«Animateur – Μέρος 21ο», μία νουβέλα της Λένας Μαυρουδή Μούλιου

Μέρος 21ο  – Το τέλος της νουβέλας

Από τέτοια επεισόδια γεμάτη η ζωή της οικογένειας του Τίτο.

Ευτυχώς δεν συνέβη τίποτα άλλο το σοβαρό καθώς τελείωνε η Full Season του καλοκαιριού. Σε λίγο θα άνοιγαν τα σχολεία. Που σημαίνει λιγότερη  κούραση και επιτέλους να φύγει η ένταση και τα νεύρα των πάντων, από τη διεύθυνση μέχρι τον τελευταίο υπάλληλο, που ήταν όλοι στην τσίτα.

Όμως, δεν επιτρεπόταν εφησυχασμός. Όταν έχεις να κάνεις με παιδιά που όσο και αν τα προσέχεις είναι απρόβλεπτα, σαν μία μη προαναγγελθείσα νεροποντή από την Ε.Μ.Υ  μέσα στη ντάλα του καλοκαιριού (στην κακή περίπτωση) ή σαν αλκυονίδα ημέρα στο καταχείμωνο (στην καλή περίπτωση)…

Στις οργανωμένες εκδηλώσεις τα πράγματα μπορούσαν να βρίσκονται υπό έλεγχο.

Θα πω κάτι άσχημο, αλλά έτσι το βλέπω. Σε αυτές τις οργανωμένες εκδηλώσεις, τα παιδιά ήταν μαντρωμένα και οι επόπτες πολλοί. Επομένως υπήρχε έλεγχος. Όταν όμως οι μπόμπιρες ήταν ξαμολημένοι και οι γονείς τους στα μπαρ και στο χαρτί, τι εποπτεία να τους έχει και ο υπεύθυνος του Πάρκου; Γι’ αυτό κάθε λίγο και λιγάκι ακουγόταν από τα μεγάφωνα μια φωνή να λέει: «Παρακαλούμε, μην αφήνετε τα παιδιά, κυρίως αυτά μέχρι οκτώ ετών, μόνα τους. Η δική μας επίβλεψη δεν αρκεί χρειάζεται και η δική σας. Προσοχή. Επαναλαμβάνουμε το μήνυμα…»

Και βέβαια οι παραινέσεις των υπευθύνων δεν εμπόδισαν την αταξία και απροβλεψιμότητα των παιδιών για να δημιουργηθεί ένα άλλο, πάλι σοβαρό επεισόδιο στον «Παράδεισο των παιδιών».

Μια πανέμορφη μικρούλα πέντε ετών, βρέθηκε να περιφέρεται σε ένα χώρο όπου υπήρχαν καταστήματα με παιχνίδια και να κλαίει με αναφιλητά.

Κάποιος από τους επόπτες πλησίασε το κοριτσάκι να το ρωτήσει πού είναι η μαμά ή ο μπαμπάς ή όποιος τέλος πάντων την είχε φέρει μέχρι το Πάρκο.

Μα από το κλάμα του παιδιού δεν καταλάβαινε ο χριστιανός τι του έλεγε. Την παίρνει μαζί του μέχρι το μπαρ να της δώσει λίγο νεράκι, ένα αναψυκτικό τέλος πάντων να την συνεφέρει κάπως, να τη δροσίσει, έκανε ακόμη πολλή ζέστη, μα η μικρή δεν έπινε τίποτα, παρ’ όλη τη δίψα της – ου φαινόταν από τον τρόπο που κοιτούσε τα αναψυκτικά.

Βρε καλή μου! Βρε χρυσή μου! Τίποτα η μικρή.

Με τα πολλά κατάφερε να ψελλίσει: «η μαμά λέει να μη παίρνω τίποτα από έναν ξένο. Όμως εγώ τώρα διψάω πολύ. Τι να κάνω;»

«Πολύ καλά σου λέει η μανούλα σου. Αλλά για πες μου τώρα πού είναι η μαμά σου;»

«Πού να ξέρω; Μάλλον σπίτι θα πρέπει να είναι».

«Και δε μου λες ομορφούλα, εσένα ποιος σε έφερε σε τούτο το ωραίο Πάρκο;»

«Δε με λένε ομορφούλα, Μαιρούλα με λένε. Και εδώ με έφερε η νταντά μου».

«Και η νταντά σου; Πού είναι η νταντά σου μωρό μου;»

«Δεν ξέρω. Αν ήξερα δεν θα ήμουνα μόνη μου τώρα…»

«Πολύ σωστά μου τα λες. Δε θέλω να κλαις. Θα τη βρούμε»

Ο Επόπτης οδήγησε τη μικρή σε έναν όμορφο χώρο που έγραφε απ’ έξω σε μια ταμπέλα:

«ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΕΙΤΕ  ΜΑΣ. ΕΙΔΙΚΟΙ ΣΤΗ ΛΥΣΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΩΝ ΣΑΣ»

Ήταν σαν να λέμε, ένα πρώτων βοηθειών προβλημάτων – σαν αυτό της μικρής. Χώρος, δηλαδή,  απολεσθέντων παιδιών. Με τόσο κόσμο εκεί μέσα λίγο να διέλαθε την προσοχή σου το πιτσιρίκι, χάνονταν σε μια θάλασσα αγνώστων σ’ αυτό προσώπων, πράγμα τρομερά επικίνδυνο βέβαια.

Πάνω στο εισιτήριο υπήρχε η φωτογραφία του κτιρίου και δύο επεξηγηματικές φράσεις του σκοπού που εξυπηρετούσε αυτό.

Φαίνεται ότι τέτοια φαινόμενα ήταν συχνά για να φθάσουν στο σημείο ακόμη και να σε προϊδεάζουν για το ενδεχόμενο να χάσεις το παιδί σου εκεί μέσα, και τι πρέπει να κάνεις εσύ, σε μια τέτοια περίπτωση.

Έλα όμως που η παραίνεση ήταν γραμμένη σε πολλές γλώσσες, όμως της Γερμανικής εξαιρουμένης και δυστυχώς η μόνη την οποία γνώριζε η περί ης ο λόγος νταντά. Και όχι μόνον αυτό, αλλά όπως απεδείχθη αργότερα και τα ίδια της τα γερμανικά δεν ήταν διόλου άψογα αλλά του τύπου:

« Σέντσαν Γιάννημ;»

«Μέντσαν.»

«Τσαλς τσέντσαν;»

«Τσέντσαν!»

Ελληνικά ήταν αυτά έτσι; Μεθερμυνευόμενα:

 «Σε έντυσαν Γιάννη μου;

«Με έντυσαν.»

«Τους άλλους τους έντυσαν;»

«Τους έντυσαν.»

Που σημαίνει ότι και με την ίδια την Μέρκελ ήταν πιθανόν να μην μπορεί να συνεννοηθεί η νταντά. Καλά. Και πώς οι εύποροι πλην αδαείς γονείς δεν φρόντισαν να το γνωρίζουν αυτό; Επειδή η κοπέλα ήταν γερμανίδα σημαίνει και απαραίτητα να γνωρίζει καλά γερμανικά για να τα μάθει η κορούλα τους;

Δηλαδή συλλήβδην οι Έλληνες γνωρίζουν την ελληνική;

Συμπέρασμα: Ούτε από την μικρή μπορούσαν να μάθουν περισσότερες πληροφορίες, ούτε από την γερμανίδα. Η οποία δυστυχώς μεσ’ τον πανικό της που έχασε την Μαιρούλα έλεγε λόγια που δεν καταλάβαινε ούτε η ίδια.

«Ήταν που ήταν στραβό το κλίμα, το έφαγε και ο γάιδαρος…»

Έτσι η μεν μικρά στο κτήριο «πρώτων βοηθειών απολεσθέντων παίδων» η δε νταντά στο «πρώτων βοηθειών απολεσθείσης υγείας».

Μεταξύ των δύο κτηρίων μια αρκετά μεγάλη απόσταση, μα αυτό δεν έπαιζε ρόλο. Ο ρόλος που παιζόταν ήταν ότι δεν συσχέτισαν από την αρχή τις δύο περιπτώσεις για να βγάλουν αμέσως νόημα.

Δεν έβγαινε λοιπόν νόημα και όσο η ώρα περνούσε χειροτέρευαν και τα δυο περιστατικά στα κτίρια «πρώτης βοήθειας».

Πήγε ο Τίτο πρώτα στη μικρή Μαιρούλα, έκανε τα μαγικά του κόλπα, έβαλε εμπρός την έμφυτη μηχανή της ψυχολογίας που διέθετε το ταλέντο του και γρήγορα κατάφερε να την ησυχάσει μεν αλλά δεν μπόρεσε να διαφωτιστεί για το πώς θα βρισκόταν η νταντά, αν πίστευαν τα λόγια της μικρής και ήταν αυτή η συνοδός της.

«Μαιρούλα μου, εσύ μας είπες πώς σε λένε. Για την νταντά σου δεν είπες τίποτα. Πώς την λένε στα αλήθεια να σου την βρούμε και να στην φέρουμε;»

«Την λένε φροϊλάιν Ντι».

«Μπράβο το κορίτσι μου. Μπράβο. Άκουσε με τώρα. Πηγαίνω να ψάξω να την βρω. Και όσο εγώ θα ψάχνω, εσύ θα πιεις αυτό το γαλατάκι που σου έφερε ο Μιχάλης, θα φας και το τοστ σου, να μην πονάει η άδεια κοιλίτσα σου, και όλα καλά. Ναι;»

«Μμ… μμ… μμ. Θέλω και πίτσα!»

«Και πίτσα Μιχάλη σε παρακαλώ. Και πίτσα για την Μαιρούλα!»

Και φεύγει ο Τίτο βαθιά προβληματισμένος αν έπρεπε να ειδοποιήσει ή όχι την αστυνομία.

Βάζει τους εποπτεύοντες να φωνάζουν από τα μεγάφωνα… «Παρακαλούμε την φροϊλάιν Ντι να προσέλθει στο γραφείο του διευθυντή».

Και πώς να προσέλθει η έρμη αφού ούτε καταλάβαινε τα λόγια, μα ούτε ήταν σε θέση να τα καταλάβει στο χάλι που βρισκόταν. Και επιπλέον απ’ όλη αυτήν την έκκληση το μόνο ίσως που θα καταλάβαινε θα ήταν το όνομά της. Αυτό μάλιστα. Ήταν ευκρινές. Χωρίς ιδιωματισμούς, διαλέκτους και δεν συμμαζεύεται. Φροϊλάιν Ντι. Καθαρότατο.

Έτσι όμως που την είχαν με ηρεμιστικά στο κλιματιζόμενο κτίριο με κλειστά τα παράθυρα, πώς να ακούσει κάτι η φροϊλάιν Ντι;

Δες όμως αν θέλει η τύχη σου να σου παίξει παιχνίδια! Τα παίζει η άτιμη και καρφί δεν της καίγεται για το τι τραβούν τα ανθρώπινα όντα.

Περνούσε η ώρα και καμία εξέλιξη.

Στην φροϊλάιν είχαν βάλει ορό γιατί από την ταραχή της την έπιασε ένας ακατάσχετος έμετος και φοβήθηκε ο γιατρός για αφυδάτωση.

Ο ορός τελείωσε και έστειλαν τον νοσοκόμο να φέρει έναν καινούργιο.

Και με το που βγήκε ο νοσοκόμος από το κτίριο, άκουσε το μεγάφωνο και υπέθεσε, και πολύ σωστά το έκανε, ότι επρόκειτο για την κοπέλα που φρόντιζαν στο ιατρείο.

Γυρίζει πίσω και πληροφορεί τον γιατρό για αυτά που άκουσε.

Εκείνος ειδοποιεί τον διευθυντή, ο οποίος με μια ανάσα ελπίδας καταφθάνει στο ιατρείο.

Βλέπει την κοπέλα, την ρωτάει αν είναι η φροϊλάιν Ντι.

Του απαντάει «Ναι» με ένα νεύμα και παρά την προσπάθεια του Τίτο να αποσπάσει περισσότερες λεπτομέρειες δεν κατάλαβε λέξη, αν και τα γερμανικά του ήταν επιπέδου Goethe Zertifikat B2, το αντίστοιχο αγγλικό Lower. Λίγη σημασία είχε όμως αυτό.

Στέλνει τον νοσοκόμο στο άλλο κτίριο μαζί με έναν υπάλληλο του πάρκου, να φέρουν την μικρή, ελπίζοντας να λήξει ευνοϊκά η ιστορία.

Όπως και έγινε.
Τέλος καλό, όλα καλά λοιπόν…

Με έναν πειρασμό να καταλαμβάνει τον Τίτο να συμβουλεύσει τους γονείς, ότι αν ήθελαν να μάθει η  Μαιρούλα Γερμανικά από τα γεννοφάσκια της ας φρόντιζαν η νταντά της να γνωρίζει επαρκώς τη γλώσσα.

Αυτό δεν ήταν βέβαια ούτε της αρμοδιότητάς του  animateur, ούτε θα ήταν εκείνος που θα γινόταν  αιτία να χάσει τη δουλειά της μια εργαζόμενη κοπέλα έστω και Γερμανίδα!…

Αυτό ήταν δουλειά των γονέων της. Ας ήταν λιγότερο σνομπ και περισσότερο υποψιασμένοι. Όλοι οι άνθρωποι δεν κάνουν για όλες τις δουλειές.

Α, μα πια.

Μα ο Τίτο, εδώ και καιρό ένιωθε  πολύ μεγάλη κούραση.

Δεν άντεχε άλλο τις εντάσεις.

Είχε χάσει μεγάλο μέρος της αμεριμνησίας του, του κεφιού και του γέλιου του ακόμα. Ήταν πλέον και πενήντα ετών.

Τα παιδιά του μεγάλωσαν και τα άγχη τους, με τα σχολεία με τις δραστηριότητές τους τις ξένες γλώσσες τα αθλητικά τους και άλλα, είχαν σαν αποτέλεσμα πατέρας και παιδιά να μη συναντιόνται ούτε και τις Κυριακές.

Αυτό ήταν κάτι που ο Τίτο δεν το θεωρούσε «επιτυχημένη” ζωή.

Εκείνο που πάντα πρέσβευε, ήταν η επαφή, η συντροφικότητα.

Εδώ κινδύνευαν να μην έχουν καιρό ούτε για ένα τηλέφωνο. Δεν πήγαινε άλλο.

Και η Βίρνα;

Στην ουσία μόνη της!

Με τον άντρα της; Όχι.

Με τα παιδιά της; Όχι.

Τι γίνεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις φίλε ψυχολόγε;

Ρωτάμε εσένα. Γιατί αν απευθυνθούμε σε δικηγόρο την ξέρουμε τη συνέχεια. Και αυτό  είναι κάτι που δεν το άξιζε το γελαστό παιδί και η μεγάλη αγάπη  της ζωής του.

Η ζωή όφειλε να ανταμείψει αλλιώς αυτό το ζευγάρι.

Είχε προσφέρει κάτι πολύ σπουδαίο.

Την καλώς εννοούμενη διασκέδαση και το ζωογόνο γέλιο.

Και ο Τίτο το αποφάσισε.

Η προσφορά του η επαγγελματική τελείωσε.

Το γέλιο του θα ήταν πλέον εθελοντική προσφορά και αυτό όταν του το επέτρεπαν οι οικoγενειακές του ασχολίες.

Απόλυτος χώρος στη ζωή του, πρώτα στις δύο του κούκλες και τους  δύο λεβεντονιούς του.

Αν και μόνον πενήντα ετών, ήθελε να δει τον εαυτό του με την ρομπ ντε σαμπρ του και τις παντόφλες του και την πολυθρόνα του, με μια στοίβα εφημερίδες και περιοδικά στο τραπεζάκι πλάϊ του.

Ήθελε να παίξει τάβλι με τους φίλους του  το Στέφανο,  τον Παύλο και το Σωτήρη. Να παίξει μια καλή παρτίδα σκάκι με τους γιους του. Ήθελε να τραγουδήσει  με συνοδεία κιθάρας που θα έπαιζε η κόρη του.

Γι‘ αυτόν και την οικογένειά του άρχιζε μια καινούρια φάση ζωής προς τα έσω. Την είχαν  αυτή την πολυτέλεια την οικονομική. Θα την απολάμβαναν.

Τη διεύθυνση του ΑLLOU FUN PARK δεν μπορούσε να την εγκαταλείψει βέβαια. Δεσμευόταν με συμβόλαιο. Δεν ήταν όμως και ανάγκη να βρίσκεται και συνεχώς παρών όλη την ημέρα.

Είχε άξιους συνεργάτες που τον σέβονταν, τον εκτιμούσαν και τολμούσε να πιστεύει ότι και τον αγαπούσαν. Οπόταν όλα καλά…

Όλες του οι επιχειρήσεις ήταν οργανωμένες με τέτοιο τρόπο που κατάφερναν να κυλούν ρολόι.

Αυτός και η Βίρνα ονειρευόντουσαν πλέον να μοιράζουν το χρόνο τους σε ταξίδια εκτός Ελλάδος, στις χώρες που τα παιδιά τους έκαναν τα μεταπτυχιακά τους αμέσως μετά τη λήξη του συμβολαίου του.

Είχε δικαίωμα να ονειρεύεται. Δεν είχε;

Από πότε εργαζόταν; Από την κοιλιά της μάνας του μήπως;

Αναρωτιέται πώς άντεξε η υγεία του μέχρι τώρα σε τόσο έντονους ρυθμούς… Άρα δίκιο έχουν όσοι λένε ότι το γέλιο λειτουργεί σαν ασπίδα κατά των ασθενειών, όχι μόνο ης ψυχής αλλά και του σώματος.

Και αυτός ήταν Δόξα Σοι ο Θεός γερός σαν ταύρος.

«Δε θα υποστείλω τη σημαία μου τώρα. Απλά θα είμαι λιγότερο επαγγελματίας» σκεπτόταν.

«Μα γιατί το λέω και το ξαναλέω; Προσπαθώ τάχα να πείσω τον εαυτό μου; Ωραία… Δεν έχω παρά να δοκιμάσω.»

*

…Οι γιοί του επιτυχημένοι δικηγόροι πλέον. Πώς το κατάφεραν τα παιδιά του αυτό, με το περί δικαίου αίσθημα με το οποίο μεγάλωσαν;

Αυτοί ήταν πολέμιοι της ψευτιάς, της αδικίας και τώρα θα την υπερασπιζόταν;

Αμ η Λένα του;

Γιατρός; Το κοριτσάκι του;

Μα αυτή μέχρι χθες έβλεπε αίμα και την έπιαναν τα κλάματα. Φόβος και τρόμος ακόμη και σε ταινίες τρόμου όταν έβλεπε αίμα, ενώ ήξερε ότι ήταν τοματοπελτές.

Και τώρα νυστέρι και αίμα στο ανθρώπινο κορμί !

Γιατρός το τρυφερό του κοριτσάκι; Χειρουργός; Είναι δυνατόν να συμβαίνει τέτοια κοσμογονία στην οικογένειά του!

Είναι Τίτο μας. Είναι.

Δεν είσαι εσύ που έλεγες «Καθένας εφ’ ω ετάχθη»;

Για να δούμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα.

«Ένα εύχομαι στα παιδιά μου. Ό,τι και αν διάλεξαν να  το υπηρετήσουν άψογα. Μετριότητα στην οικογένεια του Τίτο δεν είναι νοητή».

Με δυο λόγια έκαναν τον πατέρα τους υπερήφανο.

Άξια παιδιά, άξιων γονιών.

*

Και έρχεται ένα καλοκαίρι στην Ελλάδα που δεν πρόκειται εύκολα να ξεχαστεί.

Ένας φονικός καύσωνας μία εφιαλτική ζέστη που άρχισε να σκοτώνει ανθρώπους μιας κάποιας ηλικίας και να γεμίζει τα νοσοκομεία με θερμοπληξίες, ηλιάσεις και τα κοιμητήρια να μη χωρούν άλλους νεκρούς.

Ο καύσωνας αυτός έμεινε στην Ιστορία. Πώς λέμε ΚΑΤΟΧΗ και εννοούμε τη Γερμανική Κατοχή, έτσι λέμε καύσωνας και εννοούμε το φρικτό εκείνο καλοκαίρι.

Ο Τίτο γύριζε τα Νοσοκομεία και έδινε κουράγιο σε μικρούς και μεγάλους οπλίζοντας τους με κουράγιο, δίνοντάς τους ελπίδα με το γέλιο και την ευθυμία του γιατί ο Τίτο ήξερε τη δύναμη που είχαν όλα αυτά πάνω στην αρρώστια.

Στους αρρώστους έδινε αληθινές παραστάσεις και όσοι τον γνώριζαν έλεγαν ότι ήταν οι πιο πετυχημένες του.

Μα το είχε παρακάνει. Θαρρείς και προκαλούσε την αρρώστια, το θάνατο, ξεχνώντας ότι δεν είναι παρά ένας ευάλωτος άνθρωπος κι αυτός όπως όλοι.

Και ο καύσωνας τον κτύπησε άσχημα. Στο νοσοκομείο οι γιατροί έδιναν μάχη να τον κρατήσουν στη ζωή.

Είχε έναν παραληρηματικό πυρετό πάνω από σαράντα, με εξωτερική θερμοκρασία ατμόσφαιρας το σαράντα τέσσερις βαθμούς Κελσίου υπό σκιάν.

Στο παραλήρημά  του, ένα από τα πιο δύσκολα βράδια του, τον άκουσαν να λέει:

«Πώς βρεθήκατε εσείς όλοι εδώ; Είστε Έλληνες;

E, λοιπόν, δεν ήξερα ότι η Ελλάδα είχε τόσους animateur.

Μωρέ μπράβο μας! Μπράβο μας!

Τι;

Ήρθατε να με πάρετε; Να πάμε πού βρε παιδιά;

Έχουμε παράσταση με τους  αγγέλους; Έχουν αλήθεια και αυτοί ανάγκη από γέλιο; Δεν το ήξερα, μα τω Θεώ.

Λυπήθηκαν για το κακό που έπεσε στη χώρα και θέλουν λίγο να χαμογελάσουν; Ε, να πάμε βρε παιδιά… Να πάμε…

Χαλάσαμε ποτέ χατίρι σε κανέναν; Θα το χαλάσουμε τώρα στους αγγέλους;»…

Και οι animateur τον πήραν μαζί τους και τη νύχτα εκείνη ταξίδεψαν για μακριά.

Φαίνεται δε ότι σκόρπισαν τόσο γέλιο στα ουράνια, που έφερνε δάκρυα στα μάτια των αγγέλων.

Και τα δάκρυα έγιναν βροχή και η βροχή δρόσισε τον αέρα, δρόσισε τα σπίτια που έβραζαν σαν θερμοσυσσωρευτές, πότισε τα δέντρα και τα φυτά και το καλοκαίρι ισορρόπησε και έγινε κανονική εποχή…

Και είπε ο κόσμος:

Κοίταξε βρε παιδί μου, τσ, τσ, τσ!!!

Ο άνθρωπος αυτός και πεθαμένος ακόμη προσφέρει στους ανθρώπους ζωή.

Έφυγε στα πενήντα έξι του χρόνια και μέσα σ’ αυτά συμπύκνωσε  μια ζωή γεμάτη, με ουσία με περιεχόμενο με ουσία…

Τ  Ε  Λ  Ο  Σ

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη