«Animateur – Μέρος 2ο», μία νουβέλα της Λένας Μαυρουδή Μούλιου

Μέρος 2ο

Του ζητήθηκε να διοργανώσει ένα πάρτι μακριά από την έδρα του, σε ένα αριστοκρατικό προάστιο της Θεσσαλονίκης.

Η πρώτη του σκέψη ήταν να αρνηθεί, παρά το ότι η αμοιβή του ήταν ισοδύναμη με τρία παρόμοια ίσως και περισσότερα πάρτι εντός των τειχών των δραστηριοτήτων του. Και η προοπτική περαιτέρω bonus, δελεαστική. Οι εύποροι γονείς δεν ήταν καθόλου φειδωλοί στη χρηματική προσφορά που του πρότειναν. Του είπαν συγκεκριμένα, να του δώσουν  ό,τι τους ζητούσε, αρκεί να έβλεπαν ένα χαμόγελο να σκάζει στα χείλια της μοναχοκόρης τους. Η οποία μονάκριβή τους, εξ αιτίας ενός shock που υπέστη από έναν παρ’ ολίγον βιασμό της που συνέβη προ διετίας, δεν ξαναγέλασε, ούτε και μπόρεσε να ξαναχαμογελάσει.

Την πήγαν στους καλύτερους γιατρούς, στους καλύτερους ψυχολόγους, χωρίς κανείς απ’ αυτούς να καταφέρει να βελτιώσει κατ’ ελάχιστον την κατάσταση της κοπέλας.

Το πρόσωπό της πανέμορφο μα τελείως ανέκφραστο, έμοιαζε με μια μάσκα. Μια μάσκα ψυχρή που σε απομάκρυνε από κοντά της, σε απωθούσε.

Ζούσαν έναν εφιάλτη οι δικοί της άνθρωποι.

Από το αρχοντικό τους είχε εκλείψει ο χαρούμενος λόγος και η ελπίδα για ένα καλύτερο παρόν, ούτε καν  για ένα υποφερτό μέλλον.

Δεν έκαναν όνειρα για το παιδί τους σαν όλους τους γονείς – είτε αυτοί είναι εύποροι είτε όχι και άσχετα εάν σπάνια τα όνειρα των γονιών ταιριάζουν με τα όνειρα που κάνουν τα ίδια τα παιδιά τους.

Ζούσαν μέρα τη μέρα, φοβούμενοι για το χειρότερο που το ένιωθαν να ελλοχεύει ύπουλα, κάπου κοντά.

Είχαν ακούσει τόσα πολλά γι’ αυτόν τον απίστευτο διασκεδαστή και είπαν να δοκιμάσουν και μ’ αυτόν. Ίσως να τα κατάφερνε εκεί που απέτυχαν οι γιατροί και τα φάρμακά τους.

Ο Τίτο ανέβηκε μέχρι το ‘Πέραμα’ να δει το σπίτι και την οικογένεια.

Με το που είδε την κοπέλα την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα.

Είχαν κάτι το κοινό οι δυο τους. Σχήμα οξύμωρο, μα ήταν αυτοί  σαν οι δύο πλευρές του ιδίου νομίσματος. Εκείνος πάντα γελαστός. Εκείνη πάντα αγέλαστη. Και οι δύο νέοι, όμορφοι και πλούσιοι.

Η κοπέλα δε συγκινήθηκε καθόλου στη θέα του Τίτο. Εδώ που τα λέμε, δεν ήταν η ομορφιά του τέτοια που θα τον ερωτευόταν coup de foudre μια κοπέλα. Πόσω μάλλον μία κοπέλα με τέτοια ιδιαιτερότητα.

Εν πάση περιπτώσει, οικογένεια και Τίτο έδωσαν τα χέρια και συμφώνησαν το πάρτι να γίνει σε δύο εβδομάδες. Στην ερώτησή του αν εκείνη συμφωνούσε, η απάντησή της ήταν ένα ψυχρό ανασήκωμα του ώμου,  σαν να τη ρώτησε κάτι που δεν την αφορούσε. Μα πώς; Δεν μπορεί να μην καταλάβαινε πως ό,τι γινόταν ήταν για εκείνη.

Ένα ακόμη δώρο από τους γονείς της που προλάβαιναν τόσο τις επιθυμίες της -φανερές ή κρυφές- όσο και καταλάβαιναν τις απροθυμίες και τις μουρτζούφλες της.

Πριν ο Τίτο φύγει για Αθήνα και γοητευμένος από την ομορφιά της απόμακρης κοπέλας, είπε να παραμείνει λίγο  παραπάνω σπίτι τους, αποδεχόμενος την πρόσκληση που του έκαναν.

Πήρε τη Βίρνα (το όνομα της κοπέλας) να πάνε σε μια  ροκ συναυλία που γινόταν κάπου κοντά, κάνοντας μια πρώτη προσπάθεια να ανοίξει το όστρακο, που μέσα του έμενε ερμητικά κλεισμένη η ψυχή της. Κατάλαβε με μιας, ότι το άνοιγμα θ ΄ αργούσε να ανοίξει. Αν άνοιγε ποτέ.

Πήγε λοιπόν μαζί του στη συναυλία ψυχρή, μονοκόμματη, μα ευγενική.

Με τόσους νέους ανθρώπους γύρω της και με έναν Τίτο που έκανε τα πάντα να σπάσει τον πάγο, ναι μεν καλή η προσπάθεια η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, δεν ήταν μόνο επαγγελματική βέβαια, μα αντίδραση καμιά.

«Είναι πολύ νωρίς ακόμα» σκέφτηκε. «Είναι ζήτημα αν έχει συνειδητοποιήσει την παρουσία μου» συμπλήρωσε τη σκέψη του.

Ο Τίτο προσπάθησε να δαμάσει το διασκεδαστικό του ταλέντο φοβούμενος μήπως  η υπερβολή του φέρει τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που προσδοκούσε.

Κρατώντας την προστατευτικά από το χέρι, την οδήγησε σε μία πολύ καλή θέση μπροστά στη σκηνή. Και η συναυλία άρχισε.

Επί σκηνής ένα πασίγνωστο και πολύ αγαπητό συγκρότημα και η νεολαία να χειροκροτεί και να ξεφωνίζει από ενθουσιασμό, θαυμασμό και λατρεία για τα νέα παιδιά, που ήταν κάτι σαν πρότυπό τους.

Η Βίρνα καμία αντίδραση.

Κάποια στιγμή, σε ένα διάλειμμα ολίγων λεπτών, όπως ανακοίνωσε ο παρουσιαστής στο κοινό, έπεσε η ματιά του στην τόσο γνωστή φιγούρα του Τίτο και φανατικός -όπως αποδείχτηκε- θαυμαστής του, λέει στο πλήθος των νέων:

«Αγαπητοί φίλοι, βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να σας αναγγείλω ότι απόψε μεταξύ μας βρίσκεται ο διάσημος animateur Τίτο, που συνοδεύει μια ωραιότατη δεσποινίδα…»

Με μιας όλο το στάδιο σηκώθηκε όρθιο, στην προσπάθειά του να αντικρίσει τον πασίγνωστο, τον θρυλικό, θα μπορούσαμε να πούμε, ψυχαγωγό και άρχισε ένα πανδαιμόνιο θριαμβευτικών ιαχών.

Ο Τίτο σηκώθηκε από τη θέση του, υποκλίθηκε, ευχαριστώντας το κοινό από το μικρόφωνο που του έδωσε στα χέρια ο παρουσιαστής. Είπε κάνα δυο αστείες ατάκες που έκαναν τα παιδιά να κτυπιούνται στα γέλια και αρνήθηκε ευγενικά να ανέβει στη σκηνή, όπως του ζητήθηκε, να πει λίγα περισσότερα αστεία σαν ένα χάπενινγκ που σίγουρα θα έφερνε παραλήρημα.

Δεν το έκανε, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί δεν ήθελε να αφήσει τη Βίρνα μόνη της ούτε δευτερόλεπτο.

Ο παρουσιαστής, μη θέλοντας να χάσει την ευκαιρία του θαυμάσιου χάπενινγκ και ίσως καταλαβαίνοντας το λόγο της άρνησης του Τίτο, βρήκε τη λύση.

Σε δευτερόλεπτα, βρέθηκε ένα είδος αναβατόριου κυλιόμενου, το έβαλε με δύο ‘φουσκωτούς’ μπροστά στον Τίτο μέσα σε πανδαιμόνιο ενθουσιωδών ιαχών και τον παρακάλεσε να ανέβει και από ‘κει να ευχαριστήσει το πλήθος.

Ήταν συγκινητική η προσπάθεια του παρουσιαστή να αδράξει την ευκαιρία της παρουσίασης του πασίγνωστου συναδέλφου του και ο Τίτο δεν μπόρεσε παρά να ανταποκριθεί. Ανέβηκε πάνω, γινόμενος αποδέκτης μπιζαρισμάτων και σλόγκαν όπως:

«Κάνε μας να γελάσουμε»

«Είσαι ένας από μας και μεις σε αγαπάμε»…

Αδύνατον να φανταστεί ο αναγνώστης, το τι επακολούθησε. Οι ροκ τραγουδιστές, χωρίς καθόλου να δυσαρεστηθούν που διακόπηκε το πρόγραμμά τους, ανέβηκαν στη σκηνή, κάθισαν στο δάπεδο εκεί μπροστά και ένωσαν τα χειροκροτήματά τους μ’ εκείνα των εκατοντάδων νέων παιδιών.

Ο Τίτο ανεβασμένος ψηλά, έκανε ένα αυτοσχέδιο νούμερο με τέτοια επιτυχία, που από το γέλιο που έπεφτε ήταν απερίγραπτο! Τα παιδιά κυλιόντουσαν, αν μπορούμε να το πούμε, στα πατώματα μπροστά στις θέσεις τους του μεγάλου Σταδίου.

Πώς κατάφεραν οι τεχνικοί και μετέδιδαν σε γιγαντοοθόνη το νούμερο του Τίτο, δεν μπορούμε να το ξέρουμε. Φαίνεται όμως ότι θα ήταν προετοιμασμένοι για τέτοια χάπενινγκς και ήταν πάντα σε εγρήγορση.

Όχι κάτι τέτοιο όμως σαν αυτό του γελαστού παιδιού, όπως  ξαναείπαμε. Ήταν ο ίδιος one man show.

H όλη ιστορία δεν κράτησε παραπάνω από είκοσι λεπτά της ώρας, αλλά ήταν τόσο απολαυστική και ευρηματική που τα παιδιά αρκετή ώρα και μετά τη λήξη της δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν  τα γέλια τους.

Η Βίρνα κατάπληκτη, να παρακολουθεί τα συμβαίνοντα και να μη μπορεί να πιστέψει ότι όλα αυτά που ξετυλίγονταν μπροστά στα μάτια της ήταν έργο του τρυφερού συνοδού της, με το αστείο μα συμπαθητικό του πρόσωπο. Και επειδή είχε επίγνωση του τι σημαίνει γέλιο στη ζωή του ανθρώπου, πράγμα που εκείνη στερήθηκε εξ’ αιτίας της βλακώδους βίας και της πρόστυχης επιθυμίας ενός ζωώδους αρσενικού, ένιωσε μια παράξενη ζεστασιά στην αρχή και στη συνέχεια την επιθυμία να συμμετάσχει στο γέλιο των θεατών, λαμβανομένου υπ’ όψιν του γεγονότος ότι το γέλιο είναι μεταδοτικό… Πόσες φορές δεν ξεσπάμε σε γέλια χωρίς καλά-καλά να ξέρουμε το γιατί, αφορμής δοθείσης από το γέλιο των άλλων…

Έτσι το κορίτσι άρχισε να σιγογελάει ασυναίσθητα. Συνειδητοποιώντας δε ότι γελάει ναι μεν σιγά, αλλά ότι ΓΕΛΑΕΙ, νόμιζε ότι κάνει κάτι το απαγορευμένο γι’ αυτήν. Όταν όμως είδε τον πανευτυχή Τίτο να την κοιτάζει με λατρεία  και να καταλαβαίνει ότι η παράστασή του είχε σαν βασικό αποδέκτη αυτήν και μόνο και όχι το πλήθος των νεαρών, του χαμογέλασε πλατιά.

Ήταν η στιγμή που το κορίτσι ξαναγύριζε στη ζωή και στην ηλικία της των δεκαεννιά της χρόνων.

Και εκείνος, με δύο ευρηματικές ατάκες που έφεραν παραληρηματικό γέλιο στα παιδιά, κατέβηκε από τα αναβατόριο και κάθισε δίπλα της δίνοντάς της ένα φιλί στο μάγουλο υπό τις επευφημίες των ξετρελαμένων νεαρών.

Εκείνη, το μόνο που του είπε ήταν: «Ευχαριστώ. Θα σου το χρωστάω».

Και εκείνος αντί απάντησης άλλης, ακούμπησε τα χείλια του ελαφρά στα χείλια τα δικά της και της είπε τρυφερά:

«Δε θα το πιστέψεις αλλά είναι αλήθεια. Σ’ αγαπάω…»

***

 

Το βράδυ αργά που γύρισαν στο σπίτι γιατί βέβαια και η συναυλία τελείωσε αργότερα από τον προγραμματισμένο χρόνο, στο σπίτι βασίλευε ησυχία. Οι γονείς δεν άντεξαν να τους περιμένουν άλλο, τους πήρε ο ύπνος εκεί στις πολυθρόνες τους, με την τηλεόραση αναμμένη να μεταδίδει έναν ποδοσφαιρικό αγώνα σε επανάληψη.

Το μόνο ζωντανό ον που ήρθε να τους υποδεχθεί ήταν η μικρή σκυλίτσα της Βίρνας, που εκείνη την είχε υπό την προστασία της αφ’ ότου η Βιόλα ήταν νεογέννητη και την τάιζε με το μπιμπερό, καθώς ήταν ορφανή η δόλια.

Τη μάνα της την σκότωσε ένα μοτοσακό αμέσως μετά τη γέννα. Βίρνα και Βιόλα είχαν τέτοια λατρεία η μία για την άλλη που δεν τη βλέπεις ακόμη και σε άτομα του ιδίου είδους. Το γουργούρισμά της (όχι το γάβγισμα) ξύπνησε τελικά τους γονείς και δεν θυμούνται να είχαν ξανακάνει στη ζωή τους τέτοιο φανταστικό ξύπνημα. Λίγο το ’χεις; Βλέπουν το παιδί τους να τους χαμογελά, λέγοντάς τους ότι πέρασε φανταστικά…

Για στάσου. Μήπως ακόμη κοιμόντουσαν και στον ύπνο τους σκηνοθέτησαν ένα όνειρο που είχαν πάψει να ελπίζουν ότι θα πραγματοποιηθεί;

Μα όχι. Ο νεαρός γελαστός συνοδός της τους έγνεψε ότι «όλα καλά» και εκείνοι δεν πίστευαν στα μάτια τους.

Καλά, αυτό το παλικάρι τι ήταν; Μάγος;

Όχι κυρία μου και κύριε. Μάγος δεν ήταν.

Το φάρμακο που έδωσε στο παιδί σας και το γιάτρεψε ήταν από κείνα που καμία φαρμακοβιομηχανία δεν είχε ποτέ κατασκευάσει είτε στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό.

ΤΟ ΓΕΛΙΟ.

Το γέλιο που για τον άνθρωπο είναι ό,τι και ο ήλιος. Ζωογόνο. Αν δε σ’ αυτό, προσθέσεις και αυτό που το λένε ΑΓΑΠΗ, το μίγμα γίνεται δυνατό, απολαυστικό, ακαταμάχητο και ζωογόνο. Και πορεύεσαι στη ζωή νιώθοντας ότι έχεις κάποιον  προορισμό, ότι σαν κάτι να αξίζεις και δεν ήρθες έτσι άσκοπα στον κόσμο τούτο… Δεν ζεις έτσι, για να πεις ότι ζεις. Και ο χρόνος σου κυλά ευχάριστα.

Όταν μάλιστα πιστέψεις ότι και αυτός ο τύπος από τον οποίο πηγάζουν αυτά τα μαγικά, είναι δικός σου και για σένα ζει, ε, να μην νιώσεις ευλογημένος;

Η Βίρνα έτσι αισθανόταν λίγες ημέρες αφ’ ότου τον γνώρισε και το πάρτι που αυτός οργάνωσε για χάρη της έπαιρνε στα μάτια της άλλη ερμηνεία. Το ξεκίνησαν οι δικοί της, με την ελπίδα ότι μπορεί να δουν ένα κάποιο χαμόγελο στο προσωπάκι της. Και τώρα, όχι απλώς χαμογελούσε αλλά γελούσε. Άρα; Ποιος ήταν πλέον ο σκοπός του πάρτι; Μα ήταν απλό. Για να γιορτάσουν το γύρισμά της στη ζωή, στα νιάτα της. Και μέσα από τη ψυχαγωγία και τη χαρά να αρχίσει να αγαπάει ξανά τους ανθρώπους, να τους εμπιστευτεί και κυρίως να ερωτευτεί, για να αναπληρώσει τον χαμένο της χρόνο στην αγκαλιά του πλέον αρμόδιου διασκεδαστή. Του δικού της Τίτο.

Και μη νομιστεί ότι εκείνος ήταν και από όλους αγαπητός, είχε και εχθρούς που τον μισούσαν, θα τολμούσαμε να πούμε, θανάσιμα. Ζήλευαν το αστείρευτο χιούμορ του και την αναμφισβήτητη επαγγελματική του επιτυχία. Δεν το άντεχαν να ακούν ότι τούτη η παράξενη σκατόφατσα γνώριζε τη μια επιτυχία μετά την άλλη, ενώ οι ίδιοι -λαμβανομένης υπ’ όψιν και της Οικονομικής Κρίσης- ζούσαν την εποχή των ισχνών τους αγελάδων.

Τι στο διάβολο είχε αυτός περισσότερο απ’ αυτούς;

Και ωραιότεροι ήταν. Και το ίδιο ταλαντούχοι. Και καλοί επαγγελματίες. Και το ίδιο νέοι… Και, και, και…

Και όμως. Εκείνος γινόταν ολοένα πλουσιότερος και δημοφιλέστερος και αυτοί χωρίς δουλειά. Τους κατέλαβε μίσος. Πλέον ήθελαν το κακό του και δεν έκαναν τον κόπο να το κρύψουν, έστω.


[Συνεχίζεται…]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη