«Animateur – Μέρος 8ο», μία νουβέλα της Λένας Μαυρουδή Μούλιου

Μέρος 8ο

Το ότι την διαλεύκανση της υπόθεσης την είχε αναλάβει η ομάδα των επιφανών ντετέκτιβς έκανε τον κόσμο να ενδιαφέρεται έτι περισσότερο για την περίεργη αυτή δολιοφθορά, όπως άρχισαν όλοι να πιστεύουν. Και όπως γίνεται συνηθέστατα, πολλοί ήταν αυτοί που ζήλωσαν τη δόξα των ερευνητών και αυτοδιορίστηκαν σαν ιδιωτικοί ντετέκτιβς άμισθοι μεν, ελπίζοντας δε, σε ένα κλωναράκι από το στέφανο δάφνης που οσονούπω θα στόλιζε την κεφαλή του λύτη αυτού του διατροφικού μυστηρίου.

Το τηλέφωνο του Στέφανου γεμάτο με μηνύματα ερασιτεχνών ερευνητών.

Συμβουλές, υποδείξεις. Η κοινή γνώμη δεν άφηνε το πράγμα να κρυώσει αφού πέρασε και το κρίσιμο 10ήμερο, που είναι και το χρονικό διάστημα που κρατάει σε εγρήγορση το ενδιαφέρον του κοινού.

Όλοι έψαχναν.

Αν το θέμα το έβλεπες από την πλευρά την κωμική του, είχε και τούτο το ψάξιμο την πλάκα του. Μα παρ’ όλη τη χιουμοριστική διάθεση και το γέλιο των άμεσα ενδιαφερομένων, ο Στέφανος ελάμβανε πολύ σοβαρά το γεγονός ότι, αστείο ή όχι, ο Τίτο μέρα με την ημέρα απαξιωνόταν όλο και περισσότερο κυρίως στους κύκλους της νεολαίας, που ήταν και οι βασικοί του πελάτες.

Δεν είχαν άδικο τα παιδιά. Πολλά ήταν εκείνα που έγιναν ρεζίλι στα μάτια των κοριτσιών και τούμπαλιν, που από το γοητιλίκι τους δεν έμεινε ίχνος γοητείας μετά από την χεζοκατάσταση που βρέθηκαν… Έπρεπε λοιπόν o ντετέκτιβ να βιαστεί  προτού η κατάσταση γίνει μη αναστρέψιμη.

Ο Μακρής, με τον έτερο ντετέκτιβ και τον Τίτο, έκαναν focus στην ημέρα του πάρτι, ξανά.

Έβαλαν το νεαρό να θυμηθεί την κάθε λεπτομέρεια που προηγήθηκε της έναρξης της γιορτής. Μια λεπτομέρεια του τύπου ας πούμε, αν διέκρινε κάποιον που να έμοιαζε ξένος με το περιβάλλον, κάποιον που ο ίδιος τουλάχιστον δεν είχε προσκαλέσει, αφού και σ’ αυτόν τον τομέα ήταν αυτός ό υπεύθυνος σύμφωνα με τον κατάλογο που του είχαν δώσει οι οικοδεσπότες. Κάποιον τέλος πάντων, που δεν ταίριαζε στο περιβάλλον. Και όντως θυμήθηκε ότι του είχε κάνει εντύπωση η παρουσία του κυρ Αποστόλη του Ταβερνιάρη της δικής του γειτονιάς! Τι δουλειά είχε ο άνθρωπος αυτός σε ένα πάρτι νεαρών παιδιών;

Τηλεφωνεί στην οικοδέσποινα και την ρωτά αν ήξερε κάτι γ’ αυτόν τον ‘καλεσμένο’ και εκείνη απαντά πως… όχι. Δεν τον γνώριζε.

Την παρακάλεσε να ρωτήσει τον οικοδεσπότη, τους δικούς όλους και να το κάνει τώρα, άμεσα, χθες…

Το ίδιο έκανε και με τους νεαρούς προσκεκλημένους. Τους ρώτησε έναν έναν. Δεν γνώριζε κανείς τίποτα.

Η μητέρα του μόνο του είπε, όταν της ανέφερε το γεγονός, ότι  λίγες ημέρες πριν το μοιραίο πάρτι, είχε συναντήσει τον κυρ Απόστολο και τον είχε ενημερώσει ότι ίσως χρειαστεί ο γιος της μια ποσότητα καλού κρασιού από το άριστο γιοματάρι του, που το διέθετε σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Μα επειδή ο Τίτο δεν της ξαναείπε τίποτα, πήγε η ίδια στην ταβέρνα του και τον ενημέρωσε ότι τελικά δεν θα χρειαστεί η παραγγελία γιατί και το κρασί μαζί με όλα τα άλλα ήταν από το κέτερινγκ.

(Που σημαίνει, άλλος ένας επαγγελματίας χαμένος στο βωμό του μοντέρνου προμηθευτή της όποιας γιορτής. Εξαφανισμένος άλλος ένας επαγγελματίας, όπως τόσοι και τόσοι μικροί από τους μοντέρνους ‘κολοσσούς’. Και να πεις ότι είναι και Έλληνες; Αμ δεν…)

Ο κυρ Αποστόλης ήταν ένας από τους τελευταίους εναπομείναντες μικροεπαγγελματίες της γειτονιάς που άντεχε ακόμα, οδηγούμενος από το μεράκι της συγκεκριμένης δουλειάς του. Φρόντιζε όπως έλεγε, για την ευθυμία των συνανθρώπων του και δεν ήταν επάγγελμα το δικό του παρά λειτούργημα.

Ο Μπακάλης; Ο Γαλατάς; o Mανάβης; Και ο Κρεοπώλης τελευταία, είχαν εξαφανιστεί υπό την πίεση των Super Marketς και των Λαϊκών Αγορών.

Γνωστά αυτά…

Τα έφερε αυτά λοιπόν στο νου του ο Τίτο και η υποψία τον τρύπησε σαν σουβλιά. Την είπε στο Στέφανο.

Και οι έρευνες στράφηκαν κατά ‘κει πάραυτα.

«Και δε μου λες κυρ Απόστολε, καιρό θέλω να σε ρωτήσω και το ξεχνώ. Πώς και ήσουν στο πάρτι του Τάδε; Ναι, ναι, εκείνου που συνέβη το χεζοβολιό. Ποιος σε είχε καλέσει; Γιατί κατά πώς ξέρω και κατά πώς έμαθα,  δεν γνώριζες κανέναν εκεί μέσα πλήν εμού. Για να σε προσκάλεσα εγώ και να το έχω ξεχάσει… αποκλείεται! Έχω μνήμη ελέφαντα.

Ήθελα να σε ρωτήσω τότε που σε είδα εκεί, αλλά μου διέφυγε με το κακό που επακολούθησε. Όλοι είχαν πρόβλημα εκτός από σένα. Πώς και το κατάφερες αυτό εσύ;»

«Και ρωτάς τώρα μετά από τόσο καιρό; Περσινά ξινά σταφύλια. Αν θες όμως να ξέρεις, η μάνα σου μου είχε μιλήσει για μια πιθανή παραγγελιά σου, η οποία όμως δεν έγινε τελικά και πήγα από περιέργεια να δω το γιατί».

«Και τι δουλειά είχε βρε κυρ Απόστολε η μάνα μου με κρασιά και με ξένες γιορτές; Τ’ είναι αυτά που μου τσαμπουνάς;»

«Δεν ξέρω, ρώτα την. Εγώ πήγα, είδα κόσμο, είδα βαρελάκια με βρωμόκρασο και διάφορα πιοτά και αναψυκτικά, συγχύστηκα, κάθισα λίγο και έφυγα».

«Κάθισες τόσο όσο για να κάνεις τη δουλειά σου, ε; Έως ότου βρεις την ευκαιρία να ρίξεις τη διαβολόσκονή σου εκεί που ήθελες. Από κει και ύστερα βέβαια, να μείνεις να κάνεις τι; Η θεάρεστη αποστολή σου είχε τελειώσει, χωρίς να σε πάρει είδηση κανείς».

«Τι είναι αυτά που λες παλιόπαιδο μη σου δώσω καμιά με τη μαγκούρα και δεις τον ουρανό σφοντύλι. Που βάλθηκες κι εσύ μαζί με τους γκετεράδες να καταστρέψετε κι εμένα, όπως τόσους και τόσους επαγγελματίες.

Και από πού σου τα έφεραν ρε τα κρασά και τα πιοτά; Από ποιους αμπελώνες μας λες; Της Φραντσέζας; Της Ιταλιάνας; Της Πορτογαλέζας; Από πού; Που ο διάβολος να σας πάρει όλους!

Και τα δικά μας αμπέλια τι θα γίνουν ωρέ; Χωράφια να φυτεύουμε χασίσι;

Καταραμένοι να είσαστε όλοι σας που αφανίσατε τη γη μας, τα επαγγέλματά μας, το βιος μας. Μας τελειώσατε.

Ναι, λοιπόν, ρε. Και λίγα σου έκανα βρωμόπαιδο. Λίγα. Εσύ έπρεπε, μαζί με τους ομοίους σου, να μας προστατεύετε από τα ξένα συμφέροντα. Μα δεν το κάνατε.

Ναι ρε. Εγώ το έριξα το βοτάνι και τρέξε με στα δικαστήρια.

Αυτό θέλω κι εγώ. Να τα βροντοφωνάξω στους Δικαστές για να ακούσει ο κόσμος όλος αυτά που μας πονάνε!»

Έλεγε… έλεγε ο κυρ Αποστόλης και σταματημό δεν είχε.

Και τώρα;

Τι γίνεται τώρα Στεφανή;

Πώς τον τραβολογάς σε αστυνομίες και την Ευελπίδων γέρο και πονεμένο άνθρωπο;

Αλλά και πώς αλλιώς να αποδειχτεί η αθωότητα ενός επίσης πονεμένου και κατεστραμμένου νέου;

«Και άντε και εμείς monsieur Mακρή δεν τον τραβάμε στα δικαστήρια, μα ολόκληρος κολοσσός το gettering, πώς θα αποκατασταθεί; Μας λες;

Αυτός είναι ένας, ενώ αυτοί που τη στιγμή αυτή υποφέρουν, είναι πολλοί.

Δεν ξέρω τι μέτρα θα μετέλθεις, αλλά εδώ είναι που σε θέλω να δείξεις την αξία σου και το διπλωματικό σου ταλέντο» Είπε ο Τίτο, και ήταν από τις λίγες φορές που το γέλιο δεν έλαμπε στα χείλια του πάνω.

Κάτι σπάνιο δηλαδή.

Αν κάποιος κατάφερνε τελικά να τον κάνει να πάψει να  γελά θα έκανε έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Ένα  από τα πράγματα που άξιζαν στη ζωή τούτη με πρώτη, μακράν βέβαια, την Αγάπη, ήταν και το γέλιο, αυτό που ο νεαρός σκορπούσε γύρω του και που ήταν μεταδοτικό.

Ήταν δροσερό. Σου άνοιγε την καρδιά. Σου έδιωχνε τη  μουρτζούφλα. Σου έδινε ζωή.

Αν ο Τίτο το έχανε, χανόταν και η ζωή μαζί του. Γι’ αυτό κυρ Στέφανε βάλε τα δυνατά σου.

Τώρα τον ένοχο τον ξέρεις.

Σου μένει να χειριστείς το θέμα προς όφελος όλων…

[Συνεχίζεται…]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη