«Eros… ανίκατε μάχαν», ένα διήγημα του Κώστα Τερζανίδη

-Ουφ! πτώμα είμαι. Κοιμήθηκε το παιδί;

   Η Σοφία άφησε το σώμα της να πέσει στην καρέκλα απλώνοντας τα πόδια στο τραπέζι.

-Ξεράθηκε. Δεν πρόλαβα να τελειώσω το παραμύθι. Επόμενο

ήταν. Όλη μέρα στη θάλασσα…

-Τουλάχιστον κάποιος τη χαίρεται τη θάλασσα…

   Ο σύζυγός της πήρε τα πόδια της στην αγκαλιά του και επιδόθηκε σε ένα ανακουφιστικό μασάζ.

-Ποιος σου φταίει; Ποιος σου είπε να δουλεύεις και τα σαββατοκύριακα;

-Γιάννη, δεν είμαστε όλοι τυχεροί σαν εσένα, να καθόμαστε τρεις μήνες

το καλοκαίρι. Έχω υποθέσεις που εκκρεμούν. Ξέρεις τι δουλειά με περιμένει αύριο;

   Ο Γιάννης ήταν όντως από τους τυχερούς. Δάσκαλος, διορισμένος εδώ και δώδεκα χρόνια στο 2ο Δημοτικό σχολείο Ιαλυσού, είχε την πολυτέλεια να απολαμβάνει απερίσπαστος τις διακοπές του στο σμαραγδένιο νησί. Η αρχική του απογοήτευση για την αποτυχία του να περάσει στη Νομική δεν κράτησε πολύ. Γρήγορα αντιλήφθηκε ότι οι σπουδές και το επάγγελμα του δασκάλου ταίριαζαν περισσότερο στην ιδιοσυγκρασία του. Συγκρίνοντας μάλιστα το δικό του ωράριο με τον φόρτο εργασίας και τις αμέτρητες ώρες που περνούσε η γυναίκα του στο δικηγορικό γραφείο του πατέρα της, δεν μετάνιωνε καθόλου για την «καριέρα» του. Άλλωστε, ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα φιλόδοξος, ούτε κυνηγούσε το χρήμα. Αγαπούσε τη δουλειά του, είχε τεράστια υπομονή με τα παιδιά και αξιοποιούσε δημιουργικά τον άπλετο ελεύθερο χρόνο που είχε στη διάθεσή του. Το νησί της Ρόδου τού παρείχε άπειρες δυνατότητες για καθημερινές εξορμήσεις και δραστηριότητες χάρη στις τριακόσιες ηλιόλουστες ημέρες του χρόνου κατάλληλες για τρέξιμο, ποδηλασία ή κολύμπι. Από την πρώτη μέρα που πάτησε το πόδι του στο νησί κατάλαβε ότι βρίσκεται στο ιδανικό μέρος για να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του. Δικαιολογημένα. Ο Γιάννης μεγάλωσε στην Κοζάνη.

-Δε λες καλά που υπάρχει και αυτό το σπιτάκι και ερχόμαστε; Τι θα

έκανε το παιδί όλο το καλοκαίρι στην πόλη; Ενώ εδώ θα χορτάσει θάλασσα και παιχνίδι. Βλέπει και τη γιαγιά του, ας είναι καλά η γυναίκα…

-Για μένα μιλάτε;

   Η Κλαούντια βγήκε στην αυλή κρατώντας στα χέρια της τον δίσκο με τα πιάτα και το κομμένο σε φέτες καρπούζι.

-Αυτό ακριβώς έλεγα στην κόρη σου. Πού θα έβρισκα τέτοια πεθερά,

τόσο περιποιητική!

-Εμ, μια εγγονή έχω. Δε θα την περιποιηθώ;

-Την ακούς; Πέταξε πικρόχολα η Σοφία. Για την εγγονή της τα κάνει όλα, όχι για την κόρη της.

-Σταμάτα παραπονιάρα. Ας μη δούλευες τόσο πολύ. Ούτε ένα μπάνιο

δεν έχεις κάνει ακόμη. Είσαι τόσο άσπρη! Πότε θα πάρεις επιτέλους την άδεια;

-Τον Αύγουστο, απάντησε η Σοφία καρφώνοντας με το πιρούνι ένα

κομμάτι καρπουζιού. Και όσο σκέφτομαι ότι όλη την άδεια θα τη φάω εδώ στην ερημιά.

-Σε χαλάει; Ίσα-ίσα που θα έχουμε την ηρεμία μας φέτος χωρίς

τουρίστες. Ας είναι καλά ο κορονοϊός! Τρόπος του λέγειν…

-Απορώ πώς τη «βρίσκεις» εδώ πέρα; Κάθε μέρα στη θάλασσα δε

βαρέθηκες; Μωρέ, ας μην ήταν αυτός ο διάολος που μας έτυχε φέτος… Ακόμα σκέφτομαι το ταξίδι που χάσαμε… Άουτς! Με πονάς!

   Ο Γιάννης πίεσε λίγο παραπάνω τα δάχτυλά του στο αστράγαλο της γυναίκας του. Επίτηδες θα ’λεγες. Φυσικά και χαιρόταν από μέσα του. Όταν τον περασμένο Μάρτιο επιβλήθηκε απαγόρευση μετακινήσεων λόγω του πρωτόγνωρου και άκρως επικίνδυνου ιού, μαζί με την ανησυχία ένιωσε μια ανακούφιση. «Πού να τρέχουμε πάλι στα ψυχρά κλίματα της βόρειας Ευρώπης καλοκαιριάτικα;» σκεφτόταν απαρηγόρητος. «Πέρσι που πήγαμε στη Σκωτία, τι καταλάβαμε; Αφήσαμε τον ωραίο μας ήλιο και τα μπανάκια μας, για να σκαρφαλώνουμε στις απόκρημνες ακτές με τις γαλότσες και τα αδιάβροχα». Τουλάχιστον φέτος θα απολάμβανε πραγματικές διακοπές, όπως τις εννοούσε αυτός. Βουτιές στη θάλασσα, ηλιοθεραπεία, παιχνίδια στην άμμο με την κόρη του και καλό φαγητό της πεθεράς του. Με μια λέξη: χαλάρωση. Έστω και με λίγη γκρίνια της γυναίκας του.

-Η Κυριακή θέλει να πάμε στο Πρασονήσι. Πότε να το κανονίσουμε;

-Α πα πα! Με τίποτα! Σκέτη ταλαιπωρία. Να πάτε μόνοι σας, έκανε η

Σοφία φτύνοντας στη χαρτοπετσέτα τα κουκούτσια.

-Μια που θα πάω, ήθελα να κάνω και λίγο kite-surf. Ποιος θα κρατήσει

το παιδί;

-Και θα κάθομαι εγώ τόσες ώρες στο λιοπύρι, για να κάνεις εσύ kite-

surf; Να μου λείπει…

   Ο Γιάννης παράτησε το πόδι της γυναίκας του και τσίμπησε κι αυτός λίγο καρπουζάκι.

-Μην τρως μόνο την καρδιά! Εμείς τι θα φάμε; Τη φλούδα;

-Θα κόψω κι άλλο. Πώς κάνεις έτσι; παρενέβη η μητέρα της

επιχειρώντας να μετριάσει κάπως την ένταση που καραδοκούσε να ξεσπάσει.

-Να! πάρε τη μάνα μου να κρατάει το παιδί, όσο εσύ θα… παλεύεις με

τα κύματα.

-Αφού η μαμά σου δεν μπαίνει στη θάλασσα…

-Δε με πειράζει, απάντησε εκείνη πρόθυμα. Εγώ θα παίζω στην

αμμουδιά με την Domenica. Εσύ κάνε ό,τι σου γουστάρει.

-Κυριακή τη λένε… Τη διόρθωσε η κόρη της.

-Εγώ Domenica θα τη λέω. C’è qualche problema?

   Ντομένικα φώναζε την εγγονή της και της μικρής τής άρεσε πολύ το ιταλικό της όνομα. Πολύ περισσότερο από το ελληνικό Κυριακή. Και του Γιάννη άρεσε να ακούει την πεθερά του να μιλάει στην κόρη του ιταλικά. Γιατί να μη μάθει το παιδί άλλη μια γλώσσα εκτός από τη μητρική του, όταν μάλιστα έχει και ρίζες από τη γειτονική χώρα; Απορούσε με τη γυναίκα του που είχε καταφέρει να αποτινάξει κάθε ίχνος ιταλικού ταμπεραμέντου που μπορεί να διέθετε. Ενώ η Κλαούντια… Μελαχρινή, με μακριά κυματιστά μαλλιά, αμυγδαλωτά καστανά μάτια που έβγαζαν φλόγες. Όμορφη πολύ. Ακόμα και στα 52 της χρόνια το σώμα της διατηρούνταν σφριγηλό, ζουμερό, με πλούσιες καμπύλες. Βέρα ιταλιάνα! Σαν τη συνονόματή της Κλαούντια Καρντινάλε. Μα καθόλου να μην της μοιάσει η κόρη της;

-Πάλι ιταλικά τραγούδια ακούς; Δεν τα βαρέθηκες πια; Τη ρώτησε η

Σοφία κάνοντας έναν μορφασμό δυσαρέσκειας.

-Γιατί; Ωραία είναι, έσπευσε να υπερασπιστεί την πεθερά του ο Γιάννης.

-Είναι το τραγούδι που κέρδισε φέτος στο Φεστιβάλ του Σαν Ρέμο. “Fai

Rumore” λέγεται, του Diodato.

-Diodato; Τι όνομα είναι αυτό;

-Δώρο Θεού. Σαν να λέμε Θεόδωρος.

-Ή Δωρόθεος, συμπλήρωσε ειρωνικά η Σοφία.

-Και τι λέει το τραγούδι;

-Fai rumore, δηλαδή κάνε θόρυβο, για να σε αισθανθώ, αν και είσαι

μακριά μου. Έκανε μεγάλη επιτυχία. Στο Μπέργκαμο και στο Μιλάνο ο κόσμος έβγαινε στα μπαλκόνια εν μέσω καραντίνας και τραγουδούσε αυτό το τραγούδι για να μην νιώθουν μόνοι. Ήταν πολύ συγκινητικό.

-Η μαμά, βλέπεις, είναι φανατική οπαδός του Σαν Ρέμο. Παρακολουθεί

κάθε χρόνο το φεστιβάλ και ξέρει απ’ έξω τα τραγούδια που διαγωνίζονται.

-È vero. Θυμάμαι τον Eros Ramazzotti που ερμήνευσε το “Una storia

importante”. Πότε ήταν; Το ’85 ή το ’86; Ήμουν δεκαεπτά χρονών. Μόλις είχα γνωρίσει τον Τονίνο. Όλες ήμασταν ερωτευμένες με τον Eros. Φορούσε τζιν μπουφάν με σηκωμένο γιακά και τραγουδούσε με τα χέρια στις τσέπες του υφασμάτινου παντελονιού. Κούκλος! Πόσο είχα στεναχωρηθεί που δεν πήρε το βραβείο! Το κέρδισε όμως την επόμενη χρονιά. Και στον μπαμπά σου άρεσε ο Ραματζότι. Θυμάσαι που σε έπαιρνε αγκαλιά και χορεύαμε και οι τρεις; Se bastasse una bella canzone, a far piovere amore…

   Η γλυκιά φωνή της Κλαούντια χάιδευε τα αυτιά του Γιάννη, καθώς εκείνος την άκουγε μαγεμένος, άσχετα άμα δεν καταλάβαινε γρι από τους στίχους του τραγουδιού. Μπορούσε όμως να μοιραστεί τη συγκίνηση αυτής της γυναίκας, ενόσω τραγουδούσε με πάθος παραδομένη στις αναμνήσεις της. Σε πλήρη αντίθεση με τη Σοφία, η οποία χασμουριόταν σκαλίζοντας το κινητό της.

-Αλήθεια, Κλαούντια, πώς και δεν έμαθες στην κόρη σου να μιλάει

ιταλικά;

-Μου το απαγόρευσαν τα πεθερικά μου…

-Πάλι κατηγορείς τον παππού και τη γιαγιά;

-Την αλήθεια λέω.

-Άλλωστε τι μου χρειάζονται; Αφού δεν έχουμε καμιά σχέση με την

Ιταλία.

-Η μάνα σου είναι Ιταλίδα, είπε ο Γιάννης ενοχλημένος από την

επικριτική διάθεση της γυναίκας του.

-Ε και; Δεν έχει πάει ούτε μια φορά από τότε που έφυγε. Μαύρη πέτρα

έριξε πίσω της.

   Πράγματι, η Κλαούντια δε γύρισε ποτέ ξανά στην πατρίδα της. Τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια πέρασαν από τότε που η δεκαεπτάχρονη κοπελίτσα από την Περούτζια κλέφτηκε με τον Έλληνα φοιτητή της Νομικής. Δε δίστασε στιγμή, όταν εκείνος της πρότεινε να έρθει μαζί του στην Ελλάδα. Ήταν πολύ ερωτευμένη ώστε να σκεφτεί τους γονείς της, το σχολείο –δεν το είχε τελειώσει καλά-καλά– τους συγγενείς και φίλους. Άκουσε την καρδιά της και δεν το μετάνιωσε. Ο Τονίνο ήταν ό,τι καλύτερο της είχε συμβεί και θα τον ακολουθούσε όπου και να πήγαινε. Οι γονείς της βέβαια δεν της το συγχώρησαν ποτέ, αλλά ούτε και οι γονείς του Αντώνη την υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό. Είχαν άλλα όνειρα για τον κανακάρη τους. Να αναλάβει το γραφείο του πατέρα του, να χτίσει τη δική του καριέρα, να φτιάξει όνομα στο νησί. Δεν ήταν ώρα για παντρειές. Ούτε φαντάρος δεν είχε πάει ακόμα. Η Κλαούντια δεν έδινε σημασία σε αυτά. Φτάνει που είχε δίπλα της τον Τονίνο. Η ευτυχία της ολοκληρώθηκε με τον ερχομό της κορούλας τους. Ώσπου τον έχασε από τη μια στιγμή στην άλλη. Έτσι, στα καλά καθούμενα. Από τότε που πνίγηκε ο άντρας της, εκείνη τη φοβερή νύχτα που είχε βγει στα ανοιχτά με τη βάρκα του και παρασύρθηκε από τα ρεύματα της περιοχής, αρνιόταν πεισματικά να μπει στη θάλασσα. Είναι απορίας άξιο που έμεινε στο νησί μετά από αυτήν την τραγική κατάληξη. Να γυρίσει στην πατρίδα της να κάνει τι; Όχι, θα έμενε στον τόπο του άντρα της, να μεγαλώσει το παιδί του, τη μικρή Σοφία. Θα έμενε για πάντα η γυναίκα του Αντώνη. Τα πεθερικά της ανέλαβαν να συντηρήσουν την Ιταλίδα νύφη και την Ελληνίδα εγγονή τους, καλύπτοντας όλα τα έξοδα. Αποσύρθηκε στο εξοχικό τους στο Γεννάδι, όπου και έστησε τη δική της μικρή επιχείρηση μετατρέποντας το οίκημα σε ενοικιαζόμενα δωμάτια. Η μόνη της επαφή πλέον με την πατρίδα της ήταν οι Ιταλοί τουρίστες που φιλοξενούσε τα καλοκαίρια και τα ιταλικά τραγούδια.

-Πάντως εγώ θα ήθελα να μάθω ιταλικά. Τώρα που κάθομαι, ευκαιρία

είναι. Τι λες, Κλαούντια; Θα μου μάθεις;

-Certo! Con piacere!

-Καλά, πάμε τώρα για ύπνο, γιατί κοιμάμαι όρθια, είπε η Σοφία

τραβώντας το χέρι του άντρα της. Εγώ θα σηκωθώ νωρίς. Δουλεύω ξέρεις…

-Buonanotte, Claudia!

-Buonanotte! Sogni d’ oro.

-…

-Όνειρα γλυκά λέω.

   Ο Γιάννης στο μπάνιο βούρτσιζε τα δόντια του με αυξημένη ταχύτητα. «Πώς μου ήρθε να της προτείνω να μου κάνει μαθήματα ιταλικών;» αναρωτήθηκε παρατηρώντας το πρόσωπό του στον καθρέφτη. Τα μαλλιά του είχαν αρχίσει να αραιώνουν. «Από τώρα; Ούτε τα σαράντα δεν πάτησα ακόμη». Το σώμα του τουλάχιστον ήταν μια χαρά. Ευτυχώς δεν είχε κάνει στομάχι, όπως οι περισσότεροι συνομήλικοί του. «Και τι πειράζει; Κακό είναι να μάθω λίγα ιταλικά; Γιατί να μην αρπάξω την ευκαιρία που μου δίνεται;» Έβαλε το χέρι του στο εσώρουχο. «Πάλι καλά» σκέφτηκε «είναι ζωντανό ακόμα».

   Στο κρεβάτι αγκάλιασε τη γυναίκα του, όμως εκείνη του γύρισε επιδεικτικά την πλάτη. Η επαφή με την περήφανη στύση του, φαίνεται πως την άφησε ασυγκίνητη.

-Άσε με ήσυχη! Ψέλλισε ενοχλημένη. Όρεξη έχεις; Έχω πολλή δουλειά

αύριο.

   Ξαναπήγε στο μπάνιο εκνευρισμένος.

   Το πρωί ξύπνησε ορεξάτος. Δίπλα το κρεβάτι ήταν άδειο. Η Σοφία είχε φύγει πολύ νωρίς. Έκανε ένα ντους και κατέβηκε στην κουζίνα. Η μικρή κοιμόταν ακόμα.

-Καλημέρα!

-Buongiorno!

-Σωστά. Μόνο ιταλικά από δω και πέρα. Buongiorno, signora Claudia.

-Κλά-ουντια είναι το σωστό. Όχι Κλαούντια. Allora, mi chiamo Claudia.

Tu, come ti chiami?

-Mi chiamo Gianni.

-No, no, no. Τζάννι προφέρεται, όχι Τζιάννι. Οι περισσότεροι το λένε

λάθος. Το γιώτα δεν προφέρεται, όπως και στη λέξη ciao.

   Ο Γιάννης απολάμβανε τις fette biscottate και τη marmellata di arance που είχε ετοιμάσει η πεθερά του για πρωινό, μα πιο πολύ γευόταν την κελαρυστή φωνή της, τις όμορφες, χαριτωμένες λέξεις που έβγαιναν από τα χείλη της. Claudia! Είναι δυνατό να μη μαγευτεί κανείς από τόση ομορφιά; Δικαίως μαγεύτηκε και ο Τονίνο, ο μακαρίτης άντρας της.

-Ας μάθουμε τώρα να λέμε τι μας αρέσει. Mi piace… Αλήθεια, τι σου

αρέσει;

-Μου αρέσει να κολυμπάω στη θάλασσα.

-Mi piace nuotare sul mare. Cos’ altro? Τι άλλο;

-Μου αρέσει να διαβάζω αστυνομικά μυθιστορήματα.

-Mi piace leggere dei libri gialli. Κίτρινα τα λένε.

-Εσένα τι σου αρέσει να κάνεις;

-Mi piace cucinare… να μαγειρεύω, mi piace cantare, να τραγουδάω.

-Πώς θα πούμε «Ποιο είναι το αγαπημένο σου ιταλικό τραγούδι;»

-Qual’ è la tua canzone italiana preferita?

-Χμ, non so. Δεν ξέρω. Πώς το λένε εκείνο το τραγούδι του

Ραματζότι που χόρευες με τον άντρα σου; Ωραίο είναι. Να το βάλω να το ακούσουμε;

   Η αισθαντική φωνή του Eros γέμισε το δωμάτιο. Ο ήλιος που έμπαινε μέσα από τις κουρτίνες, η αύρα της θάλασσας, οι μυρωδιές ξυπνούσαν τις αισθήσεις. Η Κλαούντια άρχισε να λικνίζεται στον αργό, ερωτικό ρυθμό του τραγουδιού. Τραγουδούσε κι αυτή. “Se bastasse una bella canzone…” Ο Γιάννης σηκώθηκε, πλησίασε την πεθερά του και τύλιξε τα χέρια του στη μέση της. Εκείνη ξαφνιάστηκε, σχεδόν ανατρίχιασε από το αντρικό άγγιγμα. Στην αρχή ένιωσε αμήχανα και άρχισε να γελάει, όμως αυτός την έσφιξε πιο κοντά στο κορμί του. Μήπως ονειρευόταν; Είχε στην αγκαλιά του τη γυναίκα που ποθούσε τόσο καιρό χωρίς να το ομολογεί ούτε στον ίδιο του τον εαυτό. Άγγιζε το δέρμα της, μύριζε τα μαλλιά της, η ανάσα του χάιδευε το λαιμό της. Μα τι κάνει; Είναι η πεθερά του. Κι αν καταλάβει τον ερεθισμό του; Κι αν πει στη Σοφία ότι ο άντρας της τής ρίχτηκε; Είναι σκέτη τρέλα. «Ναι, είμαι τρελός. Τρελός από έρωτα. Pazzo d’ amore!»

-Μπαμπά, μπαμπά! Θέλω κι εγώ να χορέψω!

   Η Κυριακή κατέβηκε τρέχοντας τη σκάλα κρατώντας την κούκλα της και χώθηκε ανάμεσά τους πατώντας πάνω στα πόδια του μπαμπά της. Ο Γιάννης τη σήκωσε στην αγκαλιά του και συνέχισε να χορεύει φιλώντας και γαργαλώντας τη μικρή του κόρη. Το βλέμμα του έπιασε την πεθερά του να σκουπίζει διακριτικά τα μάτια της και να ετοιμάζει το γάλα της εγγονής της.

-Γιαγιά, τραγούδησε ένα ιταλικό τραγούδι. Μου αρέσει να σε ακούω να

τραγουδάς στα ιταλικά.

-Va bene. Θα σας πω ένα χαρούμενο τραγούδι να χορέψουμε όλοι

μαζί.

 E vola, vola, si sa, sempre più in alto si va

E vola, vola, con me, il mondo è matto perché,

E se l’ amore non c’è, basta una sola canzone

Per far confusione fuori e dentro di te…

-E vola vola… τραγουδούσε και η μικρή Κυριακή γελώντας και

στροβιλίζοντας τη γιαγιά της γύρω από το τραπέζι της κουζίνας.

-Έλα κι εσύ, μπαμπά!

   Ο Γιάννης ήπιε μια γουλιά καφέ κοιτώντας γιαγιά και εγγονή να ξεκαρδίζονται στα γέλια. «Λες αυτή να πάρει το ιταλικό ταμπεραμέντο; Μακάρι!» σκέφτηκε.

-Άντε, πιες το γάλα σου γρήγορα να πάμε στη θάλασσα. Μεσημέριασε.

-Γιαγιά, θα έρθεις κι εσύ;

-Όχι, tesoro, πήγαινε εσύ με τον μπαμπά σου. Εγώ πρέπει να

μαγειρέψω.

-Τι φαγητό θα φάμε;

-Τι άλλο; Spaghetti all’ italiana!

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη