«Animateur – Μέρος 10ο», μία νουβέλα της Λένας Μαυρουδή Μούλιου

Μέρος 10ο

H ρότα της ζωής ακολούθησε ομαλότατη και ενδιαφέρουσα πορεία.

Πολλή η δουλειά αλλά ευχάριστη.

Και η Βίρνα βοηθούσε τον καλό της με την αγάπη της αλλά και την ουσιαστική προσφορά της. Κτίζανε μαζί το κοινό τους μέλλον. Και βέβαια εργάζονταν για να ζουν και όχι να ζουν για να εργάζονται.

Από τα πάρτι, διάλεγαν εκείνα που κατά τη γνώμη τους είχαν ενδιαφέρον και για τους ίδιους, γιατί ας μη ξεχνάμε ότι ήταν και αυτοί νέα παιδιά που η διασκέδαση ήταν γι’ αυτά ‘τροφή’.

Το ξαναείπαμε και θα το επαναλαμβάνουμε συχνά, ότι κάθε πάρτι αποτελούσε κοινωνικό γεγονός και μιλούσαν γι’ αυτό μέρες μετά οι κοσμικοί κύκλοι και εξήραν την άψογη οργάνωσή του.

«Πώς τα καταφέραμε και διοργανώσαμε αυτό το πράγμα αγάπη μου; Αλήθεια ξεπεράσαμε τους εαυτούς μας!» αναρωτιόταν η Βίρνα.

«Μόνο που αισθάνομαι λιώμα από την κούραση. Θα καθίσω εδώ, θα πιω ένα ποτό και μετά σηκώνομαι για την καθιερωμένη μου επιθεώρηση.

Να ήρθαν λες όλοι όσους καλέσαμε εμείς; Γιατί για τους επιπλέον που κάλεσε ο οικοδεσπότης την τελευταία στιγμή, δεν γνωρίζουμε τίποτα και αυτό δεν μου αρέσει καθόλου. Σαν να μη μας έγινε το πάθημα μάθημα με την παρείσφρηση του κυρ Αποστόλη σ’ εκείνην την αλησμόνητη γιορτή. Ας ελπίσουμε να μην έχουμε παρατράγουδα» είπε η Βίρνα και κάθισε σε μία σκιερή γωνιά με ένα ποτήρι βότκα πορτοκάλι και ένα τσιγάρο. Ποιος; Η Βίρνα που δεν κάπνιζε ποτέ… Μπα σε καλό της! Νόμισε ότι έτσι θα χαλάρωνε καλύτερα….

*

«Για κοίταξε τώρα ποιαν βλέπω μπροστά μου. Και να δεις που πετάριζε συνεχώς το μάτι μου και έλεγα ποιον θα δω, ποιον θα δω; Τι κάνεις Βίρνα; Χαίρομαι στ’ αλήθεια που  σε βλέπω. Μόνη σου είσαι εδώ;»

Η Βίρνα, έτσι ‘τσιτωμένη’ και κουρασμένη που ήταν, δεν κατάλαβε ποια της μιλούσε σχεδόν πίσω από την πλάτη της. Και ξαφνικά μαρμάρωσε. Ήταν εκείνη. Η ίδια. Σαν να μην πέρασε μέρα από κείνο το μοιραίο Καλοκαίρι, το χειρότερο της ζωής της. Και ας είχαν περάσει, πόσα; Τέσσερα χρόνια; Πέντε; Εκατό;

Η πρώην φίλη της η Ζωή, που για τη Βίρνα ήταν η ζωή της όλη, σ’ εκείνη την τρυφερή ηλικία πριν το τέλος της εφηβείας της. Η φίλη που της φέρθηκε τόσο μα τόσο πρόστυχα.

«Γεια σου Ζωή» την αντιχαιρέτησε ευγενικά μα ψυχρά. «Μόνο βουνό με βουνό δεν σμίγει τελικά. Μόνη σου είσαι, ή με κανέναν λόχο θαυμαστών σου;» συμπλήρωσε ελαφρώς ειρωνικά.

Η Ζωή παρακάμπτοντας τον σαρκασμό της, απάντησε πως ήταν με το φίλο της.

«Κι εσύ Βίρνα; Δεν νομίζω να μην έχεις παρέα;»

«Με τον αρραβωνιαστικό μου. Αλλά δεν είμαι καλεσμένη. Είμαστε οι διοργανωτές του πάρτι ο Τίτο κι εγώ. Αυτή είναι η δουλειά μας».

«Ναι, ε; Ποιον Τίτο; Τον γνωστό ΑNIMATEUR; Τα ειλικρινή μου συγχαρητήρια!»

Τετριμμένες κοινωνικές κουβέντες, ψυχρές και ανούσιες, που πονάνε πολύ περισσότερο από βρισιές, όταν λέγονται από ανθρώπους που αγαπήθηκαν πολύ στο παρελθόν και τώρα βλέπονται σαν ξένοι…

«Βίρνα ειλικρινά χάρηκα που σε είδα και αν δεν γίνομαι ενοχλητική, μια και σε βρήκα -πράγμα που θεωρώ θεία σύμπτωση- θα τολμήσω να σου ζητήσω να βρεθούμε κάπου να τα πούμε. Είναι κάτι που χρόνια επιθυμώ. Μην βιαστείς να αρνηθείς σε παρακαλώ. Σου το ζητάω στο όνομα της φιλίας που είχαμε κάποτε οι δυο μας».

«Που είχα εγώ, θέλεις να πεις Ζωή. Δεν είχαμε. ΕΙΧΑ. Μη μπερδεύεις τα πρόσωπα των ρημάτων σε παρακαλώ. Λυπάμαι, αλλά δεν έχουμε τίποτα να πούμε αλήθεια οι δυο μας»

«Βίρνα, σε παρακαλώ. Πρέπει επιτέλους να μάθω. Μια ώρα το πολύ από τη ζωή σου ζητώ. Δεν είναι πολύ. Είναι;»

Συνεννοήθηκαν, λοιπόν, να συναντηθούν την επομένη εκεί γύρω στις δώδεκα το μεσημέρι στο καφέ, κοντά στο σπίτι που έμεναν με τον Τίτο.

Δεν ήταν περίεργη να μάθει τι θα της έλεγε η Ζωή.

Μα τότε γιατί δέχτηκε να τη συναντήσει μετά από το κακό που της είχε κάνει;

Η απάντηση ήταν απλή.

Διότι ήταν πάντα στην καρδιά της. Διότι δεν είχε πάψει ποτέ να την αγαπάει, είχε πάψει όμως να την εκτιμάει.

Συναντήθηκαν λοιπόν.

Και πριν η Ζωή αρχίσει να της εξηγεί τον λόγο που θέλησε να συναντηθούν, η Βίρνα της είπε:

«Ζωή, πίστεψέ με, δεν σου κρατώ κακία. Αλλά πες μου, άξιζα να μου φερθείς τόσο πρόστυχα; Γιατί μου το έκανες αυτό;»

«Βίρνα μου ΕΣΥ να μου πεις σε παρακαλώ ΕΓΩ τι σου έκανα, που σηκώθηκες και έφυγες από το σπίτι μου χωρίς να μου εξηγήσεις ΣΕ ΤΙ ΕΦΤΑΙΞΑ;

Τι σου έκανα καλή μου, μου λες; Έλειψα -αν θυμάμαι καλά- για ελάχιστη ώρα με τον Πέτρο, ήταν τόσο κακό αυτό;»

«Το ότι με άφησες μόνη  με παρέα έναν σάτυρο,  έναν χυδαίο ερωτύλο που λίγο ακόμη και θα με είχε βιάσει,  δεν παίζει στον κύκλο των αποριών σου Ζωή, ε;

Όλα τα φρικτά που είπε για σένα, για μας;

Έζησα έναν εφιάλτη και εσύ μου λες τώρα ότι δεν ξέρεις γιατί έφυγα σαν να με κυνηγούσαν; Αυτό μου λες;»

Η Ζωή είχε χλομιάσει και την κοιτούσε κατάπληκτη με ανοικτό το στόμα.

«Τ’ είναι αυτά που λες βρε Βίρνα; Για τ’ όνομα του Θεού τι είναι αυτά που λες; Πήγε ο Μίλτος να σε βιάσει; Μα ο Μίλτος είναι gay. Όταν σε άφησα μαζί του ήξερα ότι δεν επρόκειτο όχι να σου ριχτεί αλλά ούτε καν να σε φλερτάρει, αλλιώς δεν θα έφευγα με τον Πέτρο, με τον οποίο έπρεπε να πούμε δυο κουβέντες μόνοι μας. Είχα βάσιμες υποψίες ότι ο Μίλτος ήταν τσιμπημένος με τον δικό μου και ήθελα να ξεκαθαρίσω ορισμένα πράγματα. Ειλικρινά σου το  λέω δεν ήξερα ότι στο Μίλτο άρεσαν και τα κορίτσια! Για δες τι μαθαίνω μετά τόσα χρόνια!»

«Και η σχέση που είχες μαζί του πριν τον Πέτρο;»

«Η ποια; Η σχέση που είχα ΕΓΩ  ΜΑΖΙ  ΤΟΥ;

Μα τι είναι αυτά που μου λες κορίτσι μου; Άκουσες τι σου είπα ή όχι; Σου λέω ήταν gay. Και επειδή φοβόμουν ότι κάτι έπαιζε μεταξύ τους, δεν συνέχισα το δεσμό μου με τον Πέτρο, αν και μου άρεσε πολύ».

Σειρά της Βίρνας τώρα, τα λόγια της Ζωής να την καταπλήξουν.

Τέτοια παρεξήγηση; Είναι ποτέ δυνατόν;

«Και όλος εκείνος ο ανδρισμός του Μίλτου;

Όλη η υπέρμετρη εκείνη  σεξουαλική του διέγερση; Παρεξήγηση και αυτό; Ο άνθρωπος έδειχνε φανερά και επιδεικτικά για αχαλίνωτος, καραμπινάτος εραστής»

«Και εσύ δεν ήσουν παρά μια αθώα κοπελίτσα που του ξύπνησες, ίσως, βαθιά μέσα του κοιμισμένες ορμές προς το γυναικείο φύλο. Αφέθηκε λοιπόν στην ενστικτώδη ορμή του αρσενικού, που βέβαια κατά βάθος και ήταν. Απλά δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί γιατί δεν ήξερε πώς να φερθεί σε ένα κορίτσι.

 Ήταν βλέπεις μαθημένος αλλιώς, δυστυχώς.

Και τώρα θυμάμαι, ότι όταν επέστρεψα και  σε είδα μισόγυμνη, υπέθεσα τότε αφελώς, ότι έκανες τολμηρή ηλιοθεραπεία μπροστά στο Μίλτο χωρίς να ντρέπεσαι, επειδή κατάλαβες την ιδιαιτερότητά του!

Από εκείνη την ημέρα που έφυγες δεν ξαναείδα κανέναν από τους δυο τους. Δεν με ενδιέφεραν πλέον.

Πέρασα άσχημες μέρες στη σκέψη ότι από το σπίτι μου έφυγες σαν κυνηγημένη. Δε σε έψαξα.  Ήμουν πολύ θυμωμένη. Εγώ ένιωθα προδομένη. Και έρχεσαι τώρα εσύ να μου πεις ότι ΕΓΩ ήμουνα αυτή που πρόδωσε τη φιλία μας. Δεν είναι δυνατόν να συμβαίνουν αυτά. Δεν είναι δυνατόν!»

Όταν η Βίρνα της μίλησε και για τα δύο φρικτά χρόνια  που ακολούθησαν το καλοκαίρι εκείνο, η Ζωή έβαλε τα κλάματα. Έκλαιγε και δεν ντρεπόταν τον κόσμο που την κοιτούσε με περιέργεια. Ήταν καταρρακωμένη. Η Βίρνα την λυπήθηκε. Δεν φανταζόταν ποτέ ότι θα έβλεπε την αγέρωχη φίλη της σε μια τέτοια κατάσταση.

Κάνουμε λάθη οι άνθρωποι. Ένα από τα μεγάλα μας είναι αναμφίβολα και η παρεξήγηση.

Μπαίνει στη ζωή μας, τη δηλητηριάζει και στην ουσία  μπορεί και να μην έχει καμιά σχέση με την αλήθεια που  η άγνοιά της μας βασανίζει για χρόνια μετά…

Η Βίρνα άπλωσε το χέρι της έπιασε το δικό της τρυφερά και της είπε με μια φωνή που δεν πίστευε ότι ήταν δική της:

«Ζωή μου τόσα χρόνια χαμένα από τη ζωή μας, αποτέλεσμα της απειρίας της ηλικίας μου και της ευθιξίας μου. Αντί τότε να σπεύσω να σου πω τι μου συνέβη, πίστεψα έναν μυθομανή και τις βλακείες του. Τις ίδιες βλακείες  που θα έλεγαν πολλοί άντρες, θέλεις gay, θέλεις straight, μόνο και μόνο γιατί έφαγαν ‘πόρτα’. Σου ζητώ συγγνώμη.

Το ότι κάνουμε αυτή τη κουβέντα τώρα οι δυο μας, σημαίνει ότι η φιλία μας δεν ήταν πομφόλυγα που έσκασε, έστω χωρίς κρότο.

Το σπίτι μου θα είναι και πάλι ανοιχτό για σένα και δεν ξέρεις πόσο θα χαρώ να έρχεσαι να με βλέπεις οπόταν θέλεις, χωρίς καν να μου τηλεφωνήσεις πρώτα. Έτσι δεν κάναμε και παλιά;

Τελικά βρε Ζωή δίκιο έχουν όταν λένε ότι ‘Αν αξίζει κάτι δεν χάνεται. Αν χαθεί, σημαίνει πως δεν άξιζε’.

Από την πλευρά μου πιστεύω την κάθε λέξη που θέλεις να μου πεις. Εδώ, γαμώ την πίστη μου, πίστεψα έναν τσόγλανο άγνωστο σε μένα, δεν θα πιστέψω εσένα που ήσουνα η ζωή μου όλη;»

«Βιρνάκι μου τα είπες όλα, αυτά ήθελα και εγώ να σου πω. Και πίστεψέ με μωρό μου,  άξιζα την αγάπη σου. Το ίδιο αισθανόμουνα και ‘ γω για σένα. Επιπλέον δε και μια στοργή όπως ακριβώς θα αισθανόταν η μεγαλύτερη αδελφή σου, αν είχες.

Και βέβαια θα έρθω να γνωρίσω τον τυχερό τον Τίτο που σε έχει δική του και να του πω ότι τον θεωρώ κι αυτόν φίλο μου.

Εύχομαι και ελπίζω να πιάσουμε το νήμα της φιλίας μας ακριβώς στο σημείο που είχε σπάσει. Θα ενώσουμε τις κομμένες άκρες και θα γίνει και πάλι ανθεκτικό.

Και για να μου δείξεις ότι πιστεύεις τα όσα σου είπα και τις καλές μου προθέσεις, σου ζητώ να μου το αποδείξεις κάνοντάς με κουμπάρα στο  γάμο σου. Περιποιεί μεγάλη τιμή για μένα μια τέτοια προοπτική.

Επίσης, στο λέω από τώρα, θα  αυτοανακηρυχτώ    Νονά του πρώτου παιδιού σας. Σύμφωνοι αγάπη μου;»

Δακρυσμένες αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν με τον κόσμο του Καφέ να χειροκροτεί και να πιστεύει ό,τι ήθελε ο καθένας.

Οι δύο τους δεν ενδιαφέρονταν για τις γνώμες των άλλων.

Η αλήθεια τους ήταν ωραία σωστή και την εξέφρασε η μία στην άλλη με παρρησία και θα την κρατούσαν άφθαρτη, στους αιώνες των αιώνων αμήν.

 [Συνεχίζεται…]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη