«Animateur – Μέρος 4ο», μία νουβέλα της Λένας Μαυρουδή Μούλιου

Μέρος 4ο

Ο Τίτο ανέλαβε ένα πάρτι σε ένα από τα λεγόμενα ακριβά σπίτια των βορείων προαστίων. Το πρόγραμμα, πέραν του χορού βέβαια, περιελάμβανε ένα πολύ ενδιαφέρον θεατρικό δρώμενο. Διαγωνισμό  πρωτότυπων ανεκδότων, επίδειξη ταχυδακτυλουργίας και άλλα πολλά.

Όταν λέμε ‘ο Τίτο ανέλαβε ένα πάρτι’, εννοούμε ότι τα πάντα ήταν οργανωμένα από ‘κείνον. Από τα ποτά, τα φαγητά, τα γλυκά, μέχρι και το τελευταίο μπαλόνι που διακοσμούσε τους θάμνους του κήπου, μαζί με τα φαναράκια που φώτιζαν το μισοσκόταδο δίνοντας στον κήπο μια όψη παραμυθιού.

Πολύς ο νεαρόκοσμος αλλά και πολλοί οι γονείς, περισσότεροι εκ των οποίων είχαν δηλώσει ότι είχαν έρθει να πουν μια ευχή στον εορτάζοντα και θα έφευγαν αμέσως μετά. Γνώριζαν ότι οι νέοι πάθαιναν αλλεργία με την παρουσία τους και δεν το ’χαν σκοπό να γίνουν δυσάρεστοι στα παιδιά τους.

Ο οικοδεσπότης με τον κανακάρη του σκέφτηκαν να το τονίσουν αυτό στην πρόσκληση, μα το ξανασκέφτηκαν. Αν μη τι άλλο θα φάνταζε αγενές αλλά και περιττή παραίνεση. Μη και δεν ήξεραν από τα δικά τους παιδιά τι γινόταν σε ανάλογες περιπτώσεις;

Έτσι, έφερναν μεν τα παιδιά τους, ρίχνοντας ίσως τις σχετικές ερευνητικές ματιές τους και έφευγαν αρνούμενοι έστω ένα ποτό, ένα αναψυκτικό. Ελάχιστοι ήταν αυτοί που έμειναν για λίγο, για ένα κοκτέιλ. Και αυτή ήταν δυστυχώς η ατυχία τους.

Γιατί πριν καλά-καλά προφτάσουν να φτάσουν στα σπίτια τους έτρεχαν στις τουαλέτες και μόλις που προλάβαιναν να ανακουφιστούν από κάτι περίεργες διεργασίες των εντέρων.

Ευτυχώς να πεις ότι από τουαλέτες τα σπίτια τους ήταν πλούσια, πάνω από τρεις το καθένα, οπόταν επαρκούσαν για τους έχοντες το συγκεκριμένο πρόβλημα!

Αλίμονο όμως για τα έρμα τα παιδιά που βρίσκονταν στον χώρο του πάρτι.

Το γλέντι πριν καλά-καλά αρχίσει πήρε τραγελαφικές διαστάσεις, με τους νεαρούς να περιμένουν ουρά έξω από τα W.C., διπλωμένοι στα δυο, ονειρευόμενοι το ωραίο μπάνιο του σπιτιού τους, που τη συγκεκριμένη στιγμή φάνταζε στα μάτια τους το πιο ποθητό μέρος  του… κόσμου! Εφιάλτης!

Ο Τίτο τα είχε χαμένα. Το ίδιο και η υπερπολύτιμη βοηθός του η Βίρνα. Αναρωτήθηκε, γιατί ο ίδιος και εκείνη δεν είχαν πρόβλημα μέσα στο χάος που επικρατούσε; Τον ίδιο αέρα δεν ανέπνεαν με τους κοιλοπονούντες;

Αέρα είπατε; Ναι. Μα ποτά πήρατε; Όχι. Διότι απλά δεν προλαβαίναμε ούτε το σάλιο μας να καταπιούμε με το φόρτο της δουλειάς που έπεσε μαζεμένη,’ συμπλήρωσε τη σκέψη της η Βίρνα.

Από κει και μετά δεν ήταν καθόλου θέμα ευφυΐας να κατανοήσεις το ΓΙΑΤΙ.

Ορισμένα παιδιά είχαν πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα. Ήταν οι λάτρεις των αναψυκτικών! Ήταν φανερό ότι όσα περισσότερα είχαν πιει, τόσο περισσότερο έτρεχαν  και δεν προλάβαιναν…

Μάλιστα. Και τι λέει ο ποιητής ότι κάνουμε στην προκειμένη περίπτωση; Γιατί όσο η ώρα προχωρούσε, το ‘φαινόμενο’ και παρέμενε και έβαινε με διαρκώς αυξανόμενη τάση. Έψαχναν στον ορίζοντα για σημεία ύφεσης, μα ούτε φωνή, ούτε σημάδι  για κάτι τέτοιο.

Ο Τίτο κάλεσε δύο γιατρούς. Και γιατί δύο; Για να ανταλλάσσουν απόψεις αφ’ ενός και να προλαβαίνουν να εξετάζουν τους πάσχοντες αφ’ ετέρου. Ήρθαν λοιπόν οι ντοτόροι και απεφάνθησαν:

‘Καραμπινάτη δηλητηρίαση’.

Οι υποψίες δεν έπεσαν στο φαγητό, γιατί οι σερβιτόροι δεν είχαν προλάβει να αρχίσουν το σερβίρισμα.

Επομένως έφταιγαν τα ποτά και το νερό! Και γεννάται το εύλογο ερώτημα: αλλοιώνονται τα καλής ποιότητας ποτά και αναψυκτικά που παράγγειλε ο animateur;

Όχι βέβαια, ούτε φυσικά το αθώο νεράκι.

Ο Τίτο με τους βοηθούς του αναγκάστηκε να ειδοποιήσει πολλούς γονείς να έρθουν να πάρουν τα παιδιά τους αλλά αρκετοί εξ αυτών αδυνατούσαν, αφού όπως είπαμε είχαν παρόμοιο πρόβλημα.

Επιστρατεύτηκαν οικιακοί βοηθοί καθώς και γνωστοί των γνωστών, με τον απελπισμένο Τίτο να απαγορεύει στους πάντες να βάλουν στο στόμα τους σταγόνα ποτού ή νερού.

Τελικά οι γιατροί κάλεσαν ασθενοφόρα για τη μεταφορά πέντε – έξι εκ των παιδιών στο νοσοκομείο, καθώς η κατάστασή τους ενέπνεε ανησυχία, γιατί εκτός της διάρροιας είχαν και εμετούς και ο οργανισμός τους έπρεπε να ενυδατωθεί.

Ήρθε το 166 τα πήρε, με τους γονείς τους να πνέουν μένεα κατά του οικοδεσπότη και του διοργανωτή.

Οι μη παθόντες τώρα, την πρώτη σκέψη που έκαναν ήταν μήπως και είχε γίνει χρήση απαγορευμένων ουσιών, σκέψη όμως που δεν υιοθετήθηκε από την πλευρά των πασχόντων γονέων αφού και οι ίδιοι είχαν το πρόβλημα, χωρίς να έχουν κάνει καμιά χρήση βέβαια.

Η ανταλλαγή αυτών των σκέψεων μεταξύ πασχόντων και μη πασχόντων οδηγούσε αβίαστα στο συμπέρασμα ότι κάτι είχαν τα ποτά.

Ειδοποιήθηκε η σχετική υπηρεσία του κράτους να ερευνήσει το θέμα, με την T.V. και το ραδιόφωνο εν τω μεταξύ να πληροφορούν τον κόσμο με έκτακτα δελτία για την πορεία της κατάστασης των ασθενών αλλά και την πορεία των ερευνών.

Η κοινωνία ανάστατη και ο Τίτο μετά βίας κρατούσε την ψυχραιμία του. Γιατί δεν ήθελε και πολύ για να καταλάβει ότι η όλη ιστορία ήταν έργο δολιοφθοράς. Κάποιος θα είχε παρεισφρήσει  και κρυφά θα είχε ρίξει, όχι στα ποτήρια, γιατί όλο και κάτι τότε θα φαινόταν, αλλά στα βαρελάκια με τους χυμούς και τα αναψυκτικά, κάποια διεγερτική ουσία που μπορεί να μην ήταν μεν επικίνδυνη για τη ζωή αλλά που σκοπό είχε να φέρει το εντερικό σύστημα του ανθρώπου σε μια φάση αχαλίνωτης εκκένωσής του.

Άρα; Άρα τι; Ιδιωτικό ντετέκτιβ χρειαζόταν άμεσα! Εδώ καταστρεφόταν μια καριέρα, ένα διάσημο όνομα, ένας άνθρωπος που μόνο καλό πρόσφερε στην κοινωνία.

Και ποιος ήταν ο καλύτερος ντετέκτιβ; Ασφαλώς ο γνωστός μας Στέφανος Μακρής, μετά του βοηθού του Παύλου Παυλόπουλου.

Η συντροφιά βρισκόταν στην Φλωρεντία την εποχή αυτή μα ευτυχώς οι διακοπές τους τελείωσαν και την επομένη επέστρεφαν οίκαδε. Και το μόνο που θα έκαναν ήταν, ναι μεν να απολαύσουν το τελευταίο τους δείπνο έτσι όπως το είχαν σχεδιάσει σε ένα από τα ωραιότερα εστιατόρια της πόλης, χωρίς το γνωστό τους όμως ξενύχτι, μιας και θα έφευγαν πολύ πρωί με την πρώτη πτήση για Ελλάδα.

Ο Τίτο δεν τον γνώριζε προσωπικά τον διάσημο ντετέκτιβ Στέφανο Μακρή, αλλά τόσο ο Αnimateur όσο και όλος ο κόσμος είχε ακούσει λόγια θαυμασμού για τις ικανότητες του δαιμόνιου ντετέκτιβ.

Ο Τίτο γνώριζε την αδυναμία του ερευνητή για κάθε ταλαντούχο πλάσμα, πόσω μάλλον για ένα νέο είκοσι χρόνων, που η φήμη του είχε απλωθεί ήδη, όχι μόνον στην Ελλάδα μα και στο εξωτερικό. Ο Τίτο ήλπιζε, λοιπόν, ότι θα αναλάμβανε και την δική του υπόθεση.


[Συνεχίζεται…]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη