«Animateur – Μέρος 15ο», μία νουβέλα της Λένας Μαυρουδή Μούλιου

Μέρος 15ο

Δεν ξέρω αν το καταλάβατε και πόση σημασία δίνετε εσείς στο γεγονός, μα ο Δήμαρχος είχε κάνει τη μικρή τους πόλη μια μεγάλη παιδική χαρά. Και κυρίως πέτυχε το αδιανόητο. Να φέρει  τους ανθρώπους κοντά, να γνωρίσουν ο ένας τον άλλο να καταπνίξει την αποξένωση. Και το κατόρθωσε με τρόπο ευφυή.

Με γιορτές, παιχνίδια σαν το προηγούμενο, με συγκεντρώσεις, διαλέξεις, θέατρο, συναυλίες.

Έβγαινε ο δημότης από το σπίτι του, από το διαμέρισμα κλουβί του, και έλεγε ‘καλημέρα’, μια λέξη που την είχε ξεχασμένη.

Έβλεπε φάτσες οικείες, τον χαιρετούσαν και ανταπέδιδε το χαιρετισμό, αποκαλώντας τους με το όνομά τους.

Ξέφυγε από τον κλειστό κύκλο των δικών του μόνον ανθρώπων και έκανε την πόλη τους μια μεγάλη γελαστή γειτονιά .Η λέξη επανέκτησε την παλιά και ουσιαστική της έννοια. Αυτό από μόνο του ήταν κατόρθωμα. Οι άνθρωποι θυμήθηκαν τις γειτονιές των παππούδων τους και δόξαζαν τον Θεό που έβλεπαν να ξαναγίνονται άνθρωποι και όχι ρομποτάκια.

Ο Τίτο, παρέμενε στο γραφείο του δυο-τρεις ώρες και μετά πεζός γυρνόφερνε τις γειτονιές. Όταν κουραζόταν, ξαπόσταινε σε κανένα καφέ και συνέχιζε το περίπατό του, εποχούμενος με ένα μικρό κάμπριο αυτοκινητάκι, που το οδηγούσε ο ίδιος με 10 χιλιόμετρα την ώρα, με ρυθμό δηλαδή χελώνας. Αφουγκραζόταν την ανάσα της πόλης του μ΄ αυτόν τον τρόπο.

«Γεια σου Δήμαρχε».

«Γεια σου και σένα φίλε».

Διψούσε; Έπινε το αναψυκτικό του στο πρώτο καφενείο που θα συναντούσε, πλήρωνε πάντα το ποτό του, παρά τις διαμαρτυρίες του μαγαζάτορα, κερνούσε και όσους τύχαινε να είναι στο μαγαζί, άφηνε το πουρ μπουάρ του στο γκαρσόνι και συνέχιζε τον περίπατό του.

Είχες την αίσθηση ότι ένα καλό στοιχειό τριγυρνούσε την πόλη φροντίζοντας για την εύρυθμη καθημερινή της λειτουργία.

Και το γέλιο του! Εκείνο το γέλιο!

Το καλύτερο φάρμακο κατά της μουρτζούφλας, που ήταν αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης.

Ήταν το τυχερό τους αστέρι το παλικάρι αυτό και μέλος της οικογένειάς τους. Έτσι τον θεωρούσαν.

Θα πω κάτι χαρακτηριστικό:

Την Πρωτοχρονιά, π.χ., στο κόψιμο της Πίτας, σε κάθε σπιτικό, το ένα κομμάτι ήταν στο όνομα το δικό του. Σταύρωνε τη πίτα ο αρχηγός της οικογένειας. Έκοβε τη Βασιλόπιτα, το πρώτο κομμάτι του Θεού,  το δεύτερο του σπιτιού, το τρίτο του Τίτο και από κει και μετά, στα μέλη της οικογένειας!

Είπαμε. Ήταν δικός τους πια και τόσο υπερήφανοι γι’ αυτόν αν και δεν ήταν γέννημα θρέμμα αυτής της πόλης.

Η δε ουσιώδης διαφορά του από τους προκατόχους του ήταν, ότι αυτός είχε αναλάβει τη θέση αυτή για  να δουλέψει για το Δήμο και όχι να τον… δουλέψει τον Δήμο!!!

Οι δημότες το εισέπρατταν αυτό και του το ανταπέδιδαν.

Άψογη η διαχείριση σε όλους τους τομείς.

Έχουν δίκιο όταν λένε: «υπάρχουν ατασθαλίες στη διαχείριση των κοινών; Ναι  μεν φταίνε γι’ αυτό οι κρατούντες τα ηνία των αντίστοιχων υπηρεσιών, αλλά φταίει και ο λαός επίσης, που δεν τους τιμωρεί και ανέχεται την κατάσταση. Είναι συνένοχος».

Αυτό βέβαια ισχύει σε όλες τις κοινωνίες, αρχής γενομένης από την μικρή κοινωνία της οικογένειας, προχωρώντας στην Τοπική, φτάνοντας σ΄ αυτήν του Κράτους, για να μη προχωρήσω και παραπάνω.

Και μια και το ‘φερε η κουβέντα, να γιατί με πιάνει καμιά φορά η «εθνική» μου αγανάκτηση και τα βάζω με ορισμένους λαούς.

Π.χ., έβλεπε ο Γερμανικός λαός τα αίσχη των αρχηγών

 του κατά της Ανθρωπότητας  στον 2ο Παγκόσμιο, και όχι μόνο δεν αντιδρούσε αλλά -εκτός από την απάθεια- επικροτούσε κιόλας.

Επομένως, δεν έφταιγε μονο ο μουρλός τους με το χαζό μουστάκι, αλλά και οι ίδιοι. Ήταν συνένοχοι.

Δεν υπήρξε λοιπόν ΘΥΜΑ ο λαός της Μέρκελ, όπως ισχυρίζονται, αλλά θύτης, μαζί με τα όρνεα τούς αρχηγούς του.

Και η κουβέντα επ’ αυτού σταματάει εδώ γιατί -εκτός του ότι είναι φωνή βοώντος εν τη ερήμω- δεν έχει και θέση στο βιβλίο τούτο που γράφω. Συγχωρείστε με…

Κάπου λοιπόν στο Δημοτικό παράδεισο, καιροφυλακτούσε ο φθόνος και αλλοίμονο στο στοχοποιημένο, από τον φθονούντα, άνθρωπο, κυρίως αν είναι καλόπιστος και αφελής.

Λαμβανομένου δε υπ’ όψιν ότι «το χρήμα πολλοί μίσησαν τη δόξα ουδείς», ο φθόνος ανέβηκε σε υψηλά επίπεδα από τους ζηλωτές του είδους. Διότι πώς να αισθανθεί π.χ. ο όμορος Δήμος όταν εκείνος εκλέγει τον ανώτατο άρχοντά του με απανωτές επαναληπτικές εκλογές και ΕΣΥ βγαίνεις Δήμαρχος με την πρώτη, μακράν του συνυποψηφίου σου δευτέρου;

Το ένα είναι αυτό.

Και πώς επίσης να αισθανθεί ο συντοπίτης σου συν υποψήφιος όταν γνωρίζει ότι υπάρχοντος του νυν Δημάρχου δεν πρόκειται οι Δημότες να ψηφίσουν άλλον από τον Τίτο που ο κόσμος να γυρίσει ανάποδα. Μια μόνο λέξη ΦΘΟΝΟΣ. Και πού οδηγεί αυτός;

Οδηγεί σε μονοπάτια σκιερά και αδιέξοδα, σε μηχανορραφίες, συνωμοσιολογίες που και λίγη από τη λάσπη που εκτοξεύει ο ανεμιστήρας τους να κολλήσει πάνω σου, το ξαναείπαμε, σε βλάπτει ανεπανόρθωτα. Και ο δημότης, απαξιώνει τόσο αυτές τις πρακτικές, που στις εκλογές για την ανάδειξη του νέου δημοτικού συμβουλίου αντί ψηφοδελτίου, στον ειδικό φάκελο βάζει μέσα το κόκκινο στρινγκ της κοπελιάς του ο νεαρός, ή και η ίδια η κοπελιά το… βρακί της. Στο λόγο της τιμής μου παιδιά. Συνέβη.

Έτσι άρχισε να εξυφαίνεται καινούριο σχέδιο εναντίον του Τίτο πολύ σοβαρότερο του άλλου με τον ταβερνιάρη τον Αποστόλη.

Ξαφνικά απαίτησε η αξιωματική αντιπολίτευση  έλεγχο στα οικονομικά του Δήμου. Γιατί το έκανε αυτό; Ρώτησαν απορώντας οι πάντες ακόμη και αυτοί οι ίδιοι που εποφθαλμιούσαν τον θώκο του Δημοτικού άρχοντα. Είχε βρεθεί κάτι το ύποπτο;

Όχι.

Είχε κάτι υποπέσει στην αντίληψη των δημοτικών συμβούλων;

Όχι.

Είχαν καταγγελθεί λαμογιές;

Όχι.

Εμ, τότε;

Τι στην ευχή έκανε την αξιωματική αντιπολίτευση να θέσει το προσβλητικό αίτημα της ψήφου εμπιστοσύνης;

Απάντηση: Κάποιος οικονομικός σύμβουλος βεβαίωσε ότι τα λογιστικά βιβλία του Δήμου ήταν «πειραγμένα».

Πειραγμένα; Τι δηλαδή; Σημαίνει ότι είχε ο Δήμαρχος ίσως οικειοποιηθεί ποσά μεγάλα που δε θα μπορούσε να δικαιολογήσει την απουσία τους από το ταμείο του Δήμου και γι’ αυτό τα βιβλία «πειράχθηκαν» για να το καλύψουν!

Αυτό και αν είναι βόμβα.

Μα είναι ποτέ δυνατό; Να οικειοποιηθεί ο Τίτο χρήματα, τη στιγμή που ούτε την μηνιαία του αποζημίωση εισέπραττε, διαθέτοντάς την για τους αναξιοπαθούντες δημότες; ΑΔΥΝΑΤΟΝ.

Δυνατόν ή αδύνατον το θέμα είναι ότι θα γίνει ένα σκάνδαλο που Κύριος οίδε μέχρι πού θα οδηγούσε τα πράγματα…

Και μόνο σαν είδηση έφθανε το θέμα να κάνει τον κόσμο να φρίξει και οι εύπιστοι να πουν το γνωστό: «δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά». Άσχετα αν οι πολλοί πίστευαν ακράδαντα ότι και  μόνο καπνό να έβλεπαν χωρίς φλόγες και ολοκαυτώματα ποτέ δεν θα πίστευαν το αντίθετο για την τιμιότητα την ευθύτητα και καθαρότητα αυτού του νέου ανθρώπου που σαν  αυτόν λίγοι υπάρχουν τόσο στη δική τους περιοχή όσο και στις γύρω περιοχές.

Και πέραν αυτών των αρετών που είναι θεμελιώδεις είχε και κείνη την ασύγκριτη αρετή του να ξέρει πώς να σκορπά το κέφι στους συνάνθρωπούς του συνοδευόμενο από ένα γέλιο χαρά Θεού, πηγαίο δροσερό και  μεταδοτικό.

Σ’ αυτό το παιδί, λοιπόν, βρήκαν να προσάψουν κάτι;

Ο Τίτο, όταν το έμαθε, σκέφτηκε:

«Μέχρι εδώ ήταν. Δεν κάθομαι ούτε μέρα περισσότερο. Τα κατάφεραν να με αποθαρρύνουν να μου ευνουχίσουν το κέφι, εμένα, που ό,τι έκανα το έκανα γι’ αυτούς.

Είμαι ηλίθιος τελικά.

Η Βίρνα μου στερείται της παρουσίας μου, και τα παιδιά μου το ίδιο. Στενοχωρούνται και δεν το ομολογούν αφήνοντάς με να κάνω αυτό που θεωρώ ως καθήκον μου. Και το καθήκον μου απέναντί της;

Σίγουρος ότι εκείνη είναι  stand by, εγώ όλη την ημέρα

στο Δημαρχείο, τα βράδια στη δουλειά μου. Και η σχέση μας;  Ο χρόνος ο δικός μας; Σαββατοκύριακο μόνο; Απορώ με την ανοχή και την υπομονή της.

Την απόφασή μου την παίρνω τώρα.

Αμέσως μετά τη διαλεύκανση της περίεργης αυτής ιστορίας εις βάρος μου, θα παραδώσω τα κλειδιά σε αντιδήμαρχό μου και θα ζητήσω τοπική εκλογή. Αυτό, ναι μεν θα γίνει οπωσδήποτε, αλλά όπως είπα, δεν το  έχω σκοπό να αποσυρθώ χωρίς να βρω τι ακριβώς παίζεται εναντίον μου. Και όχι για ποιο σκοπό γίνεται. Αυτό είναι πασιφανές. Αλλά από ΠΟΙΟΝ. Είναι καλό να γνωρίζεις τους αδίστακτους εχθρούς σου, δεν είν’ έτσι;

Μα θα τον βρω.

Να που θα ζητήσω και πάλι τη βοήθεια του Μακρή. Ελπίζω να μην αρνηθεί.»

Ευτυχώς όλη η συντροφιά βρισκόταν στην Ελλάδα και δεν είπε όχι ο Στέφανος.

Και άρχισε το ψάξιμο.

Με κύριο και βασικό ερώτημα, ποιος θα ωφελούνταν από την απομάκρυνση του Τίτο.

Το ερώτημα αυτό είναι το πρώτο και βασικό που έθετε στον εαυτό του ο detective σε κάθε υπόθεση που αναλάμβανε μικρή ή μεγάλη. Και το δεύτερο: ΓΙΑΤΙ;

Δύσκολο να απαντηθούν όμως, γιατί πολλοί ήταν αυτοί που θα ωφελούνταν. Όσο για το «γιατί», φαντάζει εύκολο να απαντηθεί αλλά δεν είναι.

Ο Αστυνόμος τούτη τη στιγμή ήταν κυριολεκτικά πνιγμένος με μια τριπλή δολοφονία που ταρακούνησε τον κόσμο. Επομένως δεν είχε λόγο να δυσαρεστηθεί  που ανέλαβε ο Μακρής την υπόθεση του Τίτο.

Να λοιπόν που δεν υπάρχει ησυχία ούτε και στους επίγειους μικροπαράδεισους, Έτσι, για να μη ξεχνιόμαστε, πως το καλό δεν κρατάει για πολύ, γιατί το κακό διεκδικεί την παρουσία του πολλές φορές όχι επί ίσοις όροις αλλά πολύ περισσότερο.

Γνωστά αυτά και τετριμμένα.

Ο Στέφανος, λοιπόν, ελεύθερος να δράσει άνετα χωρίς τη Δαμόκλειο Σπάθη της παρεξήγησης από τον αστυνόμο, να επικρέμεται της κεφαλής του.

Όσο έψαχνε, τόσο αηδίαζε με τα μέσα που μετέρχονταν οι άνθρωποι προκειμένου να αναρριχηθούν σε ανώτερες θέσεις και να γίνουν Χαλίφηδες στη θέση του Χαλίφη.

Ο δόλος ήταν καλά δουλεμένος, αλλά ακόμη και οι ίδιοι οι δολιοφθορείς απορούσαν με την ευπιστία μερικών ανθρώπων να τους πιστεύουν.

Ο Στέφανος πλησίασε με τρόπο φιλικό τους πάντες. Από τον κλητήρα, μέχρι, κυρίως αυτούς, τους αντιδημάρχους. Με μεθοδικότητα προχωρούσε και μέσα σε μία εβδομάδα είχε σχηματίσει καθαρή εικόνα για το ποιοι είναι οι εχθροί του Τίτο και ποιοι αυτοί που τον εκτιμούσαν, τον σέβονταν και τον τιμούσαν, ως όφειλαν. Όλα αυτά τα είδε ο έμπειρος ερευνητής, δεν περίμενε όμως να φτάσει κάποιος  στο σημείο να παραποιήσει τα λογιστικά βιβλία για να ενοχοποιήσει το Δήμαρχο.

Ποιος λοιπόν ήταν αυτός, που αφ’ ενός είχε πρόσβαση σ’ αυτά, και τις γνώσεις αφ’ ετέρου για να έχει την ικανότητα της παραποίησης τους και ακόμη, πώς μπορούσε να περάσει απαρατήρητη η παρουσία του σε χώρους όπου κρατούνταν τα βιβλία του Δήμου;

Κάνοντας τις κατάλληλες ερωτήσεις στους ανθρώπους που θεωρούσε ως πιθανούς ενόχους έφτασε σε ένα ανθρωπάκι, έναν λογιστάκο, που οσονούπω θα έβγαινε στη σύνταξη.

Την προσοχή του Στέφανου είχε τραβήξει  το σχεδόν «άσαρκο» κορμί του, το τριμμένο του γκρίζο κοστούμι και το αγέλαστο πρόσωπό του με το βλέμμα το θολό του και το σιωπηλό του στόμα.

Έμοιαζε με φιγούρα Ντοστογεφσκική. Ένας υπάλληλος γραφείου, που όπως άρχισε τη δουλειά του σαν λογιστάκος στο Λογιστήριο του Δήμου, λογιστάκος παρέμεινε χωρίς να βελτιώσει τη θέση του. Ένας «yes Sir», ανούσιος  και γκρίζος, με τα προστατευτικά μανίκια του γκρίζου κοστουμιού του που όπως και υπέθετε κανείς, τα αληθινά ήταν σε χειρότερη κατάσταση από τα πρόσθετα.

Αναρωτιόσουν αν αυτό το κοστούμι είχε ποτέ βγει από πάνω του και αν ποτέ υπήρξε νέος.

Όπως είπαμε, επρόκειτο να συνταξιοδοτηθεί σε λίγους μήνες και επομένως απ’ αυτό και  μόνο μπορούσες να συμπεράνεις την ηλικία του πάνω κάτω, εντούτοις δεν ήσουν και εντελώς σίγουρος.

Όταν έφτασε η σειρά του να τον ανακρίνει, ο Στέφανος αναρωτιόταν εάν αυτό το πλάσμα είχε φωνή ή και αν είχε, με τι άραγε θα έμοιαζε αυτή; Με κρώξιμο; Με τον ανεπαίσθητο συριγμό που κάνει ένα φίδι; Κάτι το απεχθές τέλος πάντων.

Γελάστηκε τελείως.

Το ανούσιο αυτό ον είχε μια φωνή ζεστή, τρυφερή, μάλλον γλυκιά. Την άκουγες, απορώντας αν βγαίνει από κείνα τα στενά χείλη που δεν ήταν παρά μία ίσια γραμμή. Ο πεπειραμένος detective ξαφνιάστηκε και αυτό δεν ήταν κάτι που δεν περίμενε ο ανθρωπάκος, καθώς είχε πια συνηθίσει στην έκπληξη όσων πρώτο άκουγαν τη φωνή του. Παραξενιές της ανθρώπινης φύσης.

Π.χ. βλέπεις μια γοητευτική γυναίκα, θαυμάζεις τα πάντα πάνω της, τη γοητεία της, τη σαγήνη της. Και μόλις ανοίξει το στόμα της, βγαίνει από κει ένα ήχος που δεν ξέρεις σαν τι μοιάζει. Ίσως  κάτι με τσιρίδα. Και ξεχνάς και ομορφάδες και γοητείες και την ίδια.

Οι εκπλήξεις όμως του Στέφανου δεν σταμάτησαν εδώ. Είδε ότι οι σκέψεις αυτού του ανθρωπάκου και σωστές ήταν και ενδιαφέρουσες. Είπε στον ντετέκτιβ ότι είναι να απορήσει με αυτό που συνέβη με τα βιβλία, που σημειωτέον εκτός του αρχιλογιστή και εκείνου, κανείς άλλος δεν είχε πρόσβαση σ’ αυτά. Και μια άλλη απορία του παράξενου τούτου ανθρώπου ήταν, πώς και ο αρχιλογιστής δεν συζήτησε ποτέ μαζί του το «πείραγμα» των βιβλίων, αν και είχε εκείνος γνώμη επ’ αυτού.

«Η οποία είναι ΠΟΙΑ φίλε μου;» Τον ρωτά ο Στέφανος.

«Κατ’ αρχάς, κόψε το ‘φίλε’ μου , γιατί φίλος σου δεν είμαι, ούτε και επιθυμώ να γίνω. Και αν θέλεις να σου την πω τη γνώμη μου αυτή, θα πρέπει πρώτα να μου εγγυηθείς τη σωματική μου ακεραιότητα. Σε τρεις μήνες παίρνω σύνταξη και το ‘χω σκοπό, τη σύνταξή μου να τη χαρώ.

Φαντάζομαι, καταλαβαίνεις τι θέλω να πω, δεν είν’ έτσι;

Διευκρινίσεις δεν δίνω αλλιώς. Τη ζωή μου, άχαρη ή όχι, την αγαπάω και την θέλω. Αυτό σου λέω μονάχα».

Οι υπαινικτικές κουβέντες του γκρίζου ανθρωπάκου πολύ εύγλωττες. Έδιναν σαφή εικόνα ότι τα πράγματα ήταν σοβαρά και σε μεγάλο βαθμό επικίνδυνα.

Τι διάβολο. Μια ζωή χωμένος μέσα στα λογιστικά βιβλία ήξερε τι γινόταν, το «γιατί» γινόταν και από «ποιον». Φως φανάρι ότι γνώριζε και τον πραγματικό ένοχο μα δεν επρόκειτο να μιλήσει. Και ένα ήταν σίγουρο. ΦΟΒΟΤΑΝ.

Οπόταν στον συλλογισμό που έκανε ο Στέφανος έδινε ο ίδιος και την απλή απάντηση:

Επρόκειτο για υψηλόβαθμο στέλεχος του Δήμου, σίγουρα!

Και να πάρει η ευχή να πάρει, τα υψηλόβαθμα στελέχη ήταν πολλά. Ποιο απ’ όλα λοιπόν;

Ας τους ξαναπάρουμε από την αρχή:

Πρώτον, όλοι οι παρ’ ολίγον Δήμαρχοι στις  εκλογές!

Δεύτερον, τα μαχητικά στελέχη τόσο της συμπολίτευσης όσο και της αντιπολίτευσης.

Τρίτον, οι ανώτεροι μόνιμοι υπάλληλοι του Δήμου.

Το σαράκι της ζήλειας και του φθόνου είχε εισχωρήσει και στις δικές τους τάξεις. Είχαν και αυτοί βλέψεις να γίνουν Χαλίφηδες στη θέση του Χαλίφη.

Οπόταν, είπε να αρχίσει να εξετάζει απ’ αυτή την Τρίτη κατηγορία:

«Και δεν μου λέτε, μαντάμ, από πότε εργάζεστε στο Δήμο; Μια εικοσαετία, ε; Τς… τς… τς… τι μου λέτε; Επιτρέψτε μου να ρωτήσω την ηλικία  σας. Δείχνετε πολύ πιο νέα παρά την εικοσαετία σας, που λέτε.

Όχι μη με ευχαριστείτε, δεν είναι φιλοφρόνηση, την αλήθεια λέω. Για πέστε μου παρακαλώ, είστε ευχαριστημένη από τη λειτουργία του Δήμου; Υπό τη διεύθυνση του νυν Δημάρχου εννοώ;

Άψογη είπατε;

Αν και θα μου έκανε εντύπωση αν μου λέγατε το αντίθετο, γιατί όλοι τα ίδια με σας μου είπαν. Τελικά δεν βρίσκετε περίεργο το γεγονός που ακούγονται ψίθυροι για ατασθαλίες εκ μέρους του Δημάρχου; Συκοφαντίες λέτε;

Μάλιστα. Προσωπικά γνωρίζετε κάποιον κακοήθη, να θέλει να τον βλάψει αμαυρώνοντας την άψογη -όπως λέτε- εικόνα του;

Για ό,τι μου πείτε δεν πρόκειται να βγει παραέξω, σας δίνω το λόγο μου, είναι μια αρχή που την τηρώ στη δουλειά μου απαρέγκλιτα. Να είστε σίγουρη».

O Στέφανος συνέχισε να κάνει τις ερωτήσεις του τόσο σ’ αυτή τη νεαρή κυρία όσο και στις συναδέλφους της, ερωτήσεις του ιδίου αδιάφορου και αόριστου στιλ. Αδιάφορες μεν για τους ερωτώμενους, ενδιαφέρουσες όμως για τον έμπειρο ερευνητή. Αυτός μόνο ήξερε να ξεχωρίσει την ήρα από το σιτάρι. Μέσα σε δύο μέρες είχε ανακρίνει όλους τους μόνιμους υπαλλήλους και οι εντυπώσεις που είχε αποκομίσει δεν του άφησαν περιθώρια βάσιμων υποψιών για δολιοφθορά εκ μέρους των. Όχι. Δεν βρισκόταν σ’ αυτήν την τάξη υφισταμένων του Δημοτικού άρχοντα ο δολιοφθορέας. Καμία απολύτως ένδειξη. Καμίας μορφής υποψία. Και προχώρησε παρακάτω.

Κατηγορία Β’.

ΟΙ πρωτοκλασάτοι Δημοτικοί σύμβουλοι τόσο της παράταξης του Δημάρχου όσο και αυτοί των αποτυχόντων υποψηφίων Δημάρχων.

Κάτι υπόνοιες, κάτι μισόλογα, κάτι θολά νερά, αλλά πέραν τούτου ουδέν.

Το ίδιο και με τους ίδιους τους Υποψηφίους Δημάρχους.

Ναι μεν υπήρχε πίκρα, απογοήτευση, φθόνος, αλλά και οι ίδιοι καταλάβαιναν ότι  δεν ήταν δυνατόν να αντιπαρατεθούν ή να συγκριθούν με το γελαστό παιδί που έφερε στη Δημαρχεία νέα ήθη, νέο τρόπο λειτουργίας, κοντολογίς την ίδια την Άνοιξη μέσα στην αρτηριοσκληρωτική γερασμένη γραφειοκρατία, τις  απεργίες, τις μουρτζούφλες, τις γκρίνιες μεταξύ των εργαζομένων και των προϊσταμένων τους.

Με το που έσκασε μύτη αυτή η περίεργη φήμη, παρ’ όλα αυτά, πολλοί ήταν αυτοί που «ανάσαναν». Πόνταραν στην ευθιξία του Τίτο. Σίγουρα θα υπέβαλε την παραίτησή του ήλπισαν. Και δεν έπεσαν έξω. Ο νεαρός δεν καταδεχόταν να κατέχει έναν θώκο εξουσίας τα θεμέλια του οποίου έτριζαν, και πολλοί να τον  κατηγορούν για τους τριγμούς αυτούς.

Μα και πάλι ο Μακρής δεν διέκρινε δολιοφθορά.

Το απέκλεισε.

Οπόταν;

Οπόταν, τι λέει ο ποιητής;

Λέει ότι, σαν μόνη αιτία, πιθανολογεί ένα ΛΟΓΙΣΤΙΚΟ λάθος!…

Ένα ΤΙ;

Ένα λογιστικό λάθος, ίσως, αγαπητοί μου συνδημότες.

Έπεσαν οι πάντες πάνω στο λογιστή να ελέγξει εξονυχιστικά έσοδα και έξοδα του Δήμου και ο αρχιλογιστής, για πρώτη φορά καταδέχτηκε να ζητήσει τη συνδρομή εκείνου του γκρίζου λογιστάκου που ναι μεν έσκυβε το κεφάλι αλλά ίσως και να μη το καταλάβαινε και ο ίδιος, δεν ήταν το σκύψιμο  αποτέλεσμα υποτέλειας αλλά πιθανότατα από το… βάρος ανεκμετάλλευτης φαιάς ουσίας που συσσωρεύτηκε εκεί με τα χρόνια!

Και παρακαλώ, μη γελάτε καθόλου.

Διότι, τώρα που για πρώτη φορά στη ζωή του, του ζητήθηκε να συμμετάσχει σε μια έρευνα για πιθανό λογιστικό λάθος, το κεφάλι του έσκυψε έτι περισσότερο πάνω από τα κιτάπια με ζήλο και κατόρθωσε το εκπληκτικό. Να το βρει, το κέρατο το λάθος!

Υπήρχε όντως λάθος. Ένα ολόκληρο μηδενικό, η αιτία του κακού. Ήταν ΕΚΕΙ μπροστά τους και δεν του έδιναν σημασία.

Κοίταξε όμως, τι σημασία έχει ένα μηδενικό, ένα τίποτα όταν βρίσκεται είτε μόνο του είτε μπροστά από έναν αριθμό. Πόσο αλλάζουν όμως τα πράγματα αν βρίσκεται Μετά!… Δεν το έβαλε ο Λογιστής στη σωστή του θέση και αυτό τους εκδικήθηκε που δεν το υπολόγισαν με αποτέλεσμα όλος αυτός ο χαμός εξ αιτίας του οποίου όμως και ο Τίτο έμαθε πολλά.

Και την μη καλή χρήση του μηδενικού ποιος την ανακάλυψε; Ένα ανθρώπινο αδερφάκι του, ένα τίποτα, ένα μηδενικό επίσης, που όμως έγινε μέσα σε μια μέρα πρωταγωνιστής. Όλοι πλέον μιλούσαν για τον ασήμαντο υπαλληλίσκο που τέτοια δόξα και θαυμασμό, ίσως σε κανένα σκηνοθετημένο του όνειρο μόνο είχε ξαναζήσει.

Οι κακεντρέχειες σταμάτησαν.

Οι ψίθυροι επίσης.

Οι φθονεροί λούφαξαν.

Και οι διεκδικητές του θώκου έπαψαν να ελπίζουν. Μα εδώ έκαναν λάθος.

Μεγάλο.

Γιατί ο Τίτο αμέσως μετά την διαλεύκανση της υπόθεσης υπέβαλε την παραίτησή του και άφησε τους υποψήφιους διεκδικητές να μαλλιοτραβιούνται για το ποιος θα αναρριχηθεί στο αξίωμα του Τοπικού Άρχοντα.

Πράγματα δηλαδή φυσιολογικά, συνηθισμένα.

Το ασυνήθιστο ήταν να υπάρχει Δήμαρχος τ’ ονείρου σαν τον Τίτο.

Και οι άνθρωποι, δεν είναι συνηθισμένοι να βλέπουν όνειρα όντας ξύπνιοι.

Κοιμισμένοι τα αντέχουν, γιατί έρχονται απρόσκλητα. Μα το να τα ζουν αληθινά, εξ αιτίας ενός είδους σαδομαζοχισμού, τα πολεμούν και τα εξαφανίζουν. Είναι στην ανθρώπινη φύση μας

Μπορούμε να την αλλάξουμε;

[Συνεχίζεται…]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη