«Animateur – Μέρος 16ο», μία νουβέλα της Λένας Μαυρουδή Μούλιου

Μέρος 16ο

Ο Τίτο, με καθαρό το κούτελο, ξαναγύρισε στις αγαπημένες του ασχολίες και την οικογένειά του, η oποία είχε γίνει εντωμεταξύ τετραμελής, όπως γνωρίζουμε. Όλοι περίμεναν να δουν αν τα δίδυμα κληρονόμησαν το τόσο δημοφιλές γέλιο του πατέρα τους. Επί του παρόντος καμία ένδειξη. Το αντίθετο θα λέγαμε, κλάμα, κλάμα που δεν τους άφηνε τις νύχτες να κλείσουν μάτι. Βλέπεις τα σκατουλάκια, τις νύχτες προτιμούσαν για τις φωνητικές τους ασκήσεις σε la minore.

«Τι έχουν γυναίκα τα παιδιά;»

«Δεν ξέρω άντρα μου.»

Τα διαφορετικά ωράρια ύπνου τους είχαν εξουθενώσει. Όταν αυτά κοιμόντουσαν, οι γονείς, όπως δηλαδή όλοι οι φυσιολογικοί άνθρωποι, εργάζονταν. Και όταν αυτοί ήθελαν να κοιμηθούν, όπως όλοι οι φυσιολογικοί άνθρωποι, τα δίδυμα ξενύχτι.

Κουράγιο βρε.

Θα αλλάξουν τα πράγματα.

Σύμφωνοι. Ότι θα αλλάξουν, θ’ αλλάξουν, δεν το αρνείται κανείς. Αυτοί όμως εντωμεταξύ κοιμόντουσαν όρθιοι. Και ρωτούσαν τους συγγενείς και φίλους αν το ίδιο ισχύει με όλα τα μωρά ή μόνο τα δικά τους ήταν τα βιτσιόζικα που έβαλαν  σαν σκοπό της ζωής τους να αντιμάχονται το γέλιο του πατέρα τους.

Υπομονή…

Θα φτιάξουν, είπαμε, τα πράγματα…

Είπαν να πάρουν τα μωρά και να ξεκαλοκαιριάσουν σε κανένα νησί.

Πήγαν.

Μα πριν καλά-καλά περάσουν κάνα δυο ημέρες, αναγκάστηκαν να γυρίσουν πίσω. Γιατί, καλά να ξενυχτούν οι γονείς, μα να ξενυχτούν και οι γείτονες πήγαινε πολύ. Τι χρώσταγαν οι χριστιανοί να ακούν τις τσιρίδες των μωρών μέσα στης νύχτας τη σιγαλιά; Και οι όποιες ωτασπίδες χρησιμοποιήθηκαν, υπέκυψαν στη δύναμη της νυχτερινής μουσικής. Όλο το ρεπερτόριο το ίδιο, μονότονα το ίδιο. Γιατί μωρέ μωρά; Και οι παύσεις μουσική είναι κι αυτές. Κουράστηκε, λοιπόν, το ακροατήριο, άρχισε να διαμαρτύρεται, οπόταν τα μάζεψαν και γύρισαν στον Αθηναϊκό καύσωνα.

Ευτυχώς, να λες, που το σπίτι τους ήταν και λίγο απομονωμένο και δεν αναγκάστηκαν οι γείτονες σε καμία εσωτερική μετανάστευση. Να γιατί φανερώνουν την ωφελιμότητά τους οι αυτόνομες κατοικίες. Μπορείς να ασχολείσαι με την όπερα και την «κυρία με τις καμέλιες» χωρίς να διαμαρτύρονται οι μη μουσικόφιλοι με τούτο  το είδος της δραματικής, λυρικής, κλαψιάρικης μουσικής.

Αχ, Ηρώδη… Ηρώδη…  αναστέναξαν δυο τρεις γείτονες με οξυμένη ακοή.

Ευτυχώς ήταν μόνο δυο τρεις αυτοί και όχι χίλιοι δεκατρείς, που λέει και το άσμα.

O Τίτο σε κάτι τέτοιες στιγμές που το κλάμα των μωρών του, το τόσο ξένο στη δική του ιδιοσυγκρασία, γινόταν ανυπόφορο, θυμόταν μια ασπρόμαυρη ταινία του Χόλυγουντ που του είχε κάνει τρομερή εντύπωση πολύ πριν αποκαλέσουν και τον ίδιο «πάτερ φαμίλια».

Γινόταν κάποιος πόλεμος, δεν θυμόταν ακριβώς ποιος, και ο εχθρός είχε εισβάλει σε πόλεις και χωριά και σκότωνε τους κατοίκους, τον άμαχο πληθυσμό δηλαδή.

Μια ομάδα ανθρώπων, προσπαθώντας να σωθεί, κρύφτηκε σε κάποιο λαγούμι. Φαντάστηκαν ότι ο εχθρός ίσως δεν θα το πλησίαζε το μέρος τούτο. Έκανε όμως λάθος. Ένας φαντάρος τους πλησίασε σε απόσταση αναπνοής, και σαν λαγωνικό οσφραινόταν τον αέρα δείχνοντας ότι είχε υποπτευθεί την ύπαρξη των κρυμμένων ανθρώπων. Η στιγμή δύσκολη για τα γυναικόπαιδα, που κρατούσαν και την ανάσα τους για να μη κάνει θόρυβο και η αναπνοή τους ακόμα.

Μια μάνα με το μωρό της στην αγκαλιά προσπαθούσε να το κρατάει κοιμισμένο μη και κλάψει και προδώσει τη θέση τους. Όμως το μωρό ξύπνησε και από τη γκριμάτσα του κατάλαβε η μάνα ότι ήταν έτοιμο να κλάψει. Έβαλε τη χούφτα της και έκλεισε το στόμα του έως ότου περάσει ο θανάσιμος κίνδυνος.

Κάποια στιγμή απομακρύνθηκε ο θηριώδης και οπλισμένος σαν αστακός φαντάρος εχθρός. Και η μάνα τράβηξε το χέρι της ελευθερώνοντας το στοματάκι του. Δεν είχε με το κλάμα του γίνει αιτία να χαθούν τόσοι άνθρωποι  Μα το τίμημα ήταν τεράστιο. Το μωρό ήταν δυστυχώς νεκρό από ασφυξία!…

Ο Τίτο θυμήθηκε την τρομερή σκηνή της ταινίας και ανατρίχιασε.

«Κλάψτε μωρά μου, κλάψτε αν σας κάνει κέφι. Ούτε εχθρός μας κυνηγά, ούτε κρυβόμαστε. Ευτυχώς. Αν δεν κλάψετε τώρα, πότε θα κλάψετε;

Κλάψτε και κάνει καλό στους πνεύμονές σας. Κλαίτε, γιατί έτσι κάνουν τα μωράκια. Δεν κλαίτε γιατί είστε στενοχωρημένα, δυστυχισμένα. Μωρά μου.

Κλάψτε να το φχαριστηθείτε. Κλαψιάρικά μου.»

Ο κόσμος που αγαπούσε το γελαστό παιδί έβλεπε

με τρυφερότητα να βγαίνει βόλτα με τα διδυμάκια και τη Βίρνα του, που βρισκόταν στη φάση της νέας αύξησης των μελών της οικογένειάς τους.

Η συνύπαρξη των κλαψιάρικων  τραγουδιών των βρεφών με το γέλιο των γονιών είχε πλέον παραχωρήσει τη θέση της μόνο στο γέλιο, γιατί τα πιτσιρίκια μέρα την ημέρα φαίνονταν να αντιλαμβάνονται την αξία  του και… το προτιμούσαν.

Μα τον άνθρωπο γιατί να τον φθονούν ακόμα, αφού δεν κατείχε πια αξιώματα; Μα και μήπως η ευτυχία δεν είναι εκείνο που φθονείται περισσότερο απ’ όλα; Και ξαφνικά, χάνεται το ένα διδυμάκι τη στιγμή που η μάνα του βρίσκεται στο  μαιευτήριο για τη  γέννηση της κόρης της.

Γονείς, φίλοι, γνωστοί,  άγνωστοι, συγγενείς, αστυνομίες σε πανικό.

Αν αυτή εξαφάνιση συνέβαινε πριν περίπου δύο χρόνια, τότε που ο κλαυθμός και ο οδυρμός των βρεφών αναστάτωνε τα πλήθη, ίσως και οι υποψίες περί απαγωγής και εξαφάνισης να έπεφταν πάνω σε κανέναν δύστροπο πολίτη, που πλέον δεν άντεξε το μαρτύριο της αϋπνίας εξ αιτίας τους!!!

Τώρα όμως, ποιος ο λόγος της απαγωγής; Τα χρήματα; Και από τη μεριά των απαγωγέων «μήτε φωνή, μήτε σημάδι, μήτε κανένα μήνυμά τους» που λέει και ο ποιητής.

 

 

Και ο Τίτο να προσποιείται και να μη λέει τίποτα στη γυναίκα του, που σαν λεχώνα θα είχε επιπτώσεις και στο θηλασμό αν  μάθαινε τα δυσάρεστα. Το σοκ τεράστιο.

Δεν ξέρουμε τι περίμενε ο καημένος πατέρας. Μα αν δεν υπήρχε μια όποια εξέλιξη είτε θετική, είτε αρνητική, δεν θα  μπορούσε να της το κρύψει άλλο. Σε δύο μέρες η κοπέλα θα πήγαινε σπίτι της. Τι θα γινόταν τότε;

Εν τω μεταξύ, ούτε λίτρα ζητήθηκαν, ούτε κάποια ειδοποίηση από κάποιον, με ένα σημείωμα ή τηλεφώνημα όπως γίνεται συνήθως. Άκρα του τάφου σιωπή.

Δυστυχώς δεν ήταν το μοναδικό παιδί που χάθηκε. Χρόνια τώρα ακούμε και τρελαινόμαστε για το χαμό παιδιών σ’ αυτήν πάνω-κάτω την ηλικία, που οι γονείς τους ακόμη τα ψάχνουν και ούτε θα πάψουν ποτέ να τα αναζητούν και να ελπίζουν.

Πού να φανταστεί ο δόλιος ο Τίτο ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε και στο δικό του παιδί!

Από την άλλη μεριά, το αδερφάκι του, μη ξέροντας

βέβαια τίποτα για την απαγωγή του αδερφού του και μη βλέποντάς  τον, έπεσε  σε ένα είδος μελαγχολίας περίεργης.

«Πού είναι μπαμπά μου ο Αλέξανδρος; Εγώ με ποιον θα παίξω;»

«Φάε αγόρι μου το φαγητό σου και ο αδερφούλης σου θα έρθει».

«Δε θέλω να φάω. Θα φάω όταν έρθει».

Δεν είχαν περάσει παρά ελάχιστες ώρες από τη στιγμή που αντελήφθησαν την εξαφάνιση του παιδιού. Ο Τίτο έβλεπε τους δείκτες του ρολογιού του ακινητοποιημένους. Πανάθεμά τον για χρόνο, τι αργά που κυλάει όταν έχεις πρόβλημα και περιμένεις από στιγμή σε στιγμή να ειδοποιηθείς για κάτι που είτε θα σου δώσει ζωή, είτε θα σου την πάρει…

Μα η ώρα περνούσε έστω και αργά και είδηση καμιά.

Είχε σουρουπώσει και ήταν φανερό ότι το αγοράκι θα κοιμόταν -αν κοιμόταν- σε κάποιο αφιλόξενο μέρος.

Κα ο Τίτο πού να πρωτοπάει; Πού να πρωτοβρεθεί!

Στη λεχώνα του; Με τον Κωνσταντίνο, τον άλλο του γιο;

Στο σταθερό του τηλέφωνο καρφωμένος από πάνω (γιατί όπως του είπαν από την αστυνομία με το σταθερό συνήθως επικοινωνούν, γιατί από το κινητό μπορούν να εντοπιστούν οι απαγωγείς). Και το κινητό του να μη σταματάει να κτυπά  αλλά όχι για το τηλεφώνημα που περίμενε;

Σε απόγνωση ο χριστιανός.

Και ποιος να τον παρηγορήσει;

Η Ζωή έτυχε να λείπει στο εξωτερικό και δεν είχε πληροφορηθεί καλά-καλά για τη γέννα της Βίρνας, μόνο και μόνο για να μη τα παρατήσει όλα και γυρίσει άρον άρον. Σκέψου να μάθαινε για το βαφτισιμιό της. Κανένας δεν εγγυόταν  για το σάλεμα ή μη, του μυαλού της.

Ευχής έργο που έλειπε.

Ήταν πια γύρω  στις οκτώ το βράδυ. Αυτή ήταν η ώρα που συνήθως ο κηπουρός ερχόταν να ποτίσει τον μεγάλο κήπο, γιατί είχε δημιουργηθεί ένα πρόβλημα με το σύστημα αυτόματου ποτίσματος και η επισκευή του είχε παραμεληθεί. Έπρεπε, λοιπόν, το πότισμα να γίνει με τον παλιό τον τρόπο.

Στενοχωρημένος και ο γέρο κηπουρός με τη συμφορά που έπληξε το αφεντικό του, που δεν του άξιζε να περνά τέτοιο κακό, αυτός που για όλους φρόντιζε, για όλους νοιαζόταν…

Έβγαλε ο κυρ Θοδωρής να καπνίσει ένα τσιγάρο, αφήνοντας τη μάνικα να ποτίζει μια συστάδα  οπωροφόρων δέντρων. Αναστέναξε βαθιά και σαν σε ηχώ αντιλάλησε ο αναστεναγμός του.

Στην άκρη του μεγάλου κήπου υπήρχε μια δεξαμενή την οποία ο κηπουρός κάθε δεύτερη μέρα τη γέμιζε, και τούτο γιατί λόγω καλοκαιριού είχε ο κόσμος αυξημένες ανάγκες  νερού με τα ποτίσματα και ως εκ τούτου είχαν συχνές διακοπές, επειδή το νερό δεν επαρκούσε.

Έπρεπε να την είχε γεμίσει το πρωί, μα με την εξαφάνιση του παιδιού πού μυαλό για τέτοια πράγματα. Μικρό τούτο το κακό… Απ’ αυτά που διορθώνονται, Θεέ μου… Θα το φρόντιζε αυτό ευθύς μόλις τελείωνε το πότισμα.

Ο κυρ Θόδωρος, έκανε τον κηπουρό από τότε που πήρε τη σύνταξή του. Ο κήπος, με τη φροντίδα του ήταν ένας παράδεισος. Αγαπούσε τα φυτά σαν παιδιά του αφού και ονόματα είχε δώσει στις τριανταφυλλιές στα δέντρα και τους διακοσμητικούς θάμνους ακόμα.

Απόψε ήταν η πρώτη φορά που δούλευε χωρίς κέφι.

Μάλιστα βιαζόταν να τελειώσει να πάει στο αφεντικό να ρωτήσει αν τον χρειάζονται κάτι στο σπίτι.

Αφηρημένα ανοίγει τη στρόφιγγα να γεμίσει την κατάξερη -όπως  φανταζόταν- δεξαμενή με νερό. Θα του έπαιρνε γύρω στα δέκα λεπτά έως ότου γεμίσει.

Δεν πέρασαν παρά πέντε με έξι δευτερόλεπτα και ο κυρ Θόδωρος ακούει παιδικό κλάμα.

Σκέφτηκε ότι έτσι όπως ήταν επηρεασμένος από την εξαφάνιση του μικρού του Αλέξανδρου, άρχισε να έχει παραισθήσεις.

«Μόνο αυτό μου έλειπε τώρα» βλαστήμησε. «Μα όχι, γαμώτο μου, δεν είναι παραίσθηση. Από πού να έρχεται;» Στήνει αφτί. Ναι, είναι αδύναμο, αχνό παιδικό κλάμα, που πιο πολύ έμοιαζε με νιαούρισμα νεογέννητου και εγκαταλειμμένου γατιού, απ’ αυτά που τ’ ακούς και ανατριχιάζεις για την τύχη που έχουν κάποια ζωντανά.

Τον έπιασε κόμπος στο λαιμό έτσι όπως ήταν ευαισθητοποιημένος.

Κλείνει τη στρόφιγγα του νερού για να καθαρίσει την ακοή του από τον ήχο του νερού που έπεφτε με ορμή στη δεξαμενή μέσα, έτσι όπως πολλαπλασιαζόταν ό ήχος καθώς αυτή  ήταν τσίγκινη. Το κλάμα σταμάτησε εν τω μεταξύ.

«Κανένα γατάκι θα ήταν» σιγοψιθύρισε.

Ξαναστήνει αφτί. Να το και πάλι.

«Χριστός και Παναγιά μου. Τ’ είναι τούτο; Δε μπορεί να το ‘χασα. Τώρα το ακούω πιο καθαρά. Μα από πού προέρχεται;» αναρωτήθηκε.

Έφεγγε ακόμη αρκετά και μπορούσε ξεχωρίσει μέσα από τα φυτά εάν επρόκειτο για κανένα τραυματισμένο ζωντανό ή και τραυματισμένο παιδί.

Δεν είδε τίποτα.

«Να τελειώνω τη δουλειά μου» σκέφτηκε «να πάω στο αφεντικό, να του πω και για το κλαψούρισμα.»

Με αυτές τις σκέψεις, πλησίασε να δει αν είχε γεμίσει τη δεξαμενή γιατί με το που απορροφήθηκε με το κλάμα που άκουσε θα το είχε ξεχάσει.

«Μα να μη θυμάμαι καθόλου πια;…»

Σκύβει να δει και μένει μαρμαρωμένος. Στον άδειο πυθμένα, με δύο το πολύ δάκτυλα νερό, όσο πρόλαβε δηλαδή να ρίξει πριν λίγο, πριν  δηλαδή ακούσει το κλάμα, ήταν ξαπλωμένος ο μικρούλης Αλέξανδρος σαν να κοιμόταν.

«Αλέκο, αγόρι μου» λέει έντρομος ο κυρ Θοδωρής και ο μικρός φάνηκε σαν να κινείται, χωρίς όμως και να πετάγεται από κει μέσα, όπως θα περίμενε κανείς να κάνει. Και ο κηπουρός χάνοντας την ψυχραιμία του βάζει τις φωνές:

«Το παιδί, είναι εδώ! Αφεντικό!… Χριστιανοί… Βοήθειααα!»

Πετάγεται ο Τίτο από το σπίτι, όπου από τα ορθάνοιχτα παράθυρα λόγω καλοκαιριού άκουσε τις φωνές του γέροντα, να δει τι έπαθε και στριγγλίζει καλώντας σε βοήθεια.

«Καμιά αλεπού; Κανένα σκαντζόχοιρο; Κανένα φίδι, το πιθανότερο; Ή κανένα μεγάλο ζώο τέλος πάντων;

Αλλά και να φωνάζει έτσι σαν παιδί φοβητσιάρικο, αυτός που κι αν δεν είχαν δει θηρία τα μάτια του, έτσι λάτρης του κυνηγιού καθώς ήταν! Το ‘χασε ο γέροντας, πάει» σκέφτηκε.

Τρέχει, λοιπόν, και ξωπίσω του τρέχει το προσωπικό του σπιτιού.

Και βλέπουν όλοι έναν ξέπνοο κηπουρό, με άναρθρα λόγια που κανείς δεν καταλάβαινε τη σημασία τους, να δείχνει τη δεξαμενή και αμέσως μετά να λιποθυμάει.

Έτρεξαν να τον βοηθήσουν η μαγείρισσα και η οικονόμος του σπιτιού, ενώ ο Τίτο σκύβει στη δεξαμενή και βλέπει το παιδί του αναίσθητο εκεί μέσα ή νεκρό, δεν μπορεί να ξέρει ακόμα, και μουσκεμένο.

Πηδάει, μπαίνει στη δεξαμενή και βλέπει ότι ο Αλέξανδρος είναι μεν ζωντανός και είτε κοιμάται, είτε είναι σε κώμα. Ξεφωνίζοντας τώρα και αυτός σαν το κηπουρό, λέει να καλέσουν το 166 καθώς και τον οικογενειακό τους γιατρό, που έμενε στη διπλανή τους μονοκατοικία.

Παίρνει το παιδί αγκαλιά και βγαίνει από ‘κει μέσα σκαρφαλώνοντας σε μια σκαλίτσα που ήταν στην εσωτερική άκρη της δεξαμενής.

Τρέχοντας με το παιδί αγκαλιά, μπαίνει στο σπίτι, του βγάζει τα ρούχα με προσοχή και το τυλίγει με μία απαλή μπουρνουζοπετσέτα.

Ακούγεται η σειρήνα του νοσοκομειακού και συγχρόνως φτάνει και ο φίλος γιατρός. Με μια πρόχειρη ματιά αποφαίνεται ότι το παιδί απλά κοιμάται βαθιά, δεν έχει κακώσεις, παρά μόνο ένα μεγάλο καρούμπαλο στο τριχωτό της κεφαλής του.

Ο Τίτο με το γιατρό και τους νοσοκόμους μπαίνουν στο νοσοκομειακό.

Προς το παρόν δεν απασχολεί το γονιό το πώς το παιδί βρέθηκε εκεί μέσα. Προέχει η υγεία του, για το πώς και το γιατί ήλπιζε να τους το πει το ίδιο το παιδί.

Εν τω μεταξύ το αγόρι ξύπνησε, άνοιξε τα ματάκια του, είδε το πρόσωπο του πατέρα του σκυμμένο πάνω του και ψιθύρισε «μπαμπά, νεράκι».

Έγιναν όλες οι απαραίτητες εξετάσεις και οι γιατροί είπαν ότι κατά πώς δείχνουν τα πράγματα έπεσε μέσα στην άδεια (ευτυχώς) δεξαμενή και έπαθε ίσως μία ελαφρά διάσειση του εγκεφάλου.

Είπαν, επίσης, ότι για κείνο το βράδυ καλό θα ήταν να έμενε στο Νοσοκομείο και αν όλα πήγαιναν, όπως και ήλπιζαν καλά, το πρωί θα έφευγαν για το σπίτι.

Ο Τίτο ζήτησε ένα ηρεμιστικό και ήταν το πρώτο που δοκίμαζε  στη ζωή του.

Και μόνο στη σκέψη τι θα γινόταν αν η δεξαμενή ήταν γεμάτη ή και μισοάδεια, τρελαινόταν. Προσπαθούσε να μη το σκέπτεται αλλά αυτό το ΑΝ στριφογύριζε στο μυαλό του σαν εφιάλτης.

Και ο εφιάλτης των ΑΝ συνεχίστηκε όταν άκουσε τον κυρ Θόδωρο να του λέει ότι με θεία φώτιση σαν άκουσε εκείνο το κλαψούρισμα που έμοιαζε με κλάμα παιδιού ΕΚΛΕΙΣΕ ΤΗ ΣΤΡΟΦΙΓΚΑ του νερού που έπεφτε με πάταγο στη τσίγκινη δεξαμενή, για να μπορέσει να ακούσει καθαρότερα. ΑΝ  ΔΕΝ  ΤΟ  ΕΙΧΕ  ΚΑΝΕΙ το παιδί θα πέθαινε από σίγουρο πνιγμό!!!  Ενώ το λίγο νερό που έπεσε επάνω του ήταν ευεργετικό μιας και ήταν αυτό που το συνέφερε. Και προφανώς τρομαγμένο μα και ανήμπορο από την ελαφρά διάσειση, άρχισε να κλαίει, πράγμα που το έσωσε τελικά.

Όταν πια σώο και αβλαβές γύρισε στο σπίτι του, με το γονιό του να ευχαριστεί το Θεό για τη σωτηρία του, μπόρεσε να πει με τις σπασμένες φρασούλες του από τις οποίες όμως το νόημα που έβγαινε ήταν σαφέστατο, τι ακριβώς είχε συμβεί.

«Έδωσα κλωτσά στη μπάλα μου κι εκείνη, αφού πρώτα ανέβηκε ψηλά, μετά κατέβηκε και έπεσε μέσα στη δεξαμενή.

Σκαρφάλωσα και πιάστηκα από την άκρη της και έσκυψα να δω αν θα κατάφερνα να την πιάσω. Όμως έχασα την ισορροπία μου, έπεσα μέσα, κτύπησα και δεν θυμάμαι τίποτα άλλο.

Κοιμήθηκα φαίνεται και κάποια στιγμή που ξύπνησα (δεν ήξερε βέβαια να πει «συνήλθα») διψούσα πολύ. Μου φάνηκε ότι άρχισε να βρέχει. Έβαλα στις χούφτες μου νερό και ήπια. Φοβήθηκα έτσι όπως ήμουνα μόνος μου εκεί μέσα και άρχισα να κλαίω. Όμως το κλάμα από τη μια και ότι δεν διψούσα πια με έκανε να θέλω να κοιμηθώ, ήταν και το νερό που έπεσε δροσερό που ακουμπούσα πάνω του και ξανακοιμήθηκα. Μέχρι που είδα το πρόσωπο του πατέρα μου σκυμμένο πάνω μου. Σκέφτηκα μήπως ήταν  όνειρο όλο αυτό. Όνειρο ήταν μπαμπά μου;»

«Ησύχασε παλικάρι μου. Θα τα πούμε αργότερα όλα. Πρώτα να σου δώσει ένα φιλάκι το αδελφάκι σου, που δεν ήθελε να φάει αφού δεν ήσουνα μαζί του.

Μετά, έχουμε να κάνουμε μια μεγάλη κουβέντα οι τρεις μας. Εμείς, οι άντρες της οικογένειας. Ναι;»

[Συνεχίζεται…]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη