«Animateur – Μέρος 1ο», μία νουβέλα της Λένας Μαυρουδή Μούλιου

ΜΕΡΟΣ 1ο  

Μιλάμε για τον πιο ταλαντούχο διασκεδαστή που είχε ποτέ γνωρίσει ο τόπος τούτος.

Δεν γινόταν πάρτι, δε γινόταν γιορτή και εκδήλωση παιδική, που να μη ζητούσαν οι γονείς την παρουσία του, που ήταν σήμα κατατεθέν της επιτυχίας.

Δεν υπήρχε περίπτωση να ακουστούν παράπονα δυσλειτουργίας και αποτυχίας μιας γιορτής, αν αυτή ήταν υπό την εποπτεία την δική του. Ο άνθρωπος ήταν γεννημένος γι’ αυτήν την δουλειά.

Το Πανεπιστήμιο της γνώσης τού «διασκεδάζειν» το είχε τελειώσει, θαρρείς, από τα γεννοφάσκια του.

Με το που άνοιγε το στόμα του πέθαινε ο ακροατής του στα γέλια.

Κάθε γκριμάτσα του και κάθε του κίνηση ήταν πηγή γέλιου.

Δεν ήταν κλόουν, αν και τα ρούχα που συνήθως φορούσε έμοιαζαν με αυτά του αρλεκίνου.

Δεν ήταν βαμμένος ποτέ σαν παλιάτσος, με κείνο το χαρακτηριστικό δάκρυ στο μάγουλο, που έκανε πολλά πιτσιρίκια ακόμα και να τον φοβούνται. Και αυτή είναι η βασική διαφορά του παλιάτσου με το διασκεδαστή.

Clawn, λοιπόν, ή αnimateur;

Σαφώς ο δεύτερος.

O συγκεκριμένος διασκεδαστής από πολύ μικρός ανέπτυξε το θείο χάρισμα, το ταλέντο, που του έδωσε ο Θεός και ευφυώς φερόμενος το εκμεταλλεύτηκε κάνοντάς το επάγγελμα.

Στην αρχή, το ξεκίνησε για πλάκα. Πρώτα  απ’ όλα διασκέδαζε ο ίδιος. Ήταν το επίκεντρο της τάξης του. Το κέντρο της παρέας του. Και ο αγαπημένος των κοριτσιών.

Αλλά, η δουλειά δουλειά…. Και το Σχολείο Σχολείο.

Δεν ήταν νοητό να υπάρξει σχολική γιορτή χωρίς η όλη οργάνωση να είναι υπό την εποπτεία του και ο ίδιος, μόνος του μία παράσταση. Αυτό που λέμε «one man show», το καλύτερό του. Πηγή ανεκδότων και αστεϊσμών.

Μαγευτικός… Με μια φάτσα κι αυτή αστεία, σαν τα λόγια και τις κινήσεις του.

Όχι άσχημος, ούτε όμορφος, μα ευχάριστος στην όψη θα λέγαμε. Ασυνήθιστος, ξεχωριστός, χαρισματικός άνθρωπος με ένα πηγαίο, ασυνήθιστο χιούμορ.

Εύστροφος και ένα λεξιλόγιο παράξενο μεν αλλά   σωστά ελληνικό, χωρίς χυδαιότητες και φτηνιάρικα ευρήματα.

Είχε επίγνωση του τεράστιου ταλέντου του, χωρίς αυτό να τον  κάνει ούτε να ναρκισσεύεται ούτε να επαίρεται. Έτσι τον έκανε η φύση. Ήταν ξεχωριστός αυθεντικός.

Τι μπορεί να ΜΗΝ ήταν;

Δεν ήταν ευτυχής στην ουσία.

Τον κούραζε αυτή του η υπερβολή που δεν την επεδίωκε.

Η εικόνα του, που αντικατοπτρίζονταν στα πρόσωπα των θεατών του, κατά βάθος τον ενοχλούσε.

Όχι βρε παιδιά, η ζωή δεν είναι μόνο γέλιο, είναι και πόνος, είναι και δάκρυ.

Μα αυτόν και σκοτωμένο να τον έβλεπαν, πεθαμένο, τέζα που λένε, οι άνθρωποι θα γελούσαν. Την κατάστασή του θα την περνούσαν κι αυτήν αστεία.

Μα ο άνθρωπος ξέχωρα από τα όποια ταλέντα του ήταν φτιαγμένος από το ίδιο υλικό λάσπης που χρησιμοποίησε ο Θεός και για όλους τους ανθρώπους.

Που σημαίνει, κι αυτός πονούσε κι αυτός κρύωνε,  στενοχωριόταν, πεινούσε ερωτευόταν…

Δεν ήταν όλα δικά του. Κατά βάθος και οι δικοί του άνθρωποι δεν ήθελαν να ζουν σε ένα συνεχές γέλιο όταν βρίσκονταν μαζί του.

Και τούτο ήταν το μειονέκτημα της παράξενης αυτής ύπαρξης.

Δεν είχε στιγμή παρέκκλισης από την ευθυμία του εξωτερικά, όχι όμως και μέσα του.

Θα ήταν εκεί γύρω στα δεκαπέντε του, όταν συνειδητοποίησε ότι έτσι ήταν η φτιάξη του και δεν γινόταν να αλλάξει. Το πήρε λοιπόν απόφαση. Θα βρισκόταν πάντοτε μόνος του τις στιγμές του πόνου του, της θλίψης του και της απογοήτευσης. Και αφέθηκε σ’ αυτήν την αλήθεια του, όσο και αν φάνταζε στα μάτια του άδικη.

Πράγματι, άδικο δεν ήταν, αυτός να σκορπίζει τη χαρά και το γέλιο, να διώχνει τη θλίψη και τον καημό των ανθρώπων γύρω του και ο ίδιος να ζει ΜΟΝΟΣ του τις μικρές και τις μεγάλες φουρτούνες τις μαυρίλες της ζωής; Ούτε η ίδια του η μάνα μπορούσε να καταλάβει αυτό του το παράπονο, τι και αν χίλιες φορές της το είχε εξομολογηθεί.

Δεν γινόταν να τον πάρει κανείς στα σοβαρά. Αυτό ήταν αδύνατον.

Σκιαγραφήσαμε λοιπόν τον Τίτο και ελπίζουμε ο αναγνώστης να πήρε έστω μια ιδέα της προσωπικότητας αυτής της παράξενης ύπαρξης.

***

Με το που τελείωσε το Λύκειο άνοιξε μία περίεργη Σχολή που την ονόμασε ( τι άλλο;) «ΤΟ ΓΕΛΙΟ».

Μαθητές του, παιδιά με χιούμορ, αλλά και παιδιά στεγνά και μονοκόμματα, που έχοντας και αυτά επίγνωση του… κουσουριού τους, ήλπιζαν κάτι να κερδίσουν από τη μαθητεία τους πλάι σε έναν τέτοιο δάσκαλο. Και ντιπ ντουβάρια να ήταν, κάτι θα αποκόμιζαν. Δεν γινόταν αλλιώς. Ο άνθρωπος είναι μιμητικό ον, δεν γίνεται να μην έπαιρναν κάτι από τον ταλαντούχο τους δάσκαλο που -αν μη τι άλλο- θα τους έκανε να αποβάλουν τη δική τους μουρτζουφλιά, την κατήφεια και να μάθουν, έστω κι αν ήταν δύσκολο, τουλάχιστον να χαμογελούν.

Αυτός ήταν ο επιδιωκόμενος σκοπός του παράξενου τούτου Σχολείου.

Ένα σχολείο με ΕΝΑΝ μόνο δάσκαλο.

Οι ώρες διδασκαλίας παράξενες κι αυτές.

Οι μαθητές χωρισμένοι σε γκρουπ, ανάλογα με τον χαρακτήρα τους ασχέτως ηλικίας. Η διάρκεια του μαθήματος δεν ξεπερνούσε τα δεκαπέντε λεπτά.

Μόλις τελείωναν αυτά τα δεκαπέντε λεπτά, οι μαθητές ήταν επιφορτισμένοι με το να μάθουν να εκτελούν ορισμένες ασκήσεις:

1ον με το διάφραγμά τους,

2ον με τη στάση του σώματος και

3ον με τις κινήσεις τους, τη γλώσσα του σώματος γενικώς.

Αυτή η εξάσκηση κρατούσε γύρω στη μισή ώρα. Και όση ώρα τα παιδιά ασχολούνταν με τις ανωτέρω ασκήσεις, ο δάσκαλος «δίδασκε» σε άλλο γκρουπ, για να επανέλθει σε μιση΄ώρα και να αρχίσουν ένα καινούριο δεκαπεντάλεπτο. Και ούτω καθ’ εξής.

Τα δίδακτρα ήταν αστεία κι αυτά. Ακολουθούσαν τη… γραμμή του δασκάλου και όσα εκείνος πρέσβευε. Ο νεαρός, ναι μεν ζούσε από αυτό το Σχολειό μα οι κύριες απολαβές του ήταν από τις διάφορες εκδηλώσεις που καλούνταν να οργανώσει. Και οι δωρεές επίσης, από ευγνώμονες συμπολίτες του νεαρού.

Σκοπός του ήταν να ευρύνει το Σχολείο για μαθητές  ενήλικους από είκοσι ετών μέχρι εκατό! Απώτερος σκοπός του να αποτελέσουν μέλη μιας ξεχωριστής Κοινωνίας πρότυπο. Αυτός ήταν  ο στόχος του.

Έκανε όνειρα και σχέδια πολλά που τον γέμιζαν αισιοδοξία και κουράγιο. Και η φήμη, τόσο η δική του όσο εξ αιτίας αυτής, της περιοχής του, ξαπλωνόταν σιγά σιγά στις όμορες περιοχές και της ευρύτερης περιοχής πολύ σύντομα.

Κάθε περιοχή, ως γνωστόν, έχει να υπερηφανεύεται για κάτι. Π.χ. ένα γήπεδο, μια ξεχωριστή παιδική χαρά, μια λαμπρή εκκλησιά, ένα Σχολείο Πρότυπο ένα Αρχαίο και Νέο Θέατρο όπως και για τα πορτοκάλια της ή τα πεπόνια της, ας πούμε.

Η περί ης ο λόγος περιοχή παινευόταν για το Σχολείο της αυτό και τον  animateur της… Τόσο απλά.

Ο λαός παραφράζοντας ως συνήθως την ίδια την ιδιότητα του ανθρώπου ονόμασε την περιοχή… Ανιματουριά!  Άσχετα αν η επίσημη ονομασία της ήταν Ρεματιά. Και έτσι αναφερόταν πλέον παντού…

***

Ο Τίτο, πριν καιρό κλήθηκε να οργανώσει το πρώτο του πάρτι. Ήταν στο σπίτι ενός πλουσιόπαιδου, συμμαθητή του της 3ης Γυμνασίου.

Ήταν καλεσμένη όλη η τάξη αφ’ ενός αλλά και όλα τα πλουσιόπαιδα τα γνωστά της οικογένειας.

Τέτοια γιορτή δεν θυμόταν κανείς να είχε ξαναδεί στη ζωή του.

Το σπίτι τεράστιο, ο κήπος του απέραντος, δίνοντας έτσι στον διασκεδαστή την ευκαιρία να διοργανώσει και ένα κυνήγι θησαυρού, που όσοι έλαβαν μέρος έλεγαν χαρακτηριστικά ότι όποιος δεν έχει ζήσει κάτι παρόμοιο στη ζωή του δεν μπορεί κάνοντας τον απολογισμό της ζωής του, κάποια μέρα, να πει ότι «έζησε»…

Μικροί και μεγάλοι που έλαβαν μέρος δεν έβλεπαν την ώρα και τη στιγμή να παρευρεθούν σε κάτι ανάλογο που θα έσκαγε μύτη οσονούπω, με όποιο και αν ήταν το τίμημα να το πεις; Εισιτήριο να το πεις; Κάλεσμα, πρόσκληση;

Το θέμα διαδόθηκε γρήγορα τόσο από το  τοπικό πειρατικό ραδιοσταθμό και τη T.V. και πλέον οι γιορτές που έφεραν τη σφραγίδα του Τίτο αποτελούσαν τα πιο αξιόλογα γεγονότα του τόπου.

Ξεπέρασαν τις Εθνικές Επετείους και τα γνωστά πανηγύρια και μία πρόσκληση σε μια τέτοια γιορτή περιζήτητη.

Στα δεκαέξι του χρόνια, λίγο πριν τελειώσει το Λύκειο, ήταν κιόλας -μπορούμε να πούμε- πλούσιος.

Θα αναρωτιόταν κανείς: «Μα καλά, οι κάτοικοι άλλο να κάνουν δεν είχαν, εκτός από διασκέδαση;» Δεν θα το πιστέψει κανείς, μα ναι, ήταν η πρώτη τους σκέψη. Αφορμή ζητούσαν για γιορτή, χωρίς να υπάρχει ιδιαίτερος λόγος. Γιορτή για του ψύλλου πήδημα, που λένε, μόνο και μόνο για να έχουν τη χαρά να ζήσουν μια τέτοια εμπειρία. Ας μη παραβλέψουμε το γεγονός του πόσο μεγάλη ανάγκη είχε ο κόσμος να ξεδώσει, να γελάσει, να ξεχαστεί από τα βασανιστικά του προβλήματα που τον μάστιζαν και του έδιωχναν τον ύπνο. Πώς να μη θεωρούν λοιπόν τον Τίτο σαν το ‘φάρμακο’ που έκανε τη ζωή τους ενδιαφέρουσα;

Πολλοί τον έλεγαν και ‘σωτήρα’. Τους έσωσε από απονενοημένα διαβήματα και δεν είναι αυτό διόλου υπερβολικό.

Εκατοστό από τις ευχές που εισέπραττε να τον άγγιζαν, θα τον έκαναν -αν όχι αθάνατο- τουλάχιστον τον ευτυχέστερο των ανθρώπων.

Αλλά όχι. Ευτυχής δεν ήταν.

Τελικά ο άνθρωπος ό,τι δεν έχει αυτό και επιθυμεί.

Και εκείνος, αυτό που επιθυμούσε ήταν λίγη ηρεμία, μία μικροστενοχώρια, όπως όλοι οι άνθρωποι βρε αδερφέ.

Κοντολογίς, το ‘μέτρο’ που δίδασκαν οι Αρχαίοι δάσκαλοι. Γιατί αυτό ήταν που δεν υπήρχε στη ζωή του παλικαριού. Αυτό επιθυμούσε και αυτό ονειρευόταν.

Έως ότου κάποτε φαίνεται να εισακούστηκαν οι προς το Θεό ικεσίες το. Εκείνος τον λυπήθηκε και αποφάσισε να τον κάνει πιο ανθρώπινο, να επιφέρει μια κάποια ισορροπία στη ζωή του.

Και εδώ είναι που αρχίζει ουσιαστικά η ιστορία του.


[Συνεχίζεται…]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη