«Animateur – Μέρος 14ο», μία νουβέλα της Λένας Μαυρουδή Μούλιου

Μέρος 14ο

«Τι θέλεις παλικάρι μου; Σε βλέπω τόσην ώρα να με κοιτάζεις έντονα σαν κάτι να θέλεις να μου πεις  ή να ρωτήσεις και διστάζεις. Έλα, λοιπόν, πες μου», είπε ο  Τίτο στον δεκαπεντάχρονο γιο του φονιά δημότη, εκείνου που μαχαίρωσε τον μακαρίτη το Μίλτο, το Λοχία.

«Να κυρ Δήμαρχε, θέλω να μου εξασφαλίσεις μια άδεια να επισκέπτομαι τον πατέρα μου καθημερινά, να του πηγαίνω το φαγητό που του φτιάχνει η αδελφή μου και που είναι προσεκτικά μαγειρεμένο κατ’ εντολή του γιατρού. Θα στο χρωστάω κυρ Δήμαρχε αν το καταφέρεις και πάρω την άδεια αυτή».

Ο Δήμαρχος συγκινήθηκε με τα αισθήματα του μικρού και την ωριμότητά του. Μικρό αγόρι και άντρας αληθινός στη συμπεριφορά του. Έπαιξαν βέβαια τον ρόλο τους και τα γεγονότα που έπληξαν την οικογένεια και τον ωρίμασαν πριν την ώρα του.

Πράγματι υπάρχουν άνθρωποι που είναι ώριμοι στη σκέψη, από την τρυφερή τους ηλικία και άλλοι που γερνούν και δεν ωριμάζουν ποτέ. Σαν κάτι φρούτα που παραμένουν στο δέντρο, τα κόβεις πιστεύοντας ότι ωρίμασαν πια, αλλά βλέπεις τελικά ότι είναι τελείως αγίνωτα.

Για έναν άντρα είναι ό,τι το πιο απωθητικό αυτό, μα εκείνον δεν τον νοιάζει. Παινεύεται δε, ότι νιώθει… σαν παιδί, κι ας είναι σαράντα ή πενήντα χρόνων μεσήλικας, τρομάρα του. Και δεν είναι μόνο που νιώθει παιδί αλλά φέρεται και σαν τέτοιο με έναν παλιμπαιδισμό που τον κάνει γελοίο.

Μεσολάβησε, λοιπόν, ο Τίτο και ικανοποίησε τη λαχτάρα του παιδιού.

Άλλωστε αυτή η κράτηση του γέρο πατέρα δεν  επρόκειτο να διαρκέσει και πολύ. Η αποφυλάκισή του ήταν θέμα ημερών.

Πράγματι έτσι έγινε, γιατί, κατόπιν απαίτησης όλων των δημοτών, η δίκη δεν άργησε να γίνει. Η ετυμηγορία των δικαστών έφερε ανακούφιση στο περί δικαίου αίσθημα του κόσμου. Του δόθηκε η μικρότερη δυνατή τιμωρία.

 Ακόμη και από την πλευρά της οικογένειας του Μίλτου δεν υπήρξαν μουρμουρητά.

Έτσι αποφεύχθηκε και το επαπειλούμενο φάσμα της βεντέτας. Είχαν επιτέλους καταλάβει και αυτοί οι άνθρωποι, τι μπουμπουκάκι ήταν το παλικάρι τους. Και λούφαξαν.

Τα τρία μέλη του κουαρτέτoυ των ντετέκτιβς περνούσαν ευχάριστες ημέρες στην Ελλάδα. Οι δε μικρές μανούλες με τα πιτσιρίκια τους, που τα μεγάλωναν μαζί, ήταν χαρούμενες που τούτη την εποχή δεν συνέβαιναν θαύματα και πράγματα στη ζωή τους.

Ο Στέφανος ήταν ακόμη απών, έχοντας να τελειώσει κάτι μικροεκκρεμότητες μιας περίεργης υπόθεσης στο Παρίσι. Σε λίγο θα γύριζε και αυτός.

Ο Τίτο που ένιωθε υποχρεωμένος στον Στέφανο για την ανιδιοτελή βοήθεια που του είχε προσφέρει, θέλησε να γιορτάσει τον ερχομό του οργανώνοντας μία γιορτή προς τιμήν  του που έμελλε να μείνει αξέχαστη σε όλους.

Πριν όμως διηγηθούμε και αυτήν την ιστορία ας πούμε κάτι επίσης ενδιαφέρον.

Εγώ, ο γράφων, δίνω προτεραιότητα σ’ αυτό, γιατί εκτός του ότι αφορά εμένα, το κρίνω και σαν σημαντικό. Επιτρέψτε μου, λοιπόν…

Η Ζωή, η φίλη της Βίρνας, δεν ήταν πια στην πρώτη της νιότη αλλά στην αρχή του  καλοκαιριού της.

Εκπληκτικά όμορφη και -τολμούμε να πούμε- επιτέλους κατασταλαγμένη στον έρωτα.

Πέρασε η εποχή της αναζήτησης και του αχαλίνωτου  σεξ. Βίωνε την εποχή της πλήρους ερωτικής  αποτοξίνωσης. Κοντολογίς, βρισκόταν στη φάση που δεν ήθελε ν’ ακούσει για έρωτες και τα συμπαραμαρτούμενά τους. Καλογέρεψε;

Ναι.

Και λίγα λέμε… και λίγα λέμε.

Λουκέτο στα αισθήματα, στην καρδιά και… όχι μόνο!…

Η Βίρνα τη φοβόταν αυτήν την αποχή της. Ήταν κάτι σαν τη δική της κατάσταση των δύο νεκρών της χρόνων.

Μεγαλύτερή της -αν θυμάστε- κατά έξι χρόνια, μα η Βίρνα την πρόσεχε σαν να ήταν η μικρότερή της αδελφή. Έτρεμε μην της πάθει κακό, με τις ακρότητες και τις μεταπτώσεις της διάθεσής της.

Μα τι της συνέβαινε;

Το συζήτησε με τον Τίτο και πρότεινε να την καλέσει με κάποιο πρόσχημα  να μείνει για λίγο καιρό μαζί τους για να την φροντίζει. Δεν άντεχε να την αισθάνεται μόνη της σ’ αυτή τη φάση της ζωής της και μ΄ αυτή την περίεργη ψυχολογία που την διακατείχε. Άλλωστε και η Βίρνα αισθανόταν τόσο μόνη καθώς ο Τίτο έλλειπε στη δουλειά του σχεδόν όλη τη μέρα.

Εκείνος δεν είχε ούτε σ’ αυτό αντίρρηση όπως και σε ό,τι και  αν ήθελε η λατρεμένη του. Ενθουσιάστηκε μάλιστα με την ιδέα της.

Όταν λοιπόν η Βίρνα της το πρότεινε, η πρώτη της αντίδραση ήταν: «ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ. Μου αρέσει η μοναξιά μου, την επέλεξα, την αγαπώ. Συγγνώμη, αγάπη μου, μα δεν την αλλάζω με τίποτα, ακόμη και με σένα…»

Η Βίρνα δεν την πίεσε αλλά και δεν το είχε σκοπό να μην επανέλθει. Θα εύρισκε άλλο τρόπο να την μεταπείσει έστω και αθέμιτο.

«Ζωή μου είμαι νομίζω έγκυος και τώρα στην αρχή φοβάμαι να μείνω μόνη. Θα κοιτάξω να βρω μία pregnant sitter (σημ. άραγε να υπάρχει μια τέτοια ειδικότητα;) να με προσέχει. Και…»

«Κούκλα μου, κουκλίτσα μου, μωρό μου και μωράκι μου, τι σαχλαμάρες λες; Θα αφήσω εγώ μια ξένη να σε φροντίζει εσένα και τα βαφτιστήρια μου; Δε θα ’σαι με τα καλά σου. Πονηρή μου κουμπάρα με έπεισες. Παραδίνομαι. Το πρωί παίρνω την οδοντόβουρτσά μου και σου έρχομαι. Καρδούλα μου, τι όμορφο νέο ήταν ετούτο; Να το χαρώ το κορίτσι μου. Με το καλό, με το καλό. Φαντάζομαι χαρές που θα έκανε ο κουμπάρος μου!»

«Δεν του το είπα ακόμα… του το φυλάω για έκπληξη το βράδυ που θα έρθει».

«Το βράδυ, ε; Και μέχρι το βράδυ τι; Ποιος θα σε προσέχει εσένα; Πάω σπίτι μου παίρνω την οδοντόβουρτσά μου και έρχομαι».

***

«Τίτο μου έλα για λίγο που σε θέλω ή μάλλον όχι δεν προλαβαίνεις. Το και το έγινε με τη Ζωή.

Επειδή δεν δεχόταν να έρθει, της είπα τη ψευτιά της ζωής μου πως και καλά είμαι έγκυος και χρειάζομαι να βρω κάποια γυναίκα να με βοηθάει τον πρώτο καιρό. Και φυσικά το κόλπο μου έπιασε. Θα έρθει απόψε κιόλας. Εσύ Τίτο δεν ξέρεις ακόμη τίποτα. Υποτίθεται ότι θα σου τα πω τα νέα το βράδυ και να φερθείς, παρουσία, της αναλόγως…» του είπε στο τηλέφωνο.

Εκείνος γέλασε με τη γυναικεία πονηρία της αγάπης του, λέγοντάς της:

«Μήπως βρε αγάπη μου θα έπρεπε να συνέβαινε αυτό στ’ αλήθεια;… Λέω εγώ τώρα…»

Φαίνεται λοιπόν ότι την ώρα (ή τη νύχτα) που το ευχήθηκε ο Τίτο, οι ουρανοί ήταν που λένε ‘ανοιχτοί’. Οι εκεί αρμόδιοι επελήφθησαν του θέματος και η κοιλίτσα της Βίρνας άρχισε να φιλοξενεί όχι ένα νοικάρη αλλά δύο αρσενικά, που η νονά τους τα αγάπησε από την πρώτη στιγμή που αποφάσισαν να εγκατασταθούν στην πρώτη τους κατοικία.

Ένα αθώο ψέμα αγάπης, που πριν το πάρει είδηση κανείς, έγινε η πιο μεγάλη διπλή αλήθεια.

Τα δυο κορίτσια ήταν πράγματι ευτυχισμένα. Αλλά η Βίρνα δεν ήθελε η καλή της φίλη να βολευτεί σε μια προσωπική τεμπελιά νιώθοντας πλήρης με τα βαφτιστήρια της που θα έρχονταν σε λίγους μήνες. Ο χρόνος κυλούσε όπως το συνηθίζει γρήγορα και η Ζωή της ήταν ‘μόνη’. Αυτή ήταν η έγνοια της Βίρνας. Δεν είχε μεν αντίρρηση η φίλη της να λατρεύει τα μωρά της σαν νονά τους, μα θα ήθελε να αφοσιωνόταν σε δικά της παιδιά. Γνώριζαν τόσους νέους ανθρώπους. Τι διάβολο, κανείς δεν της άρεσε πια; Σαν ποιον ήθελε δηλαδή; Τα πριγκιπόπουλα του παραμυθιού, είχαν πάψει να κυκλοφορούν στην πιάτσα πάνω στα άσπρα τους τα άτια.

‘Και να μην πω εγώ μπράβο στη Ζωή;

Καλά έκανε, γιατί έδωσε την ευκαιρία σε κάποιον που ήταν πολύ κοντά της και δεν το είχε συνειδητοποιήσει.

Ποιος ήταν ο κάποιος;

‘ΕΚΕΙΝΟΣ που μας αγαπάει και τον αγαπάμε και μείς, γιατί έχουμε τα ίδια γούστα!’

ΕΚΕΙΝΟΣ, που από δω το φέρνει από κει το πηγαίνει  και δεν το ομολογεί.’

‘Άντε λοιπόν άνθρωπέ μας. Λες και λες, για όλους τους άλλους, μα για τον εαυτό σου λέξη δεν θα πεις;’

‘Ωραία.

Πρόκειται για τον γράφοντα το βιβλίο τούτο, αφηγητή  και της δικής μου ιστορίας. Για μένα, το Σωτήρη ομιλώ, που με έκανε τον ευτυχέστερο των αντρών με το να με δεχτεί να γίνω άντρας της. Θα της είμαι αιώνια ευγνώμων και ερωτευμένος δια βίου μ’ αυτήν τη μάγισσα τη Ζωή, που και για μένα είναι η ζωή μου όλη.’

Κοίταξε τώρα πώς μεγάλωσε η παρέα.

Το  quarteto τoυ Στέφανου έγινε quinteto με μένα, sexteto με τη Ζωή και octeto με τη Βίρνα και τον Τίτο. Ένα πλήρες μουσικό σύνολο δηλαδή. Μια παρέα τ΄ ονείρου στ’ αλήθεια. Και εδώ, μία η αδιαφιλονίκητη πρωταγωνίστρια. Η ΑΓΑΠΗ.

Να είμαστε καλά.

Και συνεχίζουμε…

Πού είχαμε μείνει αλήθεια;

Ναι, σε κείνο το πάρτι που οργάνωσε πάλι ο Τίτο, προς τιμήν του Στέφανου.

H γιορτή έλαβε χώρα σε ένα ενδιαφέρον μοντέρνο κέντρο, από τα πολλά που ανήκαν στο Δήμο και βρισκόταν μέσα σε ένα πανέμορφο άλσος.

 Έφαγαν ήπιαν, χόρεψαν ως και τραγούδησαν και ο Τίτο όπως το συνήθιζε σαν διοργανωτής που ήταν, τους επεφύλαξε και ένα κυνήγι θησαυρού, ένα χάπενιγκ, που μόνο η δική του φαντασία μπορούσε να το κάνει, όχι απλά ενδιαφέρον, αλλά φανταστικό. Δεν είχε καμία σχέση με τα συνηθισμένα κυνήγια θησαυρών.

Το κυνήγι του εξαπλωνόταν στον περιορισμένο χώρο του άλσους μόνον και επρόκειτο για έναν θησαυρό από όμορφα και σημαντικά δώρα.

Που σημαίνει ότι σε κάποιο σημείο του δεντροφυτεμένου χώρου ήταν κρυμμένος. Καλούνταν λοιπόν όλοι οι συμμετέχοντες να τον βρουν.

Υπήρχαν κάποιοι κανόνες, κάποιες οδηγίες και κάποιες βοήθειες.

Σαν διαθέσιμος χρόνος ήταν ένα τετράωρο. Από τις 2-6μ.μ..

Συμμετείχαν οι πάντες.

Ήταν τέτοια η πλάκα, τα αστεία και οι φωνές όσων από λάθος εκτίμηση νόμιζαν ότι ανακάλυψαν τον θησαυρό, που δεν ήταν παρά άδεια κουτάκια αναψυκτικών, που τα γέλια τους συναγωνίζονταν αυτό του μάστορα του είδους Τίτο. Ο οποίος με μεγάφωνα τοποθετημένα σε διάφορα μέρη του δάσους μετέδιδε καθαρά και  γελαστά τις παραινέσεις του, να μην αποθαρρύνονται καθώς, βρίσκονταν… κοντά του.

Κοντά σε ποιον απ’ όλους, φίλε Δήμαρχε;

Μα οι ώρες περνούσαν και ο θησαυρός δεν βρισκόταν πουθενά.

Είχε ερευνηθεί ο κάθε θάμνος η κάθε κουφάλα αιωνόβιων δέντρων το κάθε χαμηλό κλαράκι και το κάθε παγκάκι πέτρινο ή ξύλινο από τη βάση του.

ΤΙΠΟΤΑ.

«Μη το βάζετε κάτω φίλοι μου. Συνεχίστε. Πιστέψτε με αξίζει τον κόπο. Λέω να σας το πω και να μη το κρατάω άλλο για έκπληξη, θέλοντας έτσι να αναθερμάνω το ενδιαφέρον σας. Λοιπόν. Υπάρχουν δωρεές και προσφορές παντός είδους. Καθώς και μία επιταγή 10.000 ευρώ. Δεν σας το είπα; Αξίζει τον κόπο. Ιδρώστε τη φανέλα λίγο περισσότερο. Τα καλά κόποις κτώνται.

Να μη σας απασχολώ όμως και άλλο…

Καλό ψάξιμο».

Όμως!

Πλησίαζε η λήξη του χρόνου και ο θησαυρός αόρατος. Το πλήθος είχε εισχωρήσει όσο πιο βαθιά γινόταν στο δάσος, το οποίο, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι είχε σαρωθεί απ’ άκρου σ’ άκρον.

Μα και πάλι δεν βρήκαν τίποτα.

Έμενε μισή ώρα ακόμη και μόνο λίγα παιδιά έμειναν να ψάχνουν απεγνωσμένα. Οι μεγάλοι και κυρίως οι καλεσμένοι του Δημάρχου, είχαν επιστρέψει στο κέντρο και είχαν εφορμήσει στα αναψυκτικά και τους καφέδες Προσπάθησαν πολύ, επί ματαίω. Ήταν κατάκοποι, μα η πλάκα ήταν μεγάλη όσο έβλεπαν τους ηλικιωμένους και συνομηλίκους, να κάνουν όπως και οι ίδιοι σαν μικρά παιδιά.

Καταπληκτική η εμπειρία…

Το ότι τον θησαυρό δεν τον βρήκαν λίγη σημασία είχε πια.

Ξάφνου, ακούγονται φωνές γέλια χειροκροτήματα και δεν χρειάστηκαν πολύ για να καταλάβουν την αιτία.

Κάποιος θα πρέπει να  βρήκε το θησαυρό επιτέλους.

Πετάχτηκαν έξω από το μεγάλο κέντρο όλοι για να δουν έκπληκτοι ότι αυτός που τον βρήκε ούτε κοπίασε πολύ σαν αυτούς, ούτε και έψαξε πολλή ώρα.

Ο θησαυρός βρισκόταν ακριβώς στην οριοθετημένη αρχή του δάσους και τον βρήκε μια γιαγιά που απλώς έκοβε  το μάτι της και το μυαλό της. Με μόνη βοήθεια και στήριγμά της το μαύρο της μπαστούνι που στην πραγματικότητα δεν την στήριζε αλλά το κρατούσε στην περίπτωση που θα το χρειαζόταν!… Η σούπερ γιαγιά έκανε υπερήφανο τον εγγονό της, που δεν ήταν άλλος από τον δεκαπεντάχρονο γιο του φυλακισμένου, που οσονούπω έβγαινε από τη φυλακή.

Και ο Τίτο κατάλαβε από ποιον κληρονόμησε ο μικρός τη σπιρτάδα του μυαλού του. Η Γιαγιά χειροκροτήθηκε σαν σταρ του σινεμά και εκείνη ανταπέδωσε το χειροκρότημα. Αγκάλιασε το λατρεμένο της εγγονό και φεύγοντας είπε στον Τίτο:

«Κάνε Δήμαρχε τέτοια παιχνίδια, κάνουν σε όλους μας καλό. Μη ξεχνάς δε να στέλνεις πρόσκληση και σε μένα όπως έκανες και αυτή τη φορά.

Γεια σου γιέ μου και να έχεις την ευχή μου».

[Συνεχίζεται…]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη