«Animateur – Μέρος 13ο», μία νουβέλα της Λένας Μαυρουδή Μούλιου

Μέρος 13ο

Ο Τίτο ζήτησε από τον αστυνόμο να συναντηθούν.

«Τι συμβαίνει Δήμαρχε; Υπάρχουν νέα που εγώ δεν έχω;»

«Αστυνόμε, εγώ δεν έπρεπε να σε ρωτήσω αν έχεις νέα; Εσύ είσαι το αφεντικό στη διαλεύκανση της υπόθεσης. Εγώ είμαι Δήμαρχος. Απλά, κάποιες υποθέσεις κάνω τις οποίες θέλω να λάβεις σοβαρά υπ’ όψιν. Μπορείς να έρθεις από το Δημαρχείο; Δυστυχώς εγώ δεν μπορώ να φύγω από το γραφείο. Έχω ένα meeting που δεν παίρνει ματαίωση. Σε καλώ να έρθεις γιατί είμαι σίγουρος ότι αυτά που θα σου πω θα τα βρεις ενδιαφέροντα. Να σε περιμένω; Ωραία. Σε ευχαριστώ. Να πούμε σε τρεις ώρες από τώρα; Ο.k. Τα λέμε…»

Έως ότου έρθει ο αστυνόμος, ο Τίτο σκεπτόταν και ξανασκεπτόταν τον τρόπο που θα του έλεγε τα συμπεράσματά του. Φοβόταν μήπως κι μπλέξει το Στέφανο από τον τρόπο που θα του έλεγε τις υποψίες του. Χαζός δεν ήταν ο αστυνόμος, δεν ήξερε ότι θα του τα είχε εμπιστευτεί ο Μακρής τα όσα έλεγε;

“Διπλωματία Τίτο και λεπτοί χειρισμοί. Πρόσεχε αγόρι μου” συμβούλευσε τον εαυτό του.

Για να δικαιολογήσει δε, τον ερχομό των αδελφών της Φούλας στο Δημαρχείο,  πράγμα που θα το είχε πληροφορηθεί βέβαια, θα του έλεγε ότι η επίσκεψη δεν είχε σχέση με το έγκλημα αλλά με μια υπόθεση του Δήμου και τον κηπουρού τους.

Επί τη ευκαιρία να ρωτήσουμε το Δήμαρχο: «Τον πατέρα αλήθεια, γιατί δεν τον κάλεσες αφεντικό; Γιατί τον εξαίρεσες από τη μίνι ανάκριση που έκανες στην  οικογένεια;»

«Επειδή το συμπέρασμα που κατέληξε ο ‘Πουαρώ’ μεθ’ εμού του Δημάρχου  ήταν ότι αφού δεν ήταν ένοχα τα αδέρφια, ήταν πασιφανές ποιος ήταν ο ένοχος. Έτσι θεώρησα περιττό τον ερχομό του και τις ερωτήσεις. Όντως δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη εξυπνάδα να καταλήξουμε στο συμπέρασμά μας.

 Ο Γέρος είναι ο κεντρικός πυλώνας της οικογένειάς του.

Μεγάλωσε τα παιδιά του μόνος αφού η γυναίκα του είχε πεθάνει αμέσως σχεδόν μετά τη γέννα του μικρού του γιου.

Τι συναισθήματα θα πρέπει να κατέλαβαν τον άνθρωπο, όταν είδε  να εξευτελίζει εκείνος ο αχρείος την τιμή της οικογένειας του κοροϊδεύοντας τη μοναχοκόρη του;

Θα έκανε ένα γάμο με παπάδες και βιολιά και κλαρίνα και όλα θα ήταν ψεύτικα χωρίς κανείς τους  να το ξέρει .Ποιός πατέρας θα το άντεχε;

Μα θα μου πεις, τέτοιου είδους προβλήματα σοβαρά, λύνονται με μαχαιριές και αφαίρεση ζωής; Συνειρμικά να θυμηθούμε  τη στιγμή του παρ’ ολίγο βιασμού της Βίρνας  από αυτόν τον ίδιο άνθρωπο. Εκείνη δεν τον τραυμάτισε με το γυάλινο ποτήρι στο… μόριό του αχρηστεύοντάς τον σαν άντρα αν και του άξιζε να το πάθει.

Καλύτερα λοιπόν να τον ξευτέλιζαν, να τον ρεζίλευαν να τον τράβαγαν στα δικαστήρια και να γινόταν το όνειδος του χωριού του ή της πόλης του όχι όμως να τον σκοτώσουν.

Η δε κοπέλα και η οικογένειά της γιατί θα έπρεπε σώνει και καλά να νιώσουν ντροπή;

Έφταιγε κανείς τους;

Ο μακαρίτης ήταν τόσο καλός ηθοποιός. Τόσο ελαστικής ηθικής και τιμιότητας! Πού να τα ξέρουν τούτα τα ‘προτερήματα’ του;

Πάνω σ’ αυτά πόνταρε και ο μαχαιρωμένος μην υπολογίζοντας ακόμη, στην αναγνώρισή του από έναν πρώην φαντάρο που του είχε ψήσει και το ψάρι στα χείλια από τα καψόνια. Όχι βέβαια πως Δήμαρχος δεν θα τον αναγνώριζε αν δεν είχε υποστεί το κόμπλεξ του λοχία, να εξηγούμαστε.

«Γαμώ την τύχη μου, γαμώ» είχε σκεφτεί ο λοχίας. «Άντε και να δω πώς θα τα μπαλώσω που μ’ έκαναν τσακωτό». Νόμιζε ο καψερός ότι με ένα μπάλωμα θα την έβγαζε καθαρή. Αλλιώς βλέπεις ζύγιαζε αυτός τις απατεωνιές αλλιώς οι άλλοι…

Δυστυχώς γι αυτόν, η μπαγαποντιά του δεν επιδεχόταν  μπαλώματος, ακριβώς όπως οι μαχαιριές που του κατάφεραν και τον έστειλαν στον άλλο κόσμο.

Πάλι καλά που το βαθύ ρυάκι έτυχε να μην έχει αρκετό νερό εκείνη τη στιγμή για να τον ξεβράσει κατ’ ευθείαν στο ποτάμι και να τον βρουν σ’ άλλη γη σ’ άλλα μέρη που κανέναν δεν ήξερε και κανείς δεν τον ξέρει!…

Οι παλιανθρωπιές έχουν και το ρίσκο τους.

Έπαιξε, κορόιδεψε και πλήρωσε πολύ ακριβά βέβαια. Μεγάλο το τίμημα. Σύμφωνοι.

Είπαμε ότι όλοι οι τιμητές κακών η καλών πράξεων δεν έχουν τα ίδια μέτρα και σταθμά. Πώς να το κάνουμε;

Εμείς δεν είμαστε εδώ για να κρίνουμε πεθαμένους και ζωντανούς. απλώς καταγράφουμε τα γεγονότα. Και καταγράφοντάς τα, συνεχίζουμε το έργο εφ’ ω ετάχθημεν.

Φτωχέ μου αναγνώστη καλή υπομονή…

Τη συνέχεια δεν  νομίζουμε ότι είναι ανάγκη να την αναφέρουμε εδώ αναλυτικά.

Περιληπτικά μόνο να πούμε ότι η δικαιοσύνη αποφάνθηκε.

Η Θέμις δεν συγκινήθηκε ιδιαίτερα από το δράμα του γέροντα.

Του αποδόθηκε η ευθύνη που του αναλογούσε και ήταν μάλλον σκληρή.

Τελικά ο Τίτο βρήκε ξανά το πηγαίο του μεταδοτικό γέλιο και ευχήθηκε τα συμβάν αυτό να είναι το τελευταίο στην καριέρα του σαν Δημάρχου. Μα φοβάμαι η ευχή του δεν εισακούστηκε…

Έτσι είναι Δήμαρχε.

Μην ξεχνάς:

«Μεγάλα καράβια, μεγάλες φουρτούνες».

Μα ο καλός καραβοκύρης, τι κάνει;

Ναι.

Αυτό…

***

Ο Δήμος πρότυπο επανέκτησε τους συνήθεις ρυθμούς του και ο animateur εγκαινίασε ένα νέο πρωτάκουστο ημερήσιο πρόγραμμα.

Είπε:

«Δεν ξέρω πόσο θα μου πάρει αλλά το έχω σκοπό να επισκεφτώ όλα τα σπίτια των Δημοτών και καθ’ ένα χωριστά. Τουλάχιστον είκοσι σπίτια την ημέρα με τον ίδιο διαθέσιμο  χρόνο είτε των φιλικά κειμένων στο πρόσωπό μου είτε όχι. Θέλω να αφουγκραστώ τις ανάγκες τους εγώ ο ίδιος και όχι μέσω αυλοκολάκων και επαγγελματιών χειροκροτητών».

Έκπληκτοι οι πάντες για μια ακόμη φορά μαζί του. Κάτι τέτοιο δεν είχε ξανασυμβεί αφ’ ότου θυμάται ο γράφων.

Ο κόσμος απόρησε, ενθουσιάστηκε, τον λάτρεψε. Μπήκε στα σπίτια με το γέλιο του, το αστείο του, και ευήκοον ους.

Ο Γραμματέας του σημείωνε προσεκτικά τα παράπονα,  τις υποδείξεις υποσχόμενος να τις μελετήσει και να προσπαθήσει να δώσει λύσεις όπου ήταν εφικτό μη προσφέροντας φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Ο Τίτο ήταν παιδί σοβαρό, δεν ήταν πολιτικάντης «Μαυρογυαλούρος» οπαδός του ΘΑ και ΘΑ. Ο κόσμος τον είχε παρακαλέσει να αναλάβει τα ηνία του Δήμου τους με κίνητρα συμφέροντος ας πούμε γιατί καταλάβαιναν ότι από το γελαστό αυτό παιδί μόνο καλό θα έβλεπαν . Γνώριζαν πως ό,τι έκανε θα ήταν επ’ ωφελεία τους και όχι επ’ ωφελεία του εαυτούλη του.

Δεν γνωρίζουμε άλλο ρήμα από το ‘λατρεύω’ που να απηχεί πιο πολύ την αλήθεια για το πρόσωπό του.

Ένα παλικαρόπουλο στα είκοσι έξι του χρόνια και ήταν μια άνοιξη διαρκείας στον  κύκλο της ζωής του. Οι τρεις άλλες εποχές απλά είχαν παραχωρήσει αδιαμαρτύρητα τη θέση τους στην Άνοιξη. Και πράγμα περίεργο κανείς δεν έπληξε από την διαρκή άνθιση και ανανέωση, όπως ίσως θα έκανε σ’ άλλες περιπτώσεις. Είπαμε. Ο άνθρωπος εύκολα βαριέται τη μονοτονία – και την ομορφιά ακόμα. Χρειάζεται και η ασχήμια, γιατί μόνο τότε συνειδητοποιείς την «ομορφιά».

[Συνεχίζεται…]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη