«Animateur – Μέρος 20ο», μία νουβέλα της Λένας Μαυρουδή Μούλιου

Μέρος 20ο

Και εκεί που συζητούσαν ακούγονται φωνές, και καταφθάνει ασθμαίνων ένας από τους υπαλλήλους  να ενημερώσει τον διευθυντή ότι κάτι τα σοβαρό συνέβαινε στο ‘Μύλο’.

Έπαθε κάτι ο μηχανισμός και ο μύλος ακινητοποιήθηκε με έναν πιτσιρίκο να έχει βρεθεί ψηλά. Μόνος του μέσα στη μικρή καμπίνα να κλαίει κα να οδύρεται εκεί ψηλά στα ουράνια και κανείς να μη μπορεί να του προσφέρει βοήθεια όση ώρα οι τεχνικοί προσπαθού-σαν να διορθώσουν τη βλάβη.

Η μάνα του παιδιού να τσιρίζει δικαιολογημένα και να απειλεί Θεούς και Δαίμονες αν το παιδί της πάθει κακό.

Και πώς να την καθησυχάσεις καθώς και στο μικρό σε τέτοιο ύψος που ήταν δεν έφθαναν οι παρηγορητικές φωνές όλων ούτε και με τα μεγάφωνα.

Η ώρα περνούσε και ο μικρός έκανε κάτι σαν ακροβατικά, κάπως σαν να ήθελε να βγει από κει μέσα.  Καημένε μικρέ! Να βγεις να πας πού αγόρι μου;

Από κάτω εντωμεταξύ, είχε απλωθεί ένα δίχτυ ασφαλείας σαν αυτά των ακροβατών που όμως δεν μπορούσε να είναι αποτελεσματικό, γιατί, μεταξύ του μικρού και του διχτιού μεσολαβούσαν επικίνδυνες σιδεριές το ίδιο επικίνδυνες με το τσιμέντο του δαπέδου. Τα λεπτά περνούσαν, η βλάβη δεν διορθωνόταν παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες των ειδικών, που ακόμα δεν την  είχαν εντοπίσει καν.

Κάποιος ειδοποίησε τα media (όχι που θα τ’ άφηνε) και αυτά θα έφθαναν οσονούπω, και με τις αναμεταδόσεις τους και τον υπερθετικό τους βαθμό ναι μεν θα ενημέρωναν ως όφειλαν τον κόσμο για τα δραματικά τεκταινόμενα, θα μεγάλωναν όμως τον πανικό των οικείων του παιδιού όχι μόνο της μάνας του φυσικά.

Και βέβαια  μεγαλύτερη δυσφήμιση για το Αllou fun Park δεν μπορούσε να  υπάρξει. Ο Διευθυντής τα είχε χαμένα.

Ο Τίτο, ζήτησε να του επιτρέψουν να βοηθήσει.

Π  Ω  Σ  φίλε; Π  Ω  Σ ;

Ζήτησε έναν γερανό να τον ανεβάσει στο μέγιστο των δυνατοτήτων του. Κοντά όσο γινόταν, στο μικρό. Όχι βέβαια για να τον κατεβάσει. Κάτι τέτοιο θα ήταν παρακινδυνευμένο, αλλά για να τον ηρεμήσει, να τον καθησυχάσει με  τον τρόπο που μόνον αυτός ήξερε τόσο καλά.

Έτσι και έγινε.

Αν μη τι άλλο, το παιδί είχε συντροφιά εκεί πάνω, και μάλιστα ΠΟΙΟΝ; Τον πολυαγαπημένο των πιτσιρικιών όλης της χώρας.

Κι οι τεχνικοί με ηρεμία επιτέλους χωρίς τη δικαιολογημένη ψυχολογική πίεση, να μπορέσουν να βρουν και να διορθώσουν τη βλάβη για να κατεβάσουν το παιδί.

Κα πράγματι αυτό έκαναν.

Κατέβασαν το παιδί την ίδια στιγμή που τα συνεργεία τα τηλεοπτικά κατέφθαναν. Έχασαν το πλούσιο ενσταντανέ και την βαρύγδουπη είδηση.

Είδαν τον πασίγνωστο διασκεδαστή στα ουράνια και αναρωτήθηκαν τι ζητούσε ο άνθρωπος εκεί πάνω;

Έλα μου ντε

Να μην αυξηθεί λοιπόν μετά απ’ αυτό, η δημοφιλία του Τίτο;

Αποστολή του λοιπόν όχι μόνο να διασκεδάζει μα να σώζει και ζωές; Διότι ο μικρός κινδύνευσε όχι μόνο να πέσει από κει πάνω και να γίνει αλοιφή αλλά και από κάποιο βραχυκύκλωμα, όσην ώρα οι τεχνικοί μαστόρευαν, αφού δεν είχαν μπορέσει να απομονώσουν την παροχή ρεύματος καν, που τελικά οφείλονταν σε λανθασμένη συνδεσμολογία των ηλεκτροφόρων συρμάτων, αν καταλάβαμε καλά.

Ο Διευθυντής, δεν δέχτηκε περεταίρω διορθώματα και μπαλώματα του μύλου. Τον αχρήστευσε. Η επιχείρηση θα έχανε βέβαια ένα σεβαστό ποσό χρημάτων αλλά δεν έπαιζε ο άνθρωπος με τις ζωές των παιδιών και την πλήρη απαξίωση του Πάρκου. Διέταξε το κλείσιμό των εγκαταστάσεων.

Χωρίστηκε ο χώρος  σε τομείς και ελέγχθηκαν τα πάντα λεπτομερώς.

Σε όποιον τομέα ξανασυνέβαινε περιστατικό σαν αυτό που συνέβη στον μικρό επισκέπτη, θα σήμαινε άμεση απόλυση του υπευθύνου χωρίς την παραμικρή αποζημίωση…

‘ Όχι κύριοι, Δεν παίζουμε με την ασφάλεια, με τη ζωή των επισκεπτών μας, κάτι το αυτονόητο βέβαια’ είπε ο διευθυντής.

‘’Ανανέωση χρειαζόμαστε στα πάντα, ακόμη και, κυρίως  σ’ αυτήν, στην Διεύθυνση .’’είπε ο διευθυ-ντής. Και για μια ακόμη φορά παρακάλεσε τον Τίτο να κάνει δεκτή την πρότασή του, με έναν μισθό τ’ ονείρου και με το ελεύθερο να κάνει ο ίδιος όποιες αλλαγές επιθυμούσε, ακόμη και αν ήθελε να ξηλώσει το Πάρκο όλο.   Ακόμη και την μετονομασία του σε ‘’Παιδικό Παράδεισο’’ αν δεν του άρεσαν οι ξενόγλωσσες ονομασίες. Είναι περίεργο, αλλά σχεδόν παρακαλούσε τον Τίτο να δεχτεί.

Ο Τίτο υποσχέθηκε να του απαντήσει σε δύο, με τρεις ημέρες είτε θετικά είτε όχι. Όποια όμως και αν ήταν η απάντηση θα ήταν οριστική.

«Και σε περίπτωση που κάνω αποδεκτή την πρότασή σας το πρώτο μου μέλημα θα είναι η πλήρης επάνδρωση ενός ιατρείου με μόνιμους εναλλασσό-μενους γιατρούς και πλήρως εφοδιασμένο με τα απολύτως απαραίτητα για πρώτες βοήθειες, ορούς, φάρμακα, κτλ. κτλ.

Επίσης τηλεφωνικό κύκλωμα συνδεδεμένο με το πρώτων βοηθειών και την πυροσβεστική. Φαντάζομαι ότι αυτά ήδη υπάρχουν αλλά σε νηπιακή μορφή… Παρέλειψα την αστυνομία. Η παρουσία της στο χώρο απαραίτητη».

«Όλοι σου οι όροι δεκτοί αγόρι μου. Δεν σου το είπα; Εν λευκώ, κάνε ό, τι θέλεις. Όταν λέω Διεύθυνση αυτό εννοώ ΑΛΛΑΞΕ  ΤΑ  ΠΑΝΤΑ  αν το κρίνεις αναγκαίο».

«Πολύ ωραία τότε. Μου αρέσει σαν ιδέα και θα ήταν ανόητο να μη δεχτώ. Επομένως σας απαντώ αμέσως. Δέχομαι».

Οι δύο άντρες έδωσαν  τα χέρια και συμφώνησαν να πέσουν οι σχετικές υπογραφές την επομένη, και να κανόνιζαν ό, τι άλλο χρειαζόταν.

Έμελε η συνεργασία αυτή να είναι τόσο δημιουργική τόσο απίστευτα ελκυστική για παιδιά από δύο μέχρι 102 ετών που έγινε σε μικρογραφία κάτι σαν τη Ντίζνεϊ Λαντ της… Γαλλίας. Εκείνη είναι βέβαια 100 φορές μεγαλύτερη…

Αγοράστηκαν πολλά στρέμματα γης που απλωνόταν στον γύρω χώρο και σχηματίστηκε μια ονειρεμένη Παιδούπολη.

Εκτός των παιχνιδιών γίνονταν συναυλίες νεανικών συγκροτημάτων.

Πάρτι παιδικά.

Δραστηριότητες.

Κυνήγια θησαυρών.

Παιδικό θέατρο.

Θέατρο σκιών και άλλα πολιτιστικά.

Επίσης ό,τι άλλο διέθετε η φαντασία του διάσημου πια ανιματέρ.

Κτίστηκε και ένα ξενοδοχείο γιατί είχαν και πολλές κρατήσεις από ξένες χώρες. Προσφορά πλούσιων γονιών στα παιδιά τους σαν επιβράβευση μιας επιτυχίας τους.

Είπαμε, μια Disneyland  σε μικρογραφία πολύ πιο ευρηματική, πολύ πιο επωφελής και πολύ πιο chic απ’ ό,τι αυτή του Παρισιού!…

Δεν έφευγε από εκεί ένα παιδί πιο πλούσιο σε εικόνες και χρώματα μόνο, στα ζωντανεμένα παιδικά του παραμύθια, αλλά αποκόμιζε και έναν πνευματικό πλούτο που λειτουργούσε σαν εισαγωγή, σαν πρελούδιο, σαν εθισμός του σε ό,τι πιο φίνο, ποιοτικό, πολιτισμένο για τη μετέπειτα ζωή του…

Και αυτό ήταν ένα κατόρθωμα του γελαστού ανιματέρ.

Δεν τον αμφισβητούσε κανείς. Ούτε καν αυτοί που τον φθονούσαν.

Του ευχήθηκαν όλοι καλή επιτυχία και καλή συνέχεια.

Του ευχήθηκαν επίσης ‘’καλή τύχη’’ και η ευχή αυτή του χρειαζόταν, γιατί όταν έχεις να κάνεις με παιδιά μικρά μα και μεγάλα, η ‘’τύχη’’ είναι απρόβλεπτη και χρειάζεται καλόπιασμα!

*

Ήταν απόγευμα και Άνοιξη. Χαρά θεού.

Ξάφνου ακούγονται φωνές. Θαρρείς και η περιοχή είχε μια ιδιαίτερη ακουστική, μια δυνατότητα και ιδιαιτερότητα να πολλαπλασιάζει μια κραυγή, να τη δυναμώνει και να την κάνει να έχει αντίλαλο. Και αυτό ήταν απορίας άξιον γιατί η φωνή δεν ‘’χτυπούσε’’ κάπου για να ξαναγυρίσει σαν ηχώ. Πώς γινόταν αυτό αναρωτήθηκαν πολλοί, πολλές φορές. Θα είχε βέβαια την εξήγησή του το φαινόμενο. Δεν μπορεί. Έπρεπε να το εξετάσουν το θέμα.

Ακούστηκαν λοιπόν φωνές και το ηχόχρωμά τους δεν φανέρωνε χαρά. Ήταν από εκείνες τις κραυγές που όταν τις ακούς καταλαβαίνεις, ότι όπου να ‘ναι κι εσύ μαζί με άλλους θα περάσετε δύσκολες στιγμές στο παιδικό αυτό πάρκο, με δεκάδες δεκάδων παιδιά που και ζωηρά είναι και απρόβλεπτα και δυσκολο-ερμήνευτες οι όποιες τους σκανταλιές και κουτουράδες.

Η ελεύθερη μετάφραση λοιπόν των φωνών ήταν SOS.

Έρχεται ο εποπτεύων το χώρο αφήνοντας το βοηθό του εποπτεύοντα στο σημείο που ελάμβανε χώρα το επεισόδιο.

«Τι συμβαίνει Νικόλα;»

«Αφεντικό θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα».

«Πες μου ρε συ Νίκο .

 ΑΝ συμβούν μπερδέματα δική μου δουλειά το ξεμπέρδεμά τους, να εξηγούμαστε. Λέγε λοιπόν».

«Αφεντικό στον τρίτο όροφο του Ξενοδοχείου στο πρεβάζι της εξωτερικής βεράντας ενός από τα διαμερίσματά του, ένα πιτσιρίκι τεσσάρων χρόνων ή και λιγότερο είναι σκαρφαλωμένο πάνω του και κόβει βόλτες με απλωμένα τα χέρια του σαν ακροβάτης.

Εκείνο που φοβάμαι είναι οι φωνές του κόσμου που στη θέα του μικρού παλαβού, έχουν χάσει το μπούσουλα των νεύρων τους του φωνάζουν να κατέβει και το παιδί τους κοροϊδεύει βγάζοντας τη γλώσσα λέγοντας κάτι που δεν ακούγεται από τους τρελαμένους θεατές.

Κινδυνεύει να γκρεμοτσακιστεί από στιγμή σε στιγμή».

«Όχι πάλι Θεέ μου. Όχι πάλι.

Ησύχασε Νικόλα. Πήγαινε και έρχομαι κι εγώ» είπε ο Τίτο.

Παίρνει τη ντουντούκα και με το μικρό κάμπριο αυτοκινητάκι του Πάρκου πλησιάζει το ξενοδοχείο και ιδίοις όμμασι διαπιστώνει τη δύσκολα να περιγραφεί σκηνή.

Βάζει το χωνί στο στόμα του και καλεί αυστηρά τους θεατές να κάνουν απόλυτη σιγή, γιατί πέραν του γεγονότος ότι ερέθιζαν επικίνδυνα το μικρό, πολλαπλασίαζαν τον πανικό των τρελαμένων γονιών… Φτάνει στη στιγμή και ένα ειδικό συνεργείο και απλώνει ένα δίχτυ ασφαλείας κάτω από τη βεράντα. Κάποιος ειδικός ανοίγει αργά τη βεραντόπορτα του επίμαχου διαμερίσματος και με τόνο χαμηλό και ήπιο καλεί το παιδί να πηδήξει στο  εσωτερικό της βεράντας. Με δέλεαρ ένα μικρό, ένα μωρό σκυλάκι

δεμένο με ένα μακρύ κόκκινο λουρί.

«Έλα μικρέ. Ο  Φριτζ σε περιμένει να παίξετε, Πήδα στη βεράντα και μη φοβάσαι τίποτα».

«Φοβάμαι, Δεν πηδάω. Αν το κάνω θα σπάσω το πόδι μου. ( γιατί το πόδι του και όχι ΤΑ πόδια του; ποιος ξέρει. Για να το λέει όμως θα έχει τους λόγους του. !)

«Έλα βρε κουτό …»

«Μην πλησιάσεις. Θα πηδήξω έξω να το ξέρεις, Είπα μη πλησιάσεις».

«Καλά. Δεν έρχομαι ό, τι πεις, μα με το σκυλάκι τι θα γίνει; Δε θέλεις να παίξεις μαζί του;»

« ΌΧΙ ,δε θέλω, ούτε  σκύλο ούτε γάτα, τι είναι τα ζώα παιχνίδια για να τα παίξω;»

«Δηλαδή αν ήταν παιχνίδι θα το προτιμούσες; Ένα τραινάκι ας πούμε, ένα αεροπλάνο ή ένα ελικόπτερο που πετάει στ’ αλήθεια;»

«Άφησέ με. Τίποτα δε θέλω. Αυτό που εγώ θέλω, δεν το έχετε εσείς. Και δεν είναι παιχνίδι είναι παιδί και είναι το αδερφάκι μου».

«Εμ πες το καημένε μου. Πού είναι και  θα σου το  φέρουμε στο πιτς φυτίλι».

«Τι είναι ‘πιτς φυτίλι’;»

«Καλά άστο, Θα κατέβεις;λέγε να ξέρω».

«Λες ψέματα ότι θα μου το φέρεις . Αφού είναι μακριά».

«Μα εμείς όπου θέλουμε πηγαίνουμε. Μπαίνουμε στην κάψουλα ενός πυραύλου και φτάνουμε ως που να πεις κύμινο».

«τι  είναι κύμινο;»

«Καλά άστο».

«Είδες; Και συ δεν ξέρεις . όλο καλά άστο λες».

«Μμ μμ μμ.»

Εν τω μεταξύ όσην ώρα του μιλούσαν μη τολμώντας κανείς να τον πλησιάσει, ένας τύπος ντυμένος σαν cow boy σε Αμερικάνικο Western  film, από την άλλη μεριά της βεράντας, κρατώντας ένα σχοινί εν είδει  λάσου το στριφογύριζε στην αρχή  αργά και όσο πήγαινε   γρηγορότερα όπως βλέπουμε να κάνουν οι cow boys, και να ετοιμάζεται να το πετάξει και  να γραπώσει τον ακροβάτη πιτσιρίκο.

Μα αν ο μικρός είναι τρελαμένος , εσύ άνθρωπέ μου περνιέσαι να έχεις σώας τας φρένας; Άντε και τον πιάνεις το μικρό που είναι και το πιθανότερο, ο μικρός τότε τι θα γίνει; Δεν  θα σωριαστεί στη βεράντα από τόσο ψηλά που βρίσκεται και θα σκάσει σαν καρπούζι κάτω;

Άντε και ας σοβαρευτούμε, να δούμε αν η διπλωματική προσέγγιση επιφέρει καρπούς.

Και ο διάλογος μετά του μικρού συνεχίζεται …..

«Λέγε μικρέ λοιπόν, θα έρθεις; Έλα γιατί έχουμε και δουλειές».

Ναι καλά. όλοι δουλειές έχετε. Κι’ οι δικοί μου όλο αυτό μου λένε. Έχουν δουλειές και έχουν δουλειές. Όχι δεν έρχομαι. σου είπα τι θέλω. Φέρε μου το αδερφάκι μου και κατεβαίνω ως που να πεις κύμινο και ας μη ξέρω τι είναι αυτό».

«Ρε φίλε, δεν σου είπα ότι θα σου τον φέρω τον αδερφό σου; Είμαστε ή δεν είμαστε άντρες και κρατάμε το λόγο μας;»

Και επιτέλους ο μικρός πείθεται και κατεβαίνει, πιθανόν για να διαπιστώσει αν οι μεγάλοι τηρούν τις υποσχέσεις τους.

Ο συνομιλητής του πιάνοντάς τον ελαφρά από τον ώμο τον ρωτά: «  Δηλαδή αν κατάλαβα καλά, εσύ εκβίαζες με τον τρόπο αυτό για να σου φέρουν οι γονείς τον αδερφό σου. ΑΛΛΟΣ τρόπος ρε συ δεν υπήρχε;»

«Τι θα πει εκβίαζα;»

«Α, για να σου πω μικρέ. Δεν είμαι πια και ο Μπαμπινιώτης να σου δίνω τις ετυμολογίες των λέξεων και….»

«Τι είναι ετυμολογίες;»

«Καααλά… Άστο.

Πάμε τώρα στη μαμά να δούμε πώς θα γίνει να φέρουμε ή να πάμε στο αδερφάκι σου».

«Λες αλήθεια; Θα με πας;»

«Μα δεν τα  ‘παμε; Τι σόι άντρες είμαστε αν δεν κρατάμε το λόγο μας;

Θα μου δώσεις όμως και συ το δικό σου το λόγο πως δεν θα ξαναβάλεις τον εαυτό σου σε τέτοιο κίνδυνο. Αν μη τι άλλο, αν πάθαινες κάτι σκέπτεσαι τι στενοχώρια θα τράβαγε εξ’ αιτίας σου το αδερφάκι σου ο… πώς τον είπαμε; Ναι, ο Οδυσσέας;»

«Σαν τι να πάθαινα δηλαδή;»

«Καλά άστο.

Αλλά δεν μου είπες. Μου το δίνεις το λόγο σου ναι ή όχι;»

«Σου  τον δίνω

Μα για πες μου , γιατί όλο λες ‘καλά άστο και καλά άστο;’, δεν  ξέρεις καλά Ελληνικά;»

«Εγώ τώρα τι να σου απαντήσω μικρέ;»

«Καλά άστο….!»

Τέλος καλό όλα καλά λοιπόν .

Προστέθηκαν καινούριες παραινέσεις στον κατάλογο που βρισκόταν στο εσωτερικό της πόρτας εισόδου του διαμερίσματος που έλεγαν:

«Παρακαλείστε όπως μην αφήνετε μόνα τους τα μικρά παιδιά σας στο διαμέρισμα του ξενοδοχείου μας πολύ δε περισσότερο στη βεράντα του. Βάζετε τη ζωή του παιδιού σας σε κίνδυνο.

Ευχαριστούμε…»

[Συνεχίζεται…]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη