«H ψυχαναγκαστική», γράφει η Στεφανία Ρουλάκη

Πριν να έρθει ο κορονοϊός στη ζωή μας, όλοι όσοι με γνωρίζουν, με λέγανε ψυχαναγκαστική. Έχω μία τρέλα με την καθαριότητα. Τι τρέλα δηλαδή, τρελάρα εδώ που τα λέμε. Τι να κάνουμε; Ο καθένας έχει την αρπαξιά του. Το σακατιλίκι του, που λένε. Ε, εγώ έχω τη λάτρα. Τίποτα δε λατρεύω όσο τη λάτρα. Αυτή είναι η καλύτερη μου φίλη, αυτή η ψυχοθεραπεία μου, αυτή και η συντροφιά μου.

Όταν είμαι αγχωμένη, πιάνω ένα ξεσκονόπανο και αρχινάω. Όταν είμαι στενοχωρημένη, τρίβω επιφάνειες. Στα μεγάλα ντέρτια, πέφτω στα γόνατα και -μη φανταστείτε τίποτε πονηρό, αυτά, έχουν τελειώσει προ πολλού, χωρισμένη γυναίκα είμαι- σφουγγαρίζω, γιατί ως γνωστόν, το καλύτερο σφουγγάρισμα γίνεται στα τέσσερα. Δεν έχει σημασία που είμαι πια σαν το σίγμα το τελικό από τις δουλειές, εγώ “γλύφω” το σπίτι όλη μέρα. Όταν είμαι θυμωμένη, πιάνω το σίδερο. Τα ισιώνει όλα! Στο τσακίρ κέφι, αδειάζω τα πάντα από ντουλάπες και ντουλάπια και τα ξαναφτιάχνω από την αρχή. Η μέγιστη ηδονή έρχεται όταν ξεμπλέκω κλωστές, κουβάρια, καδένες μπερδεμένες και τακτοποιώ μικροαντικείμενα. Ακόμα και τα τσιμπιδάκια για τα μαλλιά έχω στην παράταξη σαν στρατιωτάκια! Δεύτερη φορά να βάλω το ίδιο ρούχο; Δεν υπάρχει περίπτωση. Ας πεθάνω καλύτερα.

Όταν μιλάω στο τηλέφωνο, επιθεωρώ με το βλέμμα τα πάντα και ξανακαθαρίζω ό,τι μου έχει ξεφύγει (πρίζες, σοβατεπιά, αρμούς και άλλες λεπτομέρειες) με τη μέθοδο του “δακτύλου” – αυτό που γλύφεις το δάκτυλο και κάθε ίχνος βρωμιάς κολλάει πάνω. Μετά, με εθνική υπερηφάνεια, καμαρώνω για το έργο μου.

Αυτή μου η τρελάρα, λοιπόν, ήταν και ο λόγος που χώρισα. Ερχόταν ο άντρας μου από τη δουλειά στο σπίτι κι έμπαινε μέσα αέρα-πατέρα, με τα παπούτσια όπως ήταν από το δρόμο! «Μα στάσου βρε Χριστιανέ μου! Πού πας;»  τον φρενάριζα. «Βγάλε τα παπούτσια σου πρώτα! Έχουν ένα σωρό μικρόβια!» Έτρεχα να του φέρω τα πασούμια του, έβριζε αυτός.

Άφηνε τα πράγματά του και με τα βρωμόχερά του, όπως είχε πιάσει ασανσέρ, κουμπιά, κλειδιά, τηλέφωνα, τσάντες, πόμολα (Θεέ και Κύριε!), έκοβε το ψωμί γιατί δεν μπορούσε να κρατηθεί από την πείνα του. «Πλύνε πρώτα τα χέρια σου»  του έλεγα, όσο πιο γλυκά μπορούσα, ενώ μέσα μου είχα φτάσει τους εκατό βαθμούς κελσίου. Με στραβοκοίταζε αυτός και μπουκωμένος με το ψωμί, μουρμούριζε μέχρι το μπάνιο, αφήνοντας ψίχουλα από την κουζίνα ως το μπάνιο, λες κι από πίσω του ακολουθούσε καμιά Γκρέτελ, που έπρεπε να βρει τη διαδρομή για το φτωχικό της.

Έβγαινε, λοιπόν, από το μπάνιο, με τα χέρια περίπου σκουπισμένα κι έσταζαν τα νερά παντού, έσταζε και φαρμάκι στην καρδιά μου!… «ΜΗ!» φώναζα, αλλά, το κακό είχε ήδη γίνει. Έτρεχα με την πατσαβούρα να σφουγγαρίσω.

Το απόγευμα που ξύπναγε από τον μεσημεριανό του ύπνο, τον περίμενα πίσω από την πόρτα, τρώγοντας τα νύχια μου από την αγωνία, για να στρώσω το κρεβάτι, γιατί τα άστρωτα σεντόνια με αναστατώνουν. Το ίδιο, βέβαια, έκανα και με τα ριχτάρια του καναπέ, κάθε φορά που σηκωνόταν μπροστά από την τηλεόραση. Όταν γύρναγε και με έβρισκε με τον πισινό τούρλα να τα τραβολογάω να ισιώσουν, μου φώναζε: «Αμάν πια ρε γυναίκα, αμάν με αυτά τα «πριχτάρια»!» Να μην τα πολυλέω, τρελή με ανέβαζε, τρελή με κατέβαζε.

Κι έρχεται σήμερα ένας ιός, να με δικαιώσει και να με αποκαταστήσει. Να με στέψει με την κορώνα του. Το σκήπτρο μου -το απολυμαντικό-  έγινε έμβλημα της εποχής. Τον σύμβουλό μου, το αντισηπτικό, το ψάχνουν όλοι, σα ναρκομανείς. Τώρα ίσως κάποιοι να με καταλαβαίνουν. Μπορεί κι άλλοι να νιώθουν καθησυχασμένοι, ότι δεν κινδυνεύει η υγεία η δική τους και των αγαπημένων τους, όταν τηρούν με ευλάβεια όλη την ιεροτελεστία της καθαριότητας.

Κάτι που είχα σκεφτεί να κάνω, αλλά δεν το τόλμαγα, για να μην ξεμπροστιαστώ, ήταν να φοράω μάσκα στους εξωτερικούς χώρους κι ένιωσα ανακούφιση όταν μας υποχρέωσαν να τη φοράμε στους εξωτερικούς χώρους.

Πόσο μπροστά ήμουν, όταν άφηνα όλα τα ψώνια του σούπερ μάρκετ έξω από την πόρτα, για να τα απολυμάνω ευλαβικά, ένα-ένα, πριν να τα βάλω στο ψυγείο και στα ντουλάπια – εννοείται μπαίνοντας στο σπίτι μόνο με τα εσώρουχα, αφού πάντα αφήνω και τα ρούχα που φοράω έξω!

Για να δω, ποιός θα με ξαναπεί ψυχαναγκαστική; Τώρα, βέβαια, είμαι μόνη μου, σαν την καλαμιά στον κάμπο, γιατί δεν πατά άνθρωπος στο σπίτι μου – όχι ότι πριν πατούσε, γιατί φοβόμουν μη μου το λερώσουν και μου μεταφέρουν τα μικρόβιά τους (είχα τουλάχιστον τον άντρα μου). Έτσι, τα πάντα τρίιιιζουν από την καθαριότητα.

Κι επειδή, το ομολογώ, θα τρελαθώ πραγματικά, δεν έχω τι άλλο να κάνω, με τι να ασχοληθώ, βγαίνω εγώ η ίδια έξω, μπαίνω με τα παπούτσια στο σπίτι, πιάνω πόμολα και πόρτες και ξεκινάω την καθαριότητα πάλι από την αρχή βρίζοντας. Τον ψυχαναγκασμό μου μέσα!

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη