή λύση για λίγο ύπνο τα βράδια και κάπου να ακουμπά τα λιγοστά του πράγματα. Όταν όμως η εταιρεία έδωσε σε όλους τους υπαλλήλους, ως έξτρα παροχή, ένα δικό τους locker, όπως τα σιδερένια στενόμακρα ντουλάπια που είχαν στον στρατό  και δωρεάν εισιτήρια διαρκείας για το shinkansen για τον τόπο που θα δήλωναν, τότε κι εκείνος στοίβαξε τα λίγα υπάρχοντά του στο εταιρικό ντουλάπι και τις ελάχιστες ώρες που του απέμεναν, εκτός γραφείου, τις πέρναγε στο τρένο. Κοιμόταν εκεί, σε ένα από τα αναπαυτικά του καθίσματα, για τέσσερα δρομολόγια πήγαινε – έλα στο χωριό του, τόσο κοντά ήταν. Μόνο που ποτέ δεν κατέβαινε. Δεν θα προλάβαινε να φτάσει σπίτι του, τόσο εξαντλημένος ήταν, πού να περπάταγε μέσα στη νύχτα εξάλλου… Κι έτσι, εκεί μέσα στο τρένο, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, ένας άστεγος -επί της ουσίας- με κοστούμι,  είχε την αίσθηση ότι κάπου ανήκει, ότι κάποιος τον κοιτάζει, ότι κάποιος του μιλάει, ότι δεν είναι εντέλει τόσο τελεσίδικα και ανυπέρβλητα μόνος. Κι όταν χτύπαγε το ξυπνητήρι του ρολογιού του για να ξυπνήσει και να επιστρέψει στη δουλειά του, κάποιος παράπλευρος θόρυβος από τους συνταξιδιώτες του στο τρένο θα σήμαινε στο υποσυνείδητό του ότι έπρεπε να σηκωθεί…

Δεν παραπονιόταν. Όλα πήγαιναν καλά. Το μόνο που του έλειπε ήταν ο ύπνος.

***

-Μήπως να τον σκουντάγαμε να ξυπνήσει τούτον εδώ; Έχει πέσει στο πάτωμα! Είπε ο ένας από την κεφάτη παρέα, κολλητά σχεδόν δίπλα του.

Κι έπειτα οι κοπέλες, η μία μετά την άλλη, τσίριξαν με τρόμο και τραβήχτηκαν πίσω ενώ οι άντρες της παρέας τις αγκάλιασαν προσπαθώντας να τις απομακρύνουν.

-Όχι, Θέε μου, όχι! Είναι… Είναι νεκρός; Ένα γιατρό ρε παιδιά, καταλαβαίνει κανείς; Ένα γιατρό! Φώναξε ο ίδιος της παρέας που είχε μιλήσει και πριν, κοιτάζοντας γύρω του με απόγνωση και ολοφάνερα σοκαρισμένος που ένας νέος άνθρωπος είχε μόλις πεθάνει δίπλα του.

Ένας γιαπωνέζος τότε ήρθε κοντά τους, έκανε μια ελαφριά υπόκλιση προς την παρέα των νέων που είχαν πεταχτεί πλέον όλοι τους όρθιοι, κι έπειτα πλησίασε τον νεκρό και προσπάθησε, μάταια, να βρει το σφυγμό του.

«Karoshi…» [1] ψιθύρισε και έσκυψε το κεφάλι του σε ένδειξη σεβασμού και πένθους στον άγνωστο που μόλις είχε ξεψυχήσει.

 


[1] Karoshi:  ο όρος Karoshi στην Ιαπωνία σημαίνει: θάνατος από υπερβολική δουλειά.

[Πηγές:

https://www.bbc.com/worklife/article/20160912-is-there-such-thing-as-death-from-overwork

https://www.theguardian.com/world/2017/oct/05/japanese-woman-dies-overwork-159-hours-overtime

https://www.ft.com/content/a2289d48-d944-11e9-9c26-419d783e10e8

https://www.japantimes.co.jp/tag/karoshi/ ]


Μάθετε περισσότερα για τη λογοτεχνική μας δράση εδώ: «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Ίσως σας αρέσει και

1 Σχόλιο

  • Μαρία Πανούτσου
    6 Νοεμβρίου 2020 at 22:27

    Είπες πολλά και σημαντικά σε αυτό το διήγημα Κατερίνα με πολυεπίπεδο γράψιμο και σμίγοντας τους δύο πολιτισμούς, ομολογώντας τις διαφορές τους.Συγκινητικό χωρίς να είναι συναισθηματικό. Μου άρεσε.

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη