«Animateur – Μέρος 11ο», μία νουβέλα της Λένας Μαυρουδή Μούλιου

Μέρος 11ο

Το γελαστό παιδί, ο χαρισματικός διασκεδαστής, ο εμψυχωτής, ο animateur επί το γαλλικότερο, ήταν πια ένα είδωλο. Η κάθε εκδήλωση με την υπογραφή του ήταν πάντα ένα γεγονός.

Αν και μόνον είκοσι τριών χρόνων τού ζητήθηκε από έναν εκ των υποψηφίων δημάρχων να τιμήσει το ψηφοδέλτιό του.

Δεν μου αρέσει η λέξη που θα χρησιμοποιήσω τώρα, μα καλύτερος ‘κράχτης’ προτίμησης δεν υπήρχε. Το πρωτάκουστο δε ήταν ότι όταν ο κόσμος διάβασε για τη συμμετοχή του -την οποία με τα πολλά αποδέχτηκε- αναρωτήθηκε γιατί ο ίδιος δεν ήταν υποψήφιος δήμαρχος. Ήταν σίγουρο ότι εάν το αποφάσιζε θα ψηφίζονταν μονοκούκι, που λένε. Στοίχημα δε, ότι δεν θα έβαζε κανείς άλλος υποψηφιότητα, ξέροντας ότι σίγουρα θα καταποντίζονταν το πλοίο του αύτανδρο!…

Προς το παρόν, έδινε έστω κι έτσι στον υποψήφιο δήμαρχο στο ψηφοδέλτιο τού οποίου βρισκόταν το όνομα του Τίτο, ένα άνευ προηγουμένου προβάδισμα.

Και, όπως ήταν αναμενόμενο, ο υποψήφιος έγινε Δήμαρχος και επί των ημερών του, με αντιδήμαρχο της Εθιμοτυπίας και των Δημοσίων Σχέσεων τον Τίτο, ο Δήμος γνώρισε ημέρες χαράς πρωτόγνωρες.

Τέτοιο χαρούμενο δημοτικό συμβούλιο δεν είχε ξαναγνωρίσει ο τόπος. Τις ημέρες των συνεδριάσεων υπήρχε μια τέτοια απαρτία, που το πλήθος δεν χωρούσε στις αίθουσες που διέθετε το Δημαρχιακό Μέγαρο.

Νοικιάστηκε μία αίθουσα γι΄ αυτόν ειδικά τον σκοπό και οι σύμβουλοι της συμπολίτευσης, μα και της αντιπολίτευσης, θεωρούσαν εύνοια το γεγονός να ακούν και μόνο, τον Τίτο να προλογίζει την έναρξη τού Συνεδρίου.

Ας μη θεωρηθεί παρακαλούμε υπερβολή το γεγονός ότι ένιωθαν σαν να βαπτίζονταν στο νερό μιας αόρατης κολυμβήθρας και από ‘κει έβγαιναν άλλοι άνθρωποι ανανεωμένοι, χωρίς μουρτζούφλα, κατήφεια, μιζέρια, γκρίνια, θυμό. Αγνώριστοι.

Ο νεαρός σίγουρα επί εποχής μεσαίωνα δεν θα την γλίτωνε την πυρά. Θα τον κατηγορούσαν για μάγο!

Το έχουμε ξαναπεί. Ήταν απίστευτα χαρισματικός.  Σπάνια άνθρωπος αγαπήθηκε τόσο πολύ από τους συνανθρώπους του όσο αυτός.

Ίχνος δε κομπορρημοσύνης πάνω του, έχοντας όμως συναίσθηση της απήχησης που είχε το όνομά του στον κόσμο.

Κάποτε συνέβη  στην πόλη τους ένα άσχημο γεγονός. Συνέβαιναν και τέτοια βλέπετε. Παράδεισοι, με την πλήρη έννοια της λέξης, δεν υπάρχουν επί της γης. Ο διάβολος είναι πανταχού παρών. Συνύπαρξη του καλού και του κακού δηλαδή. Δεν βαριέσαι… ίσως και γι’ αυτό να μην έπλητταν και οι άνθρωποι στον εν λόγω Δήμο και παντού. Ήταν ένα είδος αλλαγής, για να μη βαριούνται από την μονοτονία του καλού. Είναι στον χαρακτήρα του ανθρώπου αυτό. Να βαριέται εύκολα. Το προέβλεψε ο Θεός λες και γι αυτό έφτιαξε τις τέσσερις εποχές; Μάλλον όχι, γιατί, αν δεν κάνουμε λάθος, προηγήθηκε αυτό της Δημιουργίας του ανθρώπου. Οπόταν, δεν γνώριζε ακόμη τις παραξενιές που θα είχε το δημιούργημά Του.

Αυθαίρετες ερμηνείες του γράφοντος βέβαια, αλλά γράφει αυτό που νομίζει.

Και η μια σκέψη γεννά την άλλη και από το θέμα μας ξεφεύγουμε, όπως θα μας μάλωνε ο δάσκαλος της έκθεσης και θα μείωνε τη βαθμολογία!

Λέγαμε, λοιπόν, για το άσχημο γεγονός που συνέβη.

Ήταν το τέλος του χειμώνα. Ενός χειμώνα που έριξε τόσο νερό στη χώρα, που δεν άφησε ποτάμι ή λίμνη που να μη ξεχειλίσει.

Ο κόσμος αναρωτιόταν, θα στέγνωνε άραγε ο τόπος με τον ερχομό της άνοιξης και του καλοκαιριού;

Το έδαφος είχε γίνει σαθρό. Όπου και αν πατούσες, το πόδι σου βούλιαζε σε μια γλοιώδη  λάσπη. Τα καταστήματα υποδημάτων δεν πωλούσαν πλέον παπούτσια αλλά μπότες από ανθεκτικό λάστιχο αδιάβροχο, που τις φορούσαν από νήπια, μέχρι αιωνόβια γερόντια…

Οι παραποτάμιες και παραλίμνιες πόλεις ήταν εκείνες που υπέφεραν περισσότερο.

Σε κάθε σπιτικό, τις νύχτες έμεναν ξύπνιοι οι άνθρωποι από το φόβο του νερού που μπορεί και να γέμιζε τα σπίτια τους σιωπηλά και ύπουλα, και όταν πια το έπαιρναν χαμπάρι θα ήταν δύσκολο να απεγκλωβιστούν, ακόμη και αν κατέφθαναν στρατιώτες με σωτήριες λέμβους. Παναγιά μου κατάσταση…

Με τον ερχομό της άνοιξης και την προοπτική ενός άνυδρου καλοκαιριού, ναι μεν ανέπνευσαν κάπως  αλλά είχαν, όπως είπαμε, το πρόβλημα όχι μιας νοτισμένης γης απλά, αλλά μιας υδαρής λάσπης που δεν έλεγε να στεγνώσει.

Τα καθημερινά ατυχήματα ήταν πολλά.

Τα αυτοκίνητα κολλούσαν στη λάσπη με τους γερανούς να τρέχουν και να μη φθάνουν για να τα τραβήξουν.

Το δυσκολότερο ήταν με τα ζώα. Πολλά από δαύτα,  κυρίως τις νύχτες, έμπαιναν σε ύποπτες και απαγορευμένες περιοχές και έτσι βούλιαζαν σαν σε κινούμενη λάσπη βάλτου. Με το φως της ημέρας ήταν λυπηρό να τα  βλέπεις βουλιαγμένα μέχρι το λαιμό, να εκλιπαρούν με το βλέμμα τους να τα σώσεις κι εσύ να μη μπορείς καν να πλησιάσεις για να μην έχεις την ίδια μ’ αυτά τύχη.

Οι παλιοί έλεγαν ότι αυτό το φαινόμενο ούτε το είχαν ξαναζήσει μα ούτε και θυμούνται κάτι παρόμοιο να τους είχαν πει ότι το έζησαν οι παππούδες και προπαππούδες τους, γηγενείς της περιοχής.

Δήμος και δημότες σε απόγνωση. Δεν ήξεραν τίνι τρόπω να αντιμετωπίσουν την κατάσταση.

Ο Τίτο, με μια θεία έμπνευση, πρότεινε στον δήμαρχο ένα σχέδιο ανάλογο μ’ εκείνο του Ηρακλή (όχι του Πουαρώ, αλλά του δικού μας αρχαίου) και το πλύσιμο των στάβλων του… Αυγεία.

Και ανοίχτηκαν ρυάκια που διευκόλυναν τα εγκλωβισμένα νερά τους να εκβάλουν στα ποτάμια, των οποίων η στάθμη είχε βέβαια υποχωρήσει πια. Ανοίχτηκαν λοιπόν ρυάκια, πολλά ρυάκια και είναι απίστευτο το πόσο νερό ήταν όντως εγκλωβισμένο κάτω από την επιφάνεια του εδάφους. Αλλιώς δεν επρόκειτο να στεγνώσει τούτος ο τόπος.

Συνεργεία, μηχανικοί, αρμόδιοι, αναρμόδιοι, δημότες, γέροι, νέοι και παιδιά, ένα τεράστιο εργοτάξιο, που απέκτησε πλέον εμπειρία στη διάνοιξη τέτοιων ρυακιών.

Και ω του θαύματος!

Η επιφάνεια του εδάφους σαφώς κατέβαινε, όσο απελευθερωνόταν το νερό που είχε κουρνιάσει από κάτω, βρίσκοντας τον δρόμο του όχι στις αυλές και τα υπόγεια των σπιτιών πια, αλλά στο φυσικό τους χώρο, τα ποτάμια δηλαδή.

Στα μέσα περίπου του καλοκαιριού τα πράγματα είχαν απίστευτα καλυτερεύσει, για να ολοκληρωθεί το στέγνωμα του εδάφους από ένα καύσωνα, που για πρώτη φορά έγινε δεκτός με καρτερία και χαρά. Ήρθε να ολοκληρώσει το ανθρώπινο έργο.

Το φθινόπωρο τους βρήκε σε ένα τοπίο φυσιολογικό, οι άνθρωποι ξανάβαλαν παπούτσια και ο Δήμαρχος της πόλης κάλεσε το Δημοτικό Συμβούλιο να τους ανακοινώσει κάτι το πολύ σοβαρό, όπως προανήγγειλε:

«Φίλες και φίλοι δημότες. Περάσαμε δύσκολες ημέρες όλοι μας. Κανείς δεν μπορεί να τα βάλει με τη φύση βέβαια, με τα καιρικά της τερτίπια και τα επακόλουθά τους. Ευτυχώς τα καταφέραμε.

Και τα καταφέραμε χάρις την εξυπνάδα ενός συνδημότη μας, που τολμώ να τον αποκαλέσω Σωτήρα μας.

Τον Τίτο μας εννοώ, φίλοι μου, τον animateur μας. Δική του η ιδέα της διάνοιξης των ρυακίων, ως γνωστόν.

Προσωπικά υποκλίνομαι μπροστά του και ας έχω τα τριπλά του πάνω-κάτω χρόνια.

Σας κάλεσα, λοιπόν, να σας προτείνω και σεις να αποφασίσετε αν δέχεστε τη δική μου θέση, αυτή του δημάρχου, να την αναλάβει αυτός. Εγώ, ευχαρίστως να βρίσκομαι υπό την μπαγκέτα της διεύθυνσής του. Μου συνέστησε να κάνουμε συγκεκριμένα έργα προς αποφυγήν μελλοντικών παρόμοιων εφιαλτικών καταστάσεων. Θα ήταν ευχής έργον να υλοποιήσει ο ίδιος το όραμά του.

Θα χρειαστεί βέβαια η δική σας προσωπική άμισθη εθελοντική συνδρομή. Ο Τίτο δεν ήταν ενήμερος της πρότασής μου. Ελπίζω να μην  την αποποιηθεί. Εσείς όμως τι λέτε;»

Με ουρανόμηκες ιαχές και μπράβο δέχτηκαν την πρόταση του δημάρχου. Δεν διαφώνησε κανείς. Και τον επαίνεσαν για την ανιδιοτέλειά του, ενός ανθρώπου δηλαδή  που υπολόγισε πάνω από το δικό του συμφέρον, αυτό του συνόλου των δημοτών.

Έτσι, σε ηλικία λοιπόν μόλις 25 χρόνων, ο Τίτο και  αφού είχε εκπληρώσει και τις προς την πατρίδα στρατιωτικές του υποχρεώσεις, χρίσθηκε δήμαρχος ενός Δήμου Πρότυπο, που την επιτυχία του θέλησαν πολλοί άλλοι Δήμοι να ακολουθήσουν προς όφελος των κατοίκων τους.

Θα μου πείτε τώρα: «Ναι καλά. Και μετά ξύπνησες».

Μα, φίλοι μου, ακόμη και σαν όνειρο ωραίο είναι, πόσω μάλλον που είναι πέρα για πέρα αληθινό…

Για όποιον αμφιβάλει, ας έρθει να του πω λεπτομέρειες. Τις γνωρίζω από πρώτο χέρι, καθώς έχω την τιμή να είμαι ο νομικός του σύμβουλος εκτός από συγγραφέας. Ναι, ο γνωστός. Ο Σωτήρης, αυτός που γράφει ό,τι έχει σχέση με τον Στέφανο Μακρή, τη συντροφιά του αλλά και τους φίλους του.

Με θυμηθήκατε;

Ευχαριστώ…

[Συνεχίζεται…]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη