«Animateur – Μέρος 12ο», μία νουβέλα της Λένας Μαυρουδή Μούλιου

Μέρος 12ο

Και ο καιρός κυλούσε όμορφα, ειδυλλιακά θα λέγαμε στο όμορφο αυτό Δήμο.

Ο Τίτο παντρεύτηκε τη Βίρνα του με κουμπάρα τη Ζωή της και το γλέντι του γάμου κράτησε όσο κρατούν τα πανηγύρια στα Ελληνικά χωριά και τα νησιά μας, τρεις ημέρες δηλαδή.

Κλαρίνα και νταούλια.

Μα και ροκ και ραπ.

Ο Δήμος πάντρευε τον πρώτο Δημότη της πόλης του και συμμετείχε στη χαρά του σαν να ήταν το παιδί, του καθ’ ενός απ’ αυτούς.

Κάποτε, τελείωσαν και οι επιπλέον του συνήθους χαρές και ξαναβρήκε η περιοχή τους γνωστούς και καθημερινούς της ρυθμούς.

Και ξαφνικά, να το πάλι το κακό…

Ζήτησε να έρθει εις γάμου κοινωνία, μια όμορφη στρουμπουλή (τα πάχη μου, τα κάλλη μου!) συνδημότισσα. Γάμος πολιτικός, με την ευλογία του νεαρού Δημάρχου. Μέσα στα καθήκοντά του κι αυτό. Και να δεις που από τότε που ανέλαβε αυτό το αξίωμα, αυξήθηκαν και οι γάμοι κατακόρυφα. Μεγάλη η τιμή βλέπεις να παντρευτεί με τις ευλογίες του γελαστού παιδιού. Άσχετα αν στον ίδιο τον Τίτο δεν άρεσε καθόλου να υποκαθιστά τους ιερείς και ο γάμος να μην είναι Μυστήριο αλλά μια απλή διαδικασία.

Δεν θα ήταν αυτός βέβαια που θα άλλαζε και τους νόμους του κράτους.

Ήρθε λοιπόν η μελλόνυμφη, έφερε τα χαρτιά που της ζητήθηκαν μα ο Τίτο τον γαμπρό δεν τον είχε δει ακόμη, πράγμα που συνήθιζε να κάνει πριν την τελετή.

Ρώτησε την ευτυχή υποψήφια νύφη γιατί ο ευτυχής μέλλων γαμπρός δεν του έκανε την τιμή να έρθει να πουν δυο κουβέντες βρε αδερφέ, για να μην είναι και όλως διόλου ξένοι την ωραία στιγμή που θα τους ένωνε με τα δεσμά του Γάμου…

Βρε το είπε μια, στη χαριτόβρυτη δεσποινίδα, βρε το είπε δυο και τρεις και δεκατρείς φορές και ψυλλιασμένος την δέκατη τέταρτη φορά της λέει, ότι εάν ο senior δεν έρθει να γνωριστούν ως είναι το έθιμο κι’ αυτός Γάμο δεν κάνει.

Ας ζητήσουν να τους παντρέψει ένας άλλος αντιδήμαρχος -τον οποίο ειρήσθω εν παρόδω θα ενημέρωνε να πράξει όπως και ο ίδιος- και η νεαρά έφυγε προβληματισμένη μεν, ψυλλιασμένη όμως όχι αρκούντως.

Και επιτέλους έρχεται το ζεύγος των μελλονύμφων.

Με το που τον είδε τον άντρα ο Τίτο του λέει με το διάσημο τοις πάσι χαμόγελό του: «Βρε καλώς τον Μίλτο!  Κοίταξε τώρα σύμπτωση. Τι μου κάνεις κυρ λοχία μου; Με θυμάσαι δεν μπορεί. Μου έκανες μαύρη τη ζωή μου στο Στρατό, θαρρείς και είχες προηγούμενα μαζί μου.

Όμως περασμένα ξεχασμένα, ε;

Πες μου κυρ λοχία μου εσύ δεν ήσουνα φρεσκοπαντρεμένος; Ή μήπως και κάνω λάθος; Πότε πρόλαβες και χώρισες και ξαναπαντρεύεσαι βρε θηρίο; Μωρέ χαράς το κουράγιο σου.

(πού να του έλεγε και γι’ αυτά που ψιθυρίζονταν για το ενδιαφέρον του προς ορισμένους μπρατσωμένους νεαρούς στρατιώτες…)

Άκουσέ με όμως. Για λόγους τελείως τυπικούς θα σου ζητούσα να μου φέρεις το διαζευκτήριό σου ή αν πέθανε η προηγούμενη γυναίκα σου, κτύπα ξύλο, να μου φέρεις τη ληξιαρχική πράξη θανάτου της.

Έτσι φίλε; Και χάρηκα που σε είδα, ειλικρινά στο λέω…»

Η στρουμπουλή δεσποινίς κατάπληκτη έριχνε αιχμηρές ματιές πότε στον δικό της, πότε στον γελαστό Δήμαρχο.

Και ο λοχίας (πρώην; νυν; Δεν  ενδιαφέρθηκε ο Τίτο να το πληροφορηθεί) να έχει κοκκινίσει, μέχρι σημείου εγκεφαλικού επεισοδίου.

Δεν είπε παρά μόνο μία λέξη ‘καλώς’ και έφυγε χωρίς να χαιρετίσει, ο παρά λίγο βιαστής και της Βίρνας!

Μίλησε για σύμπτωση ο Τίτο πριν λίγο; Πού να ήξερε και τη λαμογιά του υποψήφιου γαμπρού που ήθελε να τον παντρέψει. Αυτή κι αν ήταν σύμπτωση…

Την επομένη, ανάστατος ο Δήμος.

Σε ένα από τα βαθιά ρυάκια που είχαν ανοίξει για τους λόγους που αναφέραμε και που τώρα ο Δήμος φρόντιζε να αξιοποιήσει καταλλήλως, βρέθηκε το πτώμα ενός άγνωστου άντρα για τους δημότες αφού κανείς εξ’ όσων τον είδαν δεν τον αναγνώρισε. Ο νεκρός έφερε τρία τραύματα, κατά τον ιατροδικαστή. Το ένα στην κοιλιά, το άλλο στο στήθος και το τρίτο και φαρμακερό, αφού ήταν αυτό που επέφερε το θάνατο, στον αυχένα.

Αναστατώθηκε βέβαια ο Δήμος αλλά δυστυχώς τέτοιοι θάνατοι, είναι πια μια συνηθισμένη είδηση για άλλες περιοχές. Στον δικό τους παράδεισο δεν είχαν παρεισφρήσει μέχρι στιγμής μαχαιροβγάλτες, δολοφόνοι, επαγγελματίες ή περιστασιακοί.

Να λοιπόν που ο δάκτυλος του διαβόλου μπήκε και στο δικό τους Κήπο της Εδέμ.

Με αυτές τις απαισιόδοξες σκέψεις, ο Τίτο  ρίχνει μια ματιά στις φωτογραφίες του πτώματος που άφησε στο γραφείο του ο αστυνομικός ρεπόρτερ ο Δημητράκης, και πετιέται από τη θέση του ως εάν η  καρέκλα του να είχε μηχανισμό εκτοξευτήρα.

«Δεν είναι δυνατόν, δεν είναι δυνατόν…»

Κοιτάζει τη μία μετά την άλλη τις φωτογραφίες και ναι Τίτο μου, ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ. Είναι όντως ο πρώην λοχίας σου.

Βάζει φωνή, έρχονται οι υπάλληλοι από τα διπλανά με του Δημάρχου γραφεία και ανήσυχοι βλέπουν το Δήμαρχο να κραδαίνει τι φωτογραφία και να λέει σε ασυνήθιστα σοβαρό ύφος:

«Αυτός είναι, λάθος δεν κάνω. ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ».

Οι θορυβημένοι δημοτικοί υπάλληλοι έριξαν και αυτοί μια ματιά στις φωτογραφίες δεν αναγνώρισαν το θύμα και είπαν:

«Σε μας είναι άγνωστος κύριε».

«Για πέστε μου σας παρακαλώ, είδε κανείς σας τη δεσποινίδα που επρόκειτο να παντρευτεί το ερχόμενο Σάββατο;» (Τα τεκταινόμενα συνέβαιναν Τετάρτη).

Όχι. Κανείς.

«Μα δεν είναι δυνατόν. Ήταν αρκετού εκτοπίσματος για να πω ότι μπορούσε να περάσει απαρατήρητη!»

«Ναι, εγώ την είδα» είπε ο κλητήρας (σημ. δεν είμαι και εντελώς σίγουρος για την ειδικότητά του.)

«Ωραία, μπράβο Βασιλείου. Την γνωρίζεις μήπως; Ξέρεις πού μένει;»

«Όχι κυρ Δήμαρχε, μα νομίζω ότι ο κηπουρός μας ο Γιώργης ο Μάρκου είναι συγγενής της».

«Άκου Βασιλείου. Πάρε τον αντιδήμαρχο Κωστή και έναν αστυφύλακα και τρεχάτε γρήγορα να την φέρετε  χωρίς να της πείτε ΤΙ την θέλω. Τσιμουδιά για τις φωτογραφίες. ΕΦΥΓΕΣ».

«Κοίταξε που η τύχη, μου παίζει παιχνίδια πάλι» μονολόγησε ο Τίτο. «Και Κύριος οίδε σαν πόσο καιρό  θα κρατήσει αυτό».

Πριν καλά καλά τελειώσει τις πικρές του σκέψεις, καταφθάνει στη Δημαρχεία ο αστυνομικός Διευθυντής, και του ανακοινώνει ότι οι έρευνες άρχισαν ήδη αλλά κινούνται στα τυφλά γιατί ο νεκρός είναι μέχρι στιγμής άγνωστος.

«Καλά. Μην είσαι και τόσο σίγουρος καλό μου όργανο της Τάξης. ΕΓΩ π.χ. τον γνωρίζω. Και μάλιστα με δύο του ιδιότητες. Μία ως πρώην Λοχία  μου στο Στρατό και μία ως υποψήφιου γαμπρού, που θα τον πάντρευα το Σάββατο τούτο που μας έρχεται. (σημ. και πού να ήξερες φουκαρά μου και άλλη μία του ιδιότητα, αυτή του επίδοξου βιαστή της γυναίκας σου λίγο πριν τη γνωρίσεις εσύ, εξ ‘ αιτίας του οποίου έχασε το γέλιο της για δύο χρόνια και τη φίλη της για άλλα τρία.)

Τον λένε, τον έλεγαν, Μίλτο Καμπούρογλου. Και πριν δύο μέρες ακριβώς ήταν εδώ στο γραφείο μου».

Σειρά του αστυνόμου τώρα να εκτοξευτεί από την καρέκλα του με πανομοιότυπο τρόπο εκείνου με τον οποίο εκτοξεύτηκε και ο δήμαρχος βλέποντας τις φωτογραφίες. (σημ. να θυμηθώ να ρωτήσω το Δήμαρχο αν οι καρέκλες ήταν ειδική παραγγελία που έκρυβαν κάποιο μηχανισμό. Η σύμπτωση παραήταν μεγάλη για να την πω τυχαία!…)

«Δήμαρχέ μου, τι μου λες; Τότε το πράγμα αλλάζει. Παίρνει άλλη τροπή. Ευκολότερη; Δυσκολότερη; Θα δείξει».

Και κάνοντας μεταβολή χαιρέτησε πάνω από τον ώμο του λέγοντας: «Θα ξανάρθω». Και έφυγε βιαστικά.

Ο Τίτο κάθισε στο γραφείο του προβληματισμένος, σκεφτικός και με κακά προαισθήματα για το ποιος μπορεί να ήταν ο φονιάς. Άθελά του, σαν μια φλασιά, έφερε στο νου του τη φαρμακερή ματιά της υποψήφιας νύφης τόσο στο πρόσωπό του όσο και σ΄ αυτό του μακαρίτη, και ανατρίχιασε.

«Αν ήταν αυτή η  φόνισσα θα έπρεπε να είχε διαπράξει το φόνο σε στιγμή που το θύμα θα ήταν ανήμπορο να αντιδράσει. Τρία τέτοια κτυπήματα μπορεί να τα δεχτεί ένας εκπαιδευμένος άντρας που δίδασκε τους φαντάρους και τη χρήση του μαχαιριού; Ή κοιμισμένος ήταν, ή ναρκωμένος εν αγνεία του βέβαια. Τι άλλο;  Και μάρτυράς μου ο Θεός πόσο σιχαίνομαι αυτά τα πράγματα. Είναι όμως να μη σου λάχει. Ελαχέσου!»

Ήρθε η αρραβωνιασμένη (αν ισχύει ακόμη η ιδιότητα αυτή μετά το θάνατο του συντρόφου της) αφρατούλα και πενθούσα, σπαράζουσα γοερώς.

«Τι συνέβη κορίτσι μου; Πώς έγινε;»

«Θα αστειεύεσαι Δήμαρχε. Εγώ μόλις τώρα το μαθαίνω. Ο Μίλτος χθες βράδυ έφυγε σχετικά νωρίς από το σπίτι. Είχαμε δώσει ραντεβού να έρθουμε να σε δούμε σήμερα να σου φέρει τα χαρτιά που του ζήτησες. Μη ξεχνάς ότι σε τρεις μέρες παντρευόμασταν. Είχαμε τόσες εκκρεμότητες να διεκπεραιώσουμε».

«Συγγνώμη αλλά με κάποιον θα είχε προηγούμενα ο μακαρίτης. Με ποιον νομίζεις εσύ ότι είχε τα περισσότερα;»

«Μα τι μου λες άνθρωπέ μου; Ο Μίλτος δεν είναι από τα μέρη μας. Ποιος να του κάνει κακό και γιατί; Σίγουρα είναι ξένου η δουλειά. Ίσως για να τον ληστέψει. Πού να ξέρω; Πού να ξέρω; ΑΧ!»

«Λυπάμαι που έχασες τον άνθρωπό σου. Αν θέλεις μπορείς να βοηθήσεις να βρούμε τον κακοποιό. Εγώ θα καλέσω να έρθει ο Στέφανος Μακρής με την ομάδα του. Θα βοηθήσει την αστυνομία. Δεν πιστεύω να παρεξηγηθώ από τον αστυνόμο γι’ αυτό μου το κάλεσμα. Γιατί να το κάνει;

Θέλω να εκμεταλλευτώ το γεγονός ότι βρίσκεται την εποχή αυτή στην Ελλάδα.

Είναι απίστευτο το πόσο γρήγορα μπορεί να φτάσει στη λύση ενός τέτοιου προβλήματος.

Θα τον βρούμε το φονιά πίστεψέ με, σου το λέω αν είναι αυτό μία παρηγοριά για σένα.

Εσύ, αυτό που έχεις να κάνεις μέσα στη στενοχώρια σου είναι να θυμηθείς τα λόγια που σου είπε τις τελευταίες του μέρες. ΑΝ κάτι φοβόταν, ΑΝ κάποιος τον είχε απειλήσει και τέτοια.

Πήγαινε τώρα καλή μου και όταν σε καλέσω ξαναέρχεσαι. Έτσι;»

Όταν η κοπέλα έφυγε, ο Τίτο κάλεσε στο τηλέφωνο το  φίλο του αστυνομικό,  να τον ρωτήσει αν έχει αντίρρηση να ζητήσει και τη βοήθεια του Μακρή.

«Άκου Δήμαρχε. Τον Μακρή τον σέβομαι όσο κανέναν άλλο συνάδελφο. Αν τον θέλεις να βοηθήσει ας το κάνει. Στα δικά μου πόδια μην ανακατευτεί. Αφ’ ενός είναι αντιδεοντολογικό και αφ’ ετέρου, πώς να το κάνουμε; Είναι σαν να απαξιώνουμε μόνοι μας τους εαυτούς μας. Το αφήνω στη διακριτική σου ευχέρεια να χειριστείς το θέμα με το τακτ που ξέρω διαθέτεις. Που σημαίνει: Κάνε ό,τι θέλεις.»

Είχε δίκιο ο αστυνόμος. Γιατί να ανακατέψει το διάσημο ντετέκτιβ; Δήλωσε αδυναμία η αστυνομία; Ας άφηνε να δει πώς θα κινούνταν οι αρχές και αν τις εύρισκε τις κινήσεις τους ανεπαρκείς θα ζητούσε τη βοήθεια του Μακρή.

Παραδέχτηκε ότι ήταν τουλάχιστον άστοχο και απρεπές αυτό που ζήτησε από τον αστυνόμο για να μη πει ότι ήταν σκέτη γαϊδουριά.

Πάλι καλά που δεν θύμωσε ο Αστυνομικός Και αν εθίγη, τουλάχιστον δεν άφησε να φανεί. Άψογη συμπεριφορά. Άλλος στη θέση του και μόνο απ’ αυτό το φέρσιμο θα τον είχε κάνει εχθρό του.

Βρε μπλεξίματα…

Και ο Δήμαρχος τα σιχαινόταν αυτά. Του έδιωχναν το γέλιο. Πώς να το κάνουμε. Ο άνθρωπος, δεν ήταν γεννημένος πολιτικός για να έχει εκείνη τη χαρακτηριστική ικανότητα της διπλωματίας, της τέχνης δηλαδή του ελίσσεσθε.

«Δήμαρχε αν πραγματικά θέλεις να παραμείνεις στη θέση αυτή χωρίς να πάθεις στομαχικό έλκος από τις στενοχώριες, πρέπει να αρχίσεις να μαθαίνεις να είσαι λιγότερο αυθόρμητος και πάντα έτοιμος στην αντιμετώπιση του απρόοπτου. Ξέχνα τους επίγειους παραδείσους, Δεν υπάρχουν. Μόνο σαν ουτοπία. Αν επιμένεις όμως εσύ ότι υπάρχουν, o.k., δεν θα διαφωνήσουμε μόνο που θα σε πείσουμε να παραδεχτείς τουλάχιστον ότι άλλοι είναι οι ουράνιοι και άλλοι οι επίγειοι. Μη ξεχνάς ότι οι πρώτοι κατοικούνται από αγίους. Για τους δεύτερους παίρνεις όρκο ότι συμβαίνει το ίδιο;

Άφησε λοιπόν τις γκρίνιες και μη χάνεις το γέλιο σου.

Δε φαντάζεσαι τι πασπαρτού είναι γα τον άνθρωπο και τι πόρτες του ανοίγει, εκεί που τα κλειδιά μοιάζουν άχρηστα. Τη γνώμη μου σου λέω σαν φίλος. Και τους φίλους να τους ακούς…»

*

Και επειδή, ενός κακού μύρια έπονται, ήρθε στο Δήμο το συγγενολόι του σκοτωμένου και άρχισε να κατηγορεί, να απειλεί και να φωνάζει, ότι αν δεν βρεθεί γρήγορα ο δολοφόνος θα γίνει μακελειό μεγάλο.

Στην αρχή, οι απειλές είχαν σαν αποδέχτες όλους τους   δημότες, έτσι, γενικώς και αορίστως. Από το Δήμαρχο έως τον κλητήρα του Δημαρχείου, και τον τελευταίο κάτοικο του Δήμου.

Στη συνέχεια περιέλαβαν τη νύφη τους και κυρίως την οικογένειά της γιατί ο άνθρωπός τους παρά τις  περί του αντιθέτου συμβουλές τους, τους έκανε την τιμή να πραγματοποιηθεί ο γάμος αυτός με αποτέλεσμα να το φάει το κεφάλι του.                                                                                                            «Αμ του το ‘λεγα εγώ του αδερφού μου ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι για μας. Δε με άκουσε και να τα αποτελέσματα. Περίμενα βέβαια τα χειρότερα αλλά όχι και τούτο εδώ»

«Και γιατί αυτή σας η πεποίθηση αγαπητέ κύριε; Τι κακό έκανε η οικογένεια για να έχετε την περίεργη αυτή γνώμη;»

«Ρωτήσαμε και μάθαμε. Μαχαιροβγάλτες. Και το απέδειξαν περίτρανα».

«Και ποιος ο λόγος να το πράξουν τρεις ημέρες πριν το γάμο; Τόσον καιρό μνηστευμένοι δεν το αποφάσιζαν; Αν δεν τον ήθελαν το μακαρίτη για γαμπρό, ας έβαζαν μυαλό στην αδελφή τους να διαλύσει τον αρραβώνα. Το προσπάθησαν και δεν το κατάφεραν λες; ΟΧΙ, και πάλι ΟΧΙ.

Και έγινε ό,τι έγινε».

Κάπου ακούστηκε η λέξη βεντέτα και τρόμαξε ο τόπος όλος.

«Α, όχι αυτό παιδιά. Για τ’ όνομα του Θεού. Όχι τέτοιο κακό στη ήσυχη πόλη μας…»

Ο Τίτο ρωτούσε και ξαναρωτούσε τον αστυνόμο.

«Τι γίνεται αγαπητό όργανο της τάξης; Πώς τα βλέπεις τα πράγματα; Βρες τον ένοχο φίλε μην έχουμε αιματοκυλίσματα. Πριν φουντώσει η έχτρα. Δεν βλέπεις τι γίνεται; Έχω άσχημα προαισθήματα, να το ξέρεις»

«Θα βρεθεί, Τίτο, θα βρεθεί. Γίνονται εκτεταμένες έρευνες. Εν ανάγκη θα εξεταστεί και ο τελευταίος κάτοικος του Δήμου μας. Να είσαι βέβαιος γι’ αυτό».

«Είπα εγώ το αντίθετο; Ο χρόνος είναι που με απασχολεί, που κυλά προς όφελος του δράστη, ως γνωστόν».

Είχε δίκιο ο Δήμαρχος να ανησυχεί. Δεν έβλεπε να γίνεται  καμία  πρόοδος, οπόταν παρέκαμψε τη φιλία του με την αστυνομία και κάλεσε το Μακρή.

Ήταν απελπισμένος και του το είπε.

Ο χρόνος που απέμενε για την παραμονή του ντετέκτιβ στην Ελλάδα ήταν δυστυχώς μία ακόμη εβδομάδα. Έπρεπε να φύγει. Είχε ανειλημμένες  υποχρεώσεις που δεν επιδέχονταν καθυστέρησης.  Και δεν ήξερε αν το διάστημα της μιας εβδομάδας ήταν  ένα διάστημα αρκετό για τη διαλεύκανση της υπόθεσης. Δεν ήταν,  όπως του είπε, μάγος. Είχαν ήδη περάσει  τόσες πολλές ημέρες και δεν είχε γίνει η παραμικρή πρόοδος. Και αυτός περίμεναν να βρει τη λύση μέσα σε επτά ημέρες;

Υπήρχε όμως και μία άλλη προοπτική. Αν δεν κατάφερνε να βρει τον ένοχο μέσα στο ελάχιστο αυτό διάστημα, υπήρχε ας μη ξεχνάμε ο βοηθός του ο Παύλος, που είναι άξιος ντετέκτιβ και αυτός και ο οποίος αυτή τη φορά δεν θα  ακολουθούσε το Μακρή γιατί πλησίαζε η ώρα η Μαρία Χριστίνα, η γυναίκα του, να γεννήσει τα μωρά της.

«Μείνε όμως ήσυχος θα του έχω προετοιμάσει το δρόμο. Θα ήθελα πάντως οι ενέργειές μας να μη γίνουν γνωστές επί του παρόντος. Ας μην υπάρξουν αντιπαραθέσεις με πρώην συναδέλφους μου.

Αρχίζουμε λοιπόν…

Θα καλέσεις στο Δημαρχείο τα αδέλφια της νύφης και θα τους κάνεις τις ερωτήσεις που θα σου πω, εμού παρόντος όλως τυχαίως τάχα. Ανάλογα με τις απαντήσεις τους συνεχίζω αδιάφορα πάντα, τις ερωτήσεις εγώ, ή και δεν ρωτώ καθόλου.

Κάνουμε έτσι τη δουλειά μας και κρατάμε τα προσχήματα με τις αρχές, ότι εγώ δεν μπαίνω στα χωράφια τους. Με σένα είναι διαφορετικά. Είσαι Δήμαρχος και το δικαίωμα των ερωτήσεών σου επιτρεπτό».

Ήρθε πρώτα  ο μεγάλος αδελφός.

Μετά ο δεύτερος.

Τελευταία ο μικρότερος γύρω στα 14 – 15 χρόνια του και απ’ αυτόν έπιασαν λαβράκι.

«Καλά να πάθει ο πούστης. Ακούς να θέλει να παντρευτεί τη Φούλα ενώ ακόμη δεν είχε βγει το διαζύγιό του με την πρώην του».

Ο Δήμαρχος κρατώντας τη ψυχραιμία του είπε:

«Εγώ του ζήτησα να μου φέρει το διαζευκτήριο».

«Τι μου λες κυρ Δήμαρχε; Ποιο διαζευκτήριο και πράσινα άλογα; Αφού δεν το είχε πάρει, όπως μάθαμε, ποτέ. Θα ήταν δίγαμος δηλαδή ο κερατάς».

«Καλά, και πώς αυτό; Η αδελφή σου δεν το ήξερε;»

«Όχι, που να μη σώσει να λιώσει η σάρκα του, του αλήτη. Δεν το ήξερε κανείς μας. Την είχε βεβαιώσει ότι πρόσφατα είχε βγει το διαζύγιο και ‘ήταν επιτέλους ελεύθερος κι ωραίος’ τα ακριβή του λόγια.

Μα ο μεγάλος μου αδερφός ο Μάρκος είχε κάτι ψυλλιαστεί και μόλις τώρα έμαθε ότι η πρώτη του γυναίκα του πούστη δεν έβαζε την υπογραφή της στο ρημαδόχαρτο. Οπόταν διαζύγιο πάπαλα. Θα έπρεπε να περιμένει ένα χρονικό διάστημα για να βγει αυτόματα. Ζήσε Μάη μου δηλαδή».

«Και η αδερφή σου τι έκανε;»

«Σαν τι ήθελες να κάνει δηλαδή; Μας είπε ότι αφού της έκρυψε κάτι τόσο κραυγαλέα πούστικο, ήταν ικανός να πει και μεγαλύτερα ψέματα ακόμη. Επομένως δεν θα τον παντρευόταν περιμένοντας να βγει το χαρτί. Επιπλέον, δεν τον ήθελε πια».

«Και τα αδέρφια σου τι είπαν;» Ρώτησε ο Στέφανος.

«Τι είπαν; ‘Και γαμώ τη ντροπή και την ξευτίλα μας’, αυτό είπαν».

«Και ο πατέρας σου;»

«Τον λυπήθηκα το γέρο μου. Έβαλε τα κλάματα μεγάλος άνθρωπος, όταν άκουσε το διπλό μαντάτο. Ότι δηλαδή ούτε γάμος θα γινόταν  ούτε  ο προκομμένος ήταν ελεύθερος. Και να σου πω  κάτι; Εγώ νομίζω ότι ούτε διαζύγιο θα έβγαινε ποτέ. Βρήκε την κατακαημένη τη Φούλα μας να κοροϊδέψει ο κανάγιας… Τρεις μαχαιριές του έδωσε ο φονιάς; Λίγες ήταν που να πάρει. Αν τον είχα στα χέρια μου κιμά θα τον είχα κάνει.

Και ακούστε με. Σας ορκίζομαι δεν ξέρω τίποτα άλλο. Μα και να ήξερα το φονιά δεν θα τον μαρτυρούσα. Να ‘ναι καλά. Μας γλίτωσε από το να γίνουμε εμείς φονιάδες. Το καθίκι! Για σκεφτείτε να είχε γίνει γάμος! Θα ήταν βέβαια άκυρος. Ρεζίλι θα είχαμε γίνει…» είπε ο μικρός με αφοπλιστική ειλικρίνεια και σηκώθηκε να φύγει λέγοντας:

«Με θέλετε τίποτα άλλο;»

«Γνωρίζουμε πόσων χρόνων είναι ο γέρος;» ρώτησε τον Τίτο ο Μακρής.

«Στάσου να δω στη μερίδα της οικογένειας.

Μια στιγμή.

Ναι. Είναι 75 χρόνων».

«Μωρέ χαρά στο κουράγιο του. Δηλαδή τον τελευταίο του γιο τον έκανε στα 60 του! Μωρέ μπράβο! Και ο μικρός; Τι άντρας, ε!»

«Τίτο, φοβάμαι ότι το ένστικτό μου και όχι μόνον αυτό, μου λέει, ότι το φόνο ο γέρος τον έκανε.

Για να απαλλάξει τα παιδιά του από τη φοβερή αυτή πράξη ανέλαβε ο ίδιος να ξεπλύνει την τιμή της οικογένειας. Η δική του η ζωή βρίσκεται στη δύση της.  Των παιδιών του και ειδικά του μικρού, στην ανατολή της.

Όσο το σκέπτομαι τόσο θεμελιώνεται η υποψία μου. Η λογική μου αυτό μου λέει.

Πρέπει πριν απ’ όλα να ρωτήσουμε τον Σωτήρη (σημ. εμένα εννοούσε ο Μακρής) σε περίπτωση ομολογίας του, ποια θα είναι η ποινή του, δεδομένων των ελαφρυντικών που έχει σαν πατέρας και σαν πολύ ηλικιωμένος άνθρωπος.

Τον λυπάμαι ρε συ Τίτο, ειλικρινά στο λέω».

«Για στάσου Στέφανέ μου. Ακόμα δεν τον είδαμε Γιάννη τον βαφτίσαμε; Στάσου να το αποδείξουμε πρώτα».

«Άκου μικρέ. Ένοχος είναι ο πατέρας. Μη αμφιβάλεις.

Το έργο μου τελειώνει εδώ. Σου ‘στρωσα το δρόμο. Από δω και μετά θα συνεχίσεις μόνος σου.

Αν θέλεις βοήθησε τον αστυνομικό λέγοντάς του τις υποψίες σου. Αποφεύγουμε έτσι τις παρεξηγήσεις περί δεοντολογίας, επεμβάσεις και εκεί  που δεν σε σπέρνουνε, κ.τ.λ., κ.τ.λ..

Αύριο φεύγω.

Θα ενημερώσω τον Παύλο. Για ό,τι τον χρειαστείς θα σπεύσει δίπλα σου. Εμπιστέψου τον. Είμαι σίγουρος θα γίνετε φίλοι.

Θα σου προσφέρει τη βοήθειά του.

Θα του προσφέρεις το ζωογόνο γέλιο σου.

Και οι δύο κερδισμένοι θα βγείτε.

Για κοίταξε όμως σύμπτωση. Δύο υποθέσεις μου ανέθεσες και στις δύο γέρος ο ένοχος…»

Τι ήθελε να πει ο ποιητής με την ακροτελεύτια φράση του;

Υπονοούσε κάτι;

[Συνεχίζεται…]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη