«Animateur – Μέρος 6ο», μία νουβέλα της Λένας Μαυρουδή Μούλιου

Μέρος 6ο

Την επομένη μέρα της συζήτησης που είχαν με τους ντετέκιβς καθόταν μόνη της και σκεφτόταν αυτό που της είπαν ο Στέφανος με τον Παύλο. Ότι δηλαδή έπρεπε πάση θυσία να βάλει το μυαλό της όχι απλά να δουλέψει περισσότερο αλλά να το στριμώξει για τα καλά και να το αναγκάσει να δει ΠΟΙΟΣ είχε το πιο μεγάλο όφελος από την καταστροφή του Τίτο, πέραν των συναδέλφων και ανταγωνιστών του. Ποιος ήθελε, κατά τη γνώμη της, να εξαφανίσει το γελαστό παιδί που ήταν τόσο ερωτευμένο μαζί της.

Η τελευταία φράση του διάσημου ντετέκτιβ στην οποία έδωσε ιδιαίτερη έμφαση, έκανε τις σκέψεις της Βίρνας να οδηγηθούν στην ατραπό του έρωτα. Έφερε στο νου της τον Αλκίνοο, έναν δεσμό που είχε πριν την απόπειρα βιασμού της και που μετά από εκείνη τη στιγμή τον είδε να απομακρύνεται, αν και εκείνος ποτέ δεν παραδέχτηκε ότι για την αλλαγή  του έφταιγε εκείνο το  γεγονός. Μα το ένστικτο της γυναίκας άλλα της έλεγε στ’ αφτί.

Έτσι, παρά των περί του αντιθέτου λόγων του νεαρού, η Βίρνα τον χώρισε ψυχρά και αγέρωχα. Πώς μπορούσε να είναι με ένα άντρα, έστω σε μια απλή σχέση, ο οποίος έστω και από στιγμιαία αντίδραση, εκείνη νόμισε ότι την μέμφτηκε σε κάτι;

 Η συνηθισμένη δηλαδή αντρική αντίδραση: «τα ’θελε ο απ’ αυτός της»!

Στη συνέχεια ο νεαρός έκανε απεγνωσμένες προσπάθειες να την φέρει κοντά του, μα για τη Βίρνα ήταν πια αργά για πολλά πράγματα, με τη βαριάς μορφής κατάθλιψη που έπαθε, όπως θυμόμαστε όλοι.

 Αγάπη, έρωτας, φιλία, ήταν νεκρά συναισθήματα πια γι’ αυτήν.

Ο Αλκίνοος το πήρε στραβά.

Νόμισε ότι η κατάθλιψη δεν ήταν παρά μια δικαιολογία για να τον χωρίσει και ότι έπαιζε θέατρο με την έλλειψη γέλιου της.

Και θύμωσε. Θύμωσε πολύ.

Μα οι κατηγόριες του και ο θυμός του, έφεραν ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα απ’ αυτά που ίσως ήλπιζε.

Εκείνη μετέφραζε στη συμπεριφορά του έναν άκρατο αντρικό εγωισμό, έναν εαυτουλισμό (τρέμε Μπαμπινιώτη), που της προκαλούσε απέχθεια.

Κατηγορούσε τον εαυτό της που δεν είχε αντιληφθεί τον χαρακτήρα του ατόμου που λίγο ακόμη και θα γινόταν σοβαρός δεσμός, πράγμα που διέκοψε η θλιβερή ιστορία του παρ’ ολίγον βιασμού της, με τον τρόπο που αναφέραμε.

Τώρα, μετά τόσον καιρό, αναρωτιόταν πώς ο Αλκίνοος μπόρεσε να μισήσει τον άνθρωπο που την έκανε καλά, γιατί κανείς δεν το αμφισβητούσε αυτό. Άρα όχι μόνο δεν νοιαζόταν για την σοβαρότατη κατάσταση της υγείας της αλλά και πιθανότατα πίστεψε ότι η αρρώστια της δεν ήταν παρά ένα πρόσχημα.

Και ιδού η απόδειξη.

Και πώς τώρα, με τον καινούριο της δεσμό ξεχάστηκαν και αρρώστιες και φοβίες και μνησικακίες; Και πώς υπήρχε τώρα χώρος στην καρδιά της για τον έρωτα; Και πώς ξανάρχισε να γελάει; Και πώς φαινόταν ευτυχισμένη και απ’ ό,τι ακουγόταν θα επισημοποιούσε το δεσμό αυτό με τον γελωτοποιό γκόμενο, όπως τον χαρακτήριζε;

Και πώς τούτο; Και πώς τ ’άλλο;

Το μίσος του για το ζευγάρι έγινε άσβεστο. Κοινοί τους φίλοι την πληροφορούσαν γι’ αυτό και την συμβούλευαν να προσέχει.

Η Βίρνα δεν είχε τίποτα πει στον Τίτο. Δεν ήθελε να του προσθέσει επιπλέον προβλήματα. Του έφταναν τα δικά του που έμοιαζαν και άλυτα και καταλυτικά για τη ζωή και των δύο τους.

Το  παλικάρι έβλεπε μέρα τη ημέρα την καριέρα του και ό,τι μέχρι αυτή τη στιγμή έχτισε μόνος του αυτός και το γέλιο του, να καταστρέφεται.  Μα υπερήφανος καθώς ήταν δεν άφηνε κανέναν να δει το χαμό που γινόταν στο μυαλό και στην καρδιά του. Ούτε στο κορίτσι του έλεγε κουβέντα.

Ο Στέφανος που λόγω της πείρας του αλλά και λόγω της ίδιας της φύσης της δουλειάς του, ήταν και ψυχολόγος, ένιωσε τον πόνο του και με τον τρόπο του τον οδήγησε στο να του ανοίξει την καρδιά του, πράγμα για το οποίο ο Τίτο θα του χρωστούσε ευγνωμοσύνη, διότι από τη στιγμή που μοιράστηκε με τον ντετέκτιβ την απαισιοδοξία και την απελπισία του, έκανε το πρόβλημά του να μην είναι πρόβλημα, αλλά μία δυσκολία, μια αντιξοότητα της ζωής, που κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα, θα περνούσε.

Είχε συμμάχους.

Είχε φίλους.

Είχε έναν υπέροχο έρωτα με την κοπέλα της ζωής του.

Εισέπραττε αγάπη από τους ανθρώπους του, αυτούς που τον ενδιέφεραν και που πίστευαν σ’ αυτόν.

Σίγουρα η λύση δεν ήταν μακριά…

 


[Συνεχίζεται…]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη