H εισήγηση της Ρόρης Μάτη στην παρουσίαση του βιβλίου “ΚΑΤΑ ΜΗΚΟΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΔΟΥ”, του συγγραφέα Αλέξανδρου Βαναργιώτη

Mε τον Αλέξανδρο γνωριστήκαμε σε χώρους παρουσίασης βιβλίων. Ίσως μας έφερε πιο κοντά μια θλίψη που  έτυχε να μας… κατατρώει εκείνο το διάστημα.

Όταν εκδόθηκαν τα πρώτα μας βιβλία δεν γνωριζόμασταν. Όμως ήταν το 2009 που κυκλοφόρησε η πρώτη μου ποιητική συλλογή και η πρώτη συλλογή διηγημάτων του Αλέξανδρου, τα “Διηγήματα για το τέλος της μέρας”. Το 2014 κυκλοφόρησε η δεύτερη συλλογή διηγημάτων του “Η θεωρία των χαρταετών”.

Αυτό που χαρακτηρίζει τη γραφή του Αλέξανδρου είναι η πυκνότητα της σκέψης του, πράγμα που δεν αφήνει περιθώρια για πλατειασμούς και αναμασήματα. Ευθύς λόγος, μικρές προτάσεις που επίσης δεν αφήνουν περιθώρια να μην καταλάβεις αυτό που ακριβώς εννοεί. Κι αυτό έχει την πηγή του. Ο Αλέξανδρος είναι και σπουδαίος ποιητής. Ελπίζω πως σύντομα όλα τα υπέροχα ποιήματά του θα συγκεντρωθούν σε μια ή και περισσότερες ποιητικές συλλογές.

Ας μείνω όμως στην τελευταία του συλλογή διηγημάτων “Κατά μήκος της εθνικής οδού”, που μόλις κυκλοφόρησε. Και ο τίτλος είναι απόλυτα συνυφασμένος τόσο με την παιδική του ηλικία, όσο και με τη ζωή του σαν ενήλικος φοιτητής και αργότερα σαν εκπαιδευτικός. Ο πατέρας του σαν χωροφύλακας είχε πολλές μεταθέσεις και η οικογένειά του τον ακολουθούσε σε μακρινούς ή και κοντινότερους προορισμούς.

Ο τόπος που έγραψε περισσότερο μέσα στην παιδική ψυχή του ήταν ο Δομοκός. Πλήθος οι χαρακτήρες που αναφέρονται ακριβώς σ΄ αυτή την περίοδο της ζωής του. Ο Στέφανος, στο ομώνυμο διήγημα, ο φίλος του ο Κώστας στις “Νιφάδες”, η Άννα Μαρία στο “Πάλι με την άνοιξη” και το πολύτιμο της δώρο στα γενέθλιά του, ο Γιώργος, ο φίλος του Αυγούστου, όπως τον αποκαλεί. Ο Γιώργος που έγραφε και ποιήματα και με ένα τέτοιο τον αποχαιρέτησε σαν έφυγε από τον Δομοκό. Και τι πιο ποιητικό από το “Κράτα λίγο Αύγουστο στην τσέπη”, φράση με την οποία άρχιζε και τέλειωνε το γράμμα του.

Αλλά το νεαρό Αλέξανδρο τον χαρακτήριζε και μια μεγαθυμία καθώς στις “Παρελάσεις” συγχωρούσε, λόγω εορτής, τον Βαγγέλη, που του είχε ανοίξει με πέτρα το κεφάλι, αλλά και τον Γιάννη, που τον πέταξε από το ιερό για να μη γίνει παπαδάκι. Συγχωρούσε γενικώς λόγω εθνικής εορτής. Και το χιούμορ ανεξάντλητο καθώς κοιτάζοντας τις φωτογραφίες της εποχής διαπίστωνε πως σχεδόν σε όλες είχε λάθος βήμα.

Κάπως έτσι κλείνει το μέρος του βιβλίου με αναφορά στον Δομοκό. Τον ξαναβρίσκουμε στην “Πέτρα”. Η πρόοδος και η ανάπτυξη, ιδιαίτερα στο οδικό δίκτυο. «Άφησαν έξω τα Καμένα Βούρλα των διακοπών, την Κατάρα των φοιτητικών χρόνων, τα Τέμπη των σχολικών εκδρομών…» Κι έφτασε η πέτρα του οδηγού στον βυθό της ψυχής μου και σήκωσε βούρκο, γιατί ήταν πέτρα βαριά, όπως και να το κάνεις, εκείνη η αδέσποτη φράση: “Tέρμα πια ο Δομοκός”.

Αλέξανδρε έχω γεμίσει το βιβλίο χαρτάκια. Σχεδόν δεν υπάρχει διήγημα χωρίς αυτοκόλλητο χαρτάκι. Σε όλα μπλέκουν υπέροχα η χαρά, η λύπη, η πικρία, το χιούμορ! Τι να αναφέρω… Τον άστεγο “Μπαντέρα”, που το παρουσιαστικό του… έφερνε στον Αντόνιο Μπαντέρας ή τον Τζων Κιχώτη που έγινες ο Σάντσος του για ένα χειμώνα!

Θα κάνω μόνο μια αναφορά στην τριλογία σου “Σκόρπιες χάντρες”. Οι χάντρες ενός κομπολογιού, δώρο αγάπης από τη μητέρα προς τον πατέρα, σκορπίζουν στο δρόμο, καθώς η αλυσίδα του δεν ήταν πολύ δυνατή. Με επίμονο ψάξιμο κάποιες βρίσκονται και το κομπολόι ξανασυναρμολογείται, χωρίς να γίνει ποτέ ίδιο.

Οι χάντρες ενός κολιέ σκορπίζουν με βίαιο τράβηγμα μετά από έντονη σκηνή ζηλοτυπίας. Αυτό θα σηματοδοτήσει και το τέλος μιας σχέσης φορτωμένης με αρρωστημένη ζήλια.

Τέλος στο “Δαχτυλίδι στο πόδι”, μια αλυσίδα ποδιού, δώρο αγάπης ίσως, αφαιρείται βίαια από την γυναίκα που της την φόρεσαν, σηματοδοτώντας αυτή τη φορά την άρνηση για κάθε είδους προσπάθεια στέρησης της ελευθερίας.

Και θα κλείσω με δυο αποσπάσματα που βαθιά με συγκίνησαν.

Από τα λεωφορεία “Πλήθος ανθρώπων κουβάλησαν οι λαμαρίνες. Χιλιάδες όνειρα, προσδοκίες, ματαιώσεις, δάκρυα και γέλια ταξίδεψαν, με τη νταλκαδιάρικη φωνή του Καζαντζίδη ή τα εκνευριστικά μπιτ και τα σκυλάδικα των ημερών μας. Ιστορίες που δεν θα μάθουμε ποτέ, ερμητικά κλεισμένες σε τσάντες, βαλίτσες και ψυχές.”

Και το κορυφαίο από το διήγημα “Οι κάλτσες”, με αναφορά στην εκταφή της μητέρας του, το κλείσιμό του «Όταν έφευγε, την αποχαιρετήσαμε με τη φράση “Καλό ταξίδι”. Τώρα δεν ήξερα τι να πω… Καθώς κοίταζα τις μπεζ κάλτσες της, ψιθύρισα: ” Έφτασες μητέρα;”

Aλέξανδρε, καλό δρόμο να έχει το βιβλίο σου στις εθνικές οδούς, στις μεγάλες και μικρές πόλεις και παντού όπου συνταξίδεψαμε μαζί σου.

 

 


[Η νέα συλλογή διηγημάτων «Κατά μήκος της Εθνικής Οδού», του Αλέξανδρου Βαναργιώτη, κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2019 από τις εκδόσεις Εύμαρος.]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music