«Animateur – Μέρος 3ο», μία νουβέλα της Λένας Μαυρουδή Μούλιου

Μέρος 3ο

Το πάρτι της Βίρνας είχε εκπληκτική επιτυχία και θα μπορούσαμε να πούμε ότι συν τοις άλλοις, εδραίωσε τη σχέση των δύο νέων ανθρώπων υπό τις ευλογίες και των γονιών της κοπέλας. Είδαν στο πρόσωπο του χαρισματικού  παλικαριού το σωτήρα της μονάκριβής τους και η ευγνωμοσύνη τους επεκτάθηκε σε μια βαθιά και ειλικρινή γι’ αυτόν αγάπη.

Ο Τίτο, τώρα που εκείνη είχε πια τελειώσει τo σχολείο της, έκανε μια πρόταση. Να πάει να δουλέψει μαζί του. Κάτι σαν βοηθός του δηλαδή, σαν γραμματέας του, αφού δεν το είχε σκοπό να πάει στο Πανεπιστήμιο.

Δεν μπορούσε να τα κάνει όλα μόνος του. Είχε πέσει τόση δουλειά και είχε ανάγκη βοηθού. Δεδομένου ότι και ο ίδιος γνώριζε τα αρνητικά συναισθήματα των ανθρώπων της δουλειάς για το άτομό του, ήθελε δίπλα του έναν άνθρωπο να τον νοιάζεται. Και άλλος ποιος από τη Βίρνα του το μπορούσε αυτό; Χώρια που θα ήταν μαζί του συνεχώς.

Και έτσι η κοπέλα χρίστηκε βοηθός του και καθημερινώς εισέπραττε μεγάλες δόσεις γέλιου αναπληρώνοντας το γέλιο που στερήθηκε εξ αιτίας μιας προδομένης φιλίας και ενός παρ’ ολίγον βιασμού της.

***

Η θλιβερή αυτή ιστορία  έχει ως εξής:

Κοριτσάκι άβγαλτο θα λέγαμε. Το άλφα και το ωμέγα στη ζωή της, η αγαπημένη της φίλη η Ζωή, αρκετά χρόνια μεγαλύτερή της και παντρεμένη. Όλοι την θεωρούσαν μέλος της οικογένειας.

Το Λύκειο μόλις το τελείωσε η Βίρνα και η προoπτική ενός ξέγνοιαστου και πολλά υποσχόμενου καλοκαιριού ήταν προ των πυλών.

Και να την η πρώτη υπόσχεση. Η Ζωή κάλεσε τη μικρή της φίλη, στο εξοχικό της, μιας και πλέον ζούσε μόνη της αφού μετά έξι χρόνων γάμου χώρισε από τον άντρα της, τον Σπύρο.

Δεν ήταν ο Σπύρος εκείνος που ζήτησε το διαζύγιο. Ξαφνικά της Ζωής της φάνταξε ‘λίγος’. Όλα πάνω του την νευρίαζαν. Ναι μεν εκείνος επιστήμονας. Ναι μεν μοντέρνος, με χιούμορ αλλά… Πώς να το πούμε βρε αδερφέ; ΛΙΓΟΣ.

Τον έβρισκε νωθρό και όχι τόσο δραστήριο σεξουαλικά όσο αυτή θα ήθελε και άλλα πολλά.

Όταν πάψεις να αγαπάς κάποιον τα πάντα πάνω του σου δίνουν στα νεύρα και ας έζησες τόσες τρυφερές στιγμές μαζί του και ας ήσουν ερωτευμένη και ας έλεγες ότι αυτό θα κρατούσε μια ζωή. Ξαφνικά διαπιστώνεις ότι δεν ταιριάζετε. Και τον ξαποστέλνεις λέγοντάς του:

«Αγάπη μου σ’ αγαπώ, μα είμαι και λίγο μπερδεμένη. Αν δεν σε πειράζει θα ήθελα να μείνω λίγο μόνη μου, να ξεδιαλύνω τι μου συμβαίνει ακριβώς…» του είπε και άλλες τέτοιες  σαχλαμαρίτσες. Κοινώς προφάσεις εν αμαρτίαις.

Βλάκας ήταν ο Σπύρος; Δεν την ήξερε; Τόσα χρόνια μαζί της, δεν ήξερε να ξεχωρίζει, να διαβάζει πίσω από τις όποιες γραμμές της;

Και ας του μιλούσε τρυφερά και ας έκανε τη λυπημένη και ας του ορκιζόταν ότι στη ζωή της δεν έπαιζε τίποτε άλλο.

Τελικά καλά λένε ότι σε δύο ανθρώπους που χωρίζουν, πάντα ο ένας πονάει περισσότερο από τον άλλο. Και το κυριότερο, εκείνος που λέει τα τρυφερότερα λόγια αποχωρισμού, είναι αυτός που ήταν -και σίγουρα είναι- ο λιγότερο ερωτευμένος… Αυτό ακριβώς συνέβη με τη φίλη της Βίρνας. Διαζύγιο λοιπόν.

Και μετά; Τι την είχε πιάσει την κοπέλα; Μια ξαφνική ακόρεστη δίψα για σεξ.

Μα η Ζωή δεν ήταν πάντα έτσι. Νόμιζες ότι στο μυαλό της δεν υπήρχε πια παρά μόνο αυτή η σκέψη του σεξ και πώς να το ικανοποιεί. Διαρκής εναλλαγή ερωτικών συντρόφων, πράγμα όχι τόσο σύνηθες για μία κατά τα άλλα φυσιολογική κοπέλα.

Η Βίρνα δεν την καταλάβαινε τη φίλη της. Μα εκείνη, σαν πιο μεγάλη, θα πρέπει να ήξερε καλύτερα…

Με χαρά, λοιπόν, πήγε στο σπίτι της – ένα θαυμάσιο εξοχικό πλάι στο κύμα σχεδόν.

Είχε και άλλες φορές φιλοξενηθεί σ’ αυτό το σπίτι, μα τότε ήταν αλλιώς. Τώρα με το χωρισμό των φίλων της ένιωθε κάπως.

Η Βίρνα, σε μία εξομολογητική διάθεση, είπε μια μέρα:

«Ξέρεις αγάπη μου, κάποτε νόμισα ότι ήμουνα ερωτευμένη και με τους δυο σας. Τώρα πια, όπως ήρθαν τα πράγματα, μπορώ να σου το πω. Ζήλευα όσο σας σκεπτόμουνα να κάνετε έρωτα. Φαινόσασταν τόσο ερωτευμένοι… Πώς μπορέσατε να το κάνετε αυτό στον εαυτό σας και τώρα να είστε σαν δυο ξένοι; Μου λες;»

Η Ζωή δε φάνηκε να εκπλήσσεται με όσα της είπε η μικρή της φίλη, είτε γιατί πλέον δεν την ενδιέφερε ο Σπύρος, είτε γιατί ήξερε ότι τα συναισθήματά της Βίρνας είχαν σαν μόνον αποδέκτη τους την ίδια. Και πάντως δεν έδωσε την παραμικρή σημασία στην εξομολόγηση της φίλης της.

Η Βίρνα ήταν εντελώς άπειρη  και πέρα από κάτι αθώους ερωτικούς δεσμούς, που περισσότερο άγγιζαν τη σφαίρα της φαντασίας της, ουδέν. Πολλές φορές είχε ελπίσει η ίδια η φίλη της να την  μυήσει στα υπέροχα μυστικά του έρωτα, μα άφηνε εκείνη να μαντέψει την επιθυμία της αυτή. Η ίδια δεν θα της το ζητούσε ποτέ. Είτε γιατί ντρεπόταν, είτε γιατί κάτι βαθιά μέσα της τη συμβούλευε ότι ορισμένα πράγματα δεν διδάσκονται, έρχονται μόνα τους. Η διδασκαλία έχει να κάνει με… τρόπους που μετέρχονται οι ερωτευμένοι για να απολαύσουν καλύτερα το υπέροχο τούτο συναίσθημα. Επί του παρόντος, λοιπόν, αρκούνταν να είναι ερωτευμένη με τον έρωτα και μέχρι εκεί. Έτσι, με ανάμικτα συναισθήματα βρέθηκε στο σπίτι της φίλης της.

Πήγαιναν για μπάνιο σε μια θάλασσα πραγματικά σμαραγδένια και μετά πεινασμένες σαν λύκοι έτρωγαν στην ταβερνίτσα της παραλίας το φαγάκι της προτίμησής τους, με μια όρεξη που τους τη μεγάλωνε το κύμα δίπλα τους και η ευτυχία που ένιωθαν.

Μια τέτοια μέρα, λοιπόν, αφού έφαγαν και έκαναν ένα δροσερό ντους στο σπίτι, κάθισαν στη σκιερή βεράντα για μια παγωμένη μπυρίτσα ακόμα, να χαλαρώσουν λίγο πριν πάνε για την λιγόλεπτη σιέστα, κυρίως η Βίρνα, συνηθισμένη καθώς ήταν σ’ αυτήν την μεσημεριάτικη καλοκαιρινή της ξεκούραση.

Βλέπει, λοιπόν, την αγαπημένη της φίλη μια στιγμή, ζωηρή και χαρωπή να σηκώνεται και να υποδέχεται δύο νεαρούς άντρες, που ποτέ δεν κατάλαβε από πού εμφανίστηκαν.

Ντράπηκε για τη γύμνια τόσο τη δική της όσο και της Ζωής και συγχρόνως αναρωτιόταν αν οι νεαροί άντρες είχαν δικά τους κλειδιά του σπιτιού. Αλλιώς δεν μπορούσε να εξηγήσει από πού μπήκαν, αφού ούτε κουδούνι κτύπησαν, ούτε κανέναν φράκτη πήδηξαν… για να φτάσουν στον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας όπου ήταν το διαμέρισμα της Ζωής.

Ήταν φίλοι της ασφαλώς και με τον ένα από τους δύο φως φανάρι ότι κάτι έπαιζε. Πώς και δεν της είχε πει τίποτα η Ζωή; Περίεργο.

Μετά από τις συστάσεις, ενοχλημένη ακούει  κατάπληκτη τη φίλη της να της λέει:

«Μωρό μου, θα λείψω για λίγο με τον Πέτρο. Εσείς με το Μίλτο τα λέτε οι δυο σας και μετά βλέπουμε».

Μα τι είπε η Ζωή;

Και σαν τι να είχαν να πουν δύο παντάξενοι νέοι που μόλις γνωρίστηκαν με τούτον τον παράξενο τρόπο, πέρα από αυτό που ‘πρόσταζε’ το καλοκαίρι και τα νιάτα τους;

Αστραπιαία κατάλαβε τι ήταν αυτό που εννοούσε με το ‘’θα λείψω για λίγο’’ αφ’ ενός και τι περίμενε από τη Βίρνα να πουν με το Μίλτο.

Και έκπληκτη βλέπει το Μίλτο να την πλησιάζει  μετά  και να την κοιτάζει με ένα βλέμμα που ερμηνευόταν πανεύκολα.

«Α όχι φίλε, δεν…»

«Έλα τώρα μικρό. Προς τι η δυσκολία; Αν έτσι σου αρέσει, δεν έχω αντίρρηση. Ο.k, θα περιμένω για λίγο. Πρόσεξες; Είπα μόνο «για λίγο».

«Δεν θα κατάλαβες φίλε. Εσύ δεν θα περιμένεις ούτε λίγο, ούτε πολύ. ‘Καθόλου’ είναι η σωστή λέξη. Γι’ αυτό μάζευτα και άμε στο καλό».

«Παρντόν; Πώς είπατε δεσποινίς; Με διώχνετε;»

«Α γεια σου. Αυτό ακριβώς κάνω. Άντε γιατί δεν το ’χω και πολύ να σε αρχίσω στις κλωτσιές. Έχεις ακούσει για Τάε Κβο Ντο; Πρωταθλήτρια…»

«Ναι, ε; Εσύ; Έχεις ακουστά για Τζούντο; Άλλη ζώνη δεν υπάρχει να πάρω. Τις έχω πάρει και αυτές όλες, όπως θα πάρω τώρα και σένα. Και πίστεψέ με, θα το ευχαριστηθείς. Έλα, λοιπόν, άγριο και πανέμορφο μωρό να κάνουμε ένα έρωτα που κανείς δεν θα σου έχει κάνει μέχρι τώρα, γιατί κανείς δεν είναι καλύτερος από μένα στο σπορ αυτό. Δεν σου μίλησε η Ζωή; Εκείνη έχει άριστη γνώση του θέματος.

Μα πώς και δεν σου είπε τίποτα; Περίεργο. Αυτή συνηθίζει να λέει ότι σαν εμένα κανείς δεν της το έχει κάνει με περισσότερη φαντασία».

«Δεν είναι περίεργο χαζούλιακα. Φαίνεται άφησε εσένα τον ίδιο να αυτοδιαφημιστείς. Μόνο που εγώ, ευχαριστώ μα δεν θα πάρω».

«Έλα βρε κουτό και φτάνει. Μη το παίζεις άλλο δύσκολη, με κούρασες. Άντε και όπου να ‘ναι οι άλλοι θα γυρίσουν και όσην ώρα εμείς τρωγόμαστε, εκείνοι απολαμβάνουν τη ζωή. Τι την απολαμβάνουν, δηλαδή, που θα της δίνουν και καταλαβαίνει. Η Ζωίτσα, της το αναγνωρίζω, είναι ηφαίστειο. Την έζησα αρκετά φεγγάρια και την ξέρω.

 Αλλά τι σου λέω; Δεν μπορεί, αφού θα έχεις κι εσύ την ίδια εμπειρία απ’ αυτήν. Το κορίτσι είναι παντός καιρού. Το ξέρεις, δεν είν’ έτσι; Αφού μου είπε να αρχίσω εγώ και θα συνεχίσει εκείνη μαζί σου… Περνάτε καλά οι δυο σας, ε; Το απολαμβάνετε; Μη  νομίζεις, έχω πολύ μοντέρνες ιδέες επί του θέματος, δεν σε ειρωνεύομαι, ίσως να ζηλεύω κιόλας. Είστε και οι δύο κούκλες. Και μόνο που σας σκέφτομαι αγκαλιά, φτιάχνομαι. Και τι δε θα έδινα να ήμουν ο τρίτος της παρέας!»

«Καλά. Είσαι και τελείως στόκος. Όπως και να ’χει εμείς οι δυο δεν πρόκειται να κάνουμε τίποτα, ούτε τώρα, ούτε ποτέ. Κατανοητό; Άντε και δίνε του τώρα. Να μη σε κρατάμε άλλο».

«Κοριτσάκι με διώχνεις; Πες μου ότι κατάλαβα λάθος. Γιατί, κάτι τέτοιο τρελό δεν μου το έχει πει καμιά, μέχρι αυτήν εδώ την περίεργη στιγμή. Ωραία! Τα κατάφερες και με έφτιαξες για τα καλά. Μου αρέσουν τα άγρια αιλουροειδή. Και αυτό άρχισε να φαίνεται και άλλο δεν κρατιέμαι. Το βλέπεις, δεν το βλέπεις; Κρύβεται με τα μήκη και τα πλάτη του;»

Και λέγοντας αυτό, πέφτει ξαφνικά πάνω της. Την φιλάει άγρια στο στόμα και λίγο ακόμη να καταπιεί και τη θηλή της, έτσι που της ρούφηξε το στήθος τραβώντας βίαια από πάνω της το ελαφρύ νυχτικάκι της και αφήνοντάς την μόνο με το στρινγκ…

‘Κάπως έτσι γίνεται κανείς δολοφόνος’ σκέφτηκε φευγαλέα η Βίρνα. Οι σωματικές της δυνάμεις υποχωρούσαν μπροστά στις απείρως μεγαλύτερες δικές του και δεν θ ‘αργούσε να βιώσει την ‘πρώτη της φορά’ και να σιχαινόταν έτσι το σεξ δια παντός.

Βουτάει το ποτήρι το μισογεμάτο με τη μπύρα της από το τραπεζάκι πάνω της και του το σπάει στα πλευρά του.

Κάπου αλλού ήθελε να το σπάσει αλλά ήταν καλός άνθρωπος η Βίρνα. Ας μη του στερούσε το μόνο ‘όπλο’ που σίγουρα του χάρισε η φύση και που τώρα φάνταζε πελώρια τερατώδες, χωρίς να την συγκινεί ιδιαίτερα…

 Θα ήταν σαν να τον σκότωνε και το κορίτσι δεν ήταν δολοφόνος.

«Μωρέ, σαν να λέει αλήθεια τούτη δω η μικρή όταν λέει ότι δεν γουστάρει. Δεν κάνει νάζια. Φαίνεται ότι της αρέσει η Ζωή περισσότερο. Γούστα είναι αυτά. Αλλά δεν μας τα είπες έτσι κυρία Ζωή. Μα τότε εντάξει. Αλλάζει το πράγμα.

Είπα κι εγώ…»

Και μαζεύοντας τη χαμένη του γοητεία από τα πατώματα, σηκώνεται συμμαζεύοντας και τα απομεινάρια τού ανικανοποίητου ανδρισμού του και λέει την ακροτελεύτια φράση του:

«Ωραία, αγαπητή δεσποινίς. Σέβομαι τις προτιμήσεις σας. Δεν γουστάρετε μία, δεν γουστάρω δέκα. Πού να το φανταστώ;»

***

«Τι γίνεται εδώ; Τι δεν μπορείς να φανταστείς καλέ μου Μίλτο;» λέει η Ζωή, καταφθάνοντας χαρωπή και εμφανώς ξαναμμένη και ‘χορτασμένη’…

«Ρώτησε την καλή σου, Ζωίτσα μου».

«Τι συμβαίνει αγάπη μου;» ρωτάει τη  Βίρνα.

«Δεν ξέρεις, ε; Ωραία. Μάζεψε από κάτω τα γυαλιά μην πάθετε και κανένα ατύχημα και κόψετε κανένα πόδι ή και το λαιμό σας» της λέει σαρκαστικά η Βίρνα.

«Ο κύριος μόλις ξεκουμπιζόταν, όπως θα κάνω βέβαια κι εγώ».

Και γυρίζοντας κατακόκκινη, εξαγριωμένη, απελπισμένη και σχεδόν γυμνή, πηγαίνει στο δωμάτιό της. Κλειδώνει την πόρτα και αρχίζει να κλαίει σιγανά.

Νιώθει διπλά προδομένη, τόσο από τη φίλη της όσο και από τον εαυτό της, που δεν μπόρεσε να αμυνθεί και δέχτηκε τα χυδαία φιλιά του παρ’ ολίγον βιαστή της.

Η κοπέλα δεν ήταν ζώο. Αλλιώς την είχε φανταστεί τη στιγμή που, ναι, θα ‘έβλεπε’ την αγάπη της να μην αντέχει άλλο. Όπως της είπε αυτό το κτήνος, ο Μίλτος. Τελείως διαφορετικά θα ήταν. Τελείως όμως… Και η Ζωή;

Δεν την ήξερε τη φίλη της με τον έστω υπερβολικό ρομαντισμό της και κυρίως, την έλλειψη πείρας της; Τότε, γιατί της το έκανε αυτό;

Και η Βίρνα μέσα σε μια στιγμή την ξέγραψε. Την έβγαλε από την καρδιά της και από τη ζωή της. Δεν άντεχε να την ξαναδεί. Και εκείνα τα υπονοούμενα για τις σχέσεις των δύο γυναικών; Τι ήταν αυτά;

Θεέ μου να φύγει. Να μη την ξαναδεί ποτέ. ΠΟΤΕ.

Και ας πονούσε τόσο πολύ, γιατί μάρτυράς της ο Θεός πόσο πολύ την είχε αγαπήσει.

Και ταξί να μην έβρισκε θα έφευγε με τα πόδια, ήταν νωρίς ακόμα. Η ώρα της σιέστας δεν είχε τελειώσει. Εκείνο που τελείωσε ήταν το καλοκαίρι της, που μόλις είχε αρχίσει. Τελείωσε μαζί με τη φιλία της, που την νόμιζε βαθιά, μα ήταν πιο ρηχή και από τη θάλασσα στο σπίτι απ’ έξω…

Ένιωσε σαν κάτι να πέθανε μέσα της.

Θα έλεγε κανείς ότι γλύτωσε από ένα βιασμό και ότι έχασε μια αγάπη, μα  για τη Βίρνα δεν ήταν ακριβώς έτσι, ούτε τόσο απλό.

Είχε επενδύσει πολλά στη φιλία της και προδόθηκε.

Χειρότερα και από τον παραλίγο βιασμό της…


[Συνεχίζεται…]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη