«Amor Towles», γράφει ο Τόλης Αναγνωστόπουλος  

Amor Towles/Μικρό βιογραφικό

Ο Amor Towles γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Βοστόνη. Είναι απόφοιτος του Γέιλ και έχει μάστερ λογοτεχνίας από το πανεπιστήμιο Στάνφορντ. Αφού εργάστηκε ως ειδικός επενδύ­σεων στο Μανχάταν επί είκοσι χρόνια, έχει αφοσιωθεί πλέον αποκλειστικά στο γράψιμο. Το πρώτο του μυθιστόρημα κυκλοφόρησε το 2011 με τίτλο Rules of Civility (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα με τον τίτλο Καλή Κοινωνία), και βρέθηκε στη λίστα των best sellers των New York Times, τόσο στη χαρτόδετη όσο και στην trade έκδοσή του. Η Wall Street Journal το κατέταξε στα καλύτερα βιβλία του 2011. Tο 2012 η γαλλική μετάφρασή του κέρδισε το βραβείο Fitzgerald. Το βιβλίο Ένας Τζέντλεμαν στη Μόσχα (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα), ξεπέρασε σε πωλήσεις τα 1.500.000 αντίτυπα και σύντομα θα μεταφερθεί στη μικρή οθόνη. Εκδόθηκε το 2016 και κατατάχτηκε στα καλύτερα βιβλία της χρονιάς από τις Chicago Tribune, Miami Herald, Philadelphia Inquirer, St. Louis Dispatch και το NPR (National Public Radio). Και τα δύο βιβλία έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από δεκαπέντε γλώσσες.

Αναλύοντας τον Amor Towles – Συγγραφικό ισοζύγιο

Ο Towles είναι ίσως ο πιο γοητευτικός σύγχρονος συγγραφέας. Δεν θα μπορούσε να έχει γράψει άλλος από αυτόν το εξαιρετικό μυθιστόρημα «Ένας τζέντλεμαν στη Μόσχα». Ο ήρωας του, ο κόμης Ροστόφ, έχει όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν και το λογοτεχνικό χαρακτήρα του ίδιου του Towles: φινέτσα, οργάνωση, αριστοκρατικότητα, κομψότητα και χιούμορ.

Παραδίδει στο κοινό του άψογα και εκλεπτυσμένα πονήματα και ταυτόχρονα μαθήματα σε συγγραφείς του «τι σημαίνει γράφω μυθιστόρημα» και μάλιστα ιστορικό.

Μοναδικός ο ρυθμός αφήγησης και στα δυο του έργα. Είναι σαν να διηγείται και δίπλα του ένας μουσικός να παίζει τζαζ. Σφικτές συνδέσεις στα έργα του, χιλιοδουλεμένα, με εισαγωγή διαλόγων τόσο-όσο και με τεχνικές όχι πολύ εξεζητημένες αλλά τις απαραίτητες για το ιδανικό στήσιμο της πλοκής  και την ομαλή ροή αυτής.

Στον Τζέντλεμαν αν και ο ήρωας είναι καταδικασμένος σε «κατ’ οίκον» περιορισμό για το υπόλοιπο της ζωής του, ο Towles στήνει την ιστορία σε ένα κεντρικό πολυτελές ξενοδοχείο της Μόσχας από όπου περνάει όλη η πολιτική, στρατιωτική και κοινωνική ελίτ κάθε εποχής. Με αυτόν τον τρόπο ο αναγνώστης παρακολουθεί υπό έναν απαλό μυθιστορηματικό μανδύα, ιστορικά και κοινωνικοπολιτικά γεγονότα που συντάραξαν τη Ρωσία για 50 χρόνια.

Ο κόμης Ροστόφ ως ήρωας, παρά την ιδιότυπη εξορία, δεν πλήττει ούτε λεπτό, βρίσκει ασχολίες, διασκέδαση και χαρές στη ζωή του, πολλές φορές και εκεί που δεν υπάρχουν. Και φυσικά μαζί του θεωρώ ούτε ο  αναγνώστης, ο οποίος και γεύεται μαζί του με ευλάβεια ένα γεύμα στο εστιατόριο Μπογιάρσκι του ξενοδοχείου Μετροπόλ ή βρέχει τον ουρανίσκο του με τα σοφιστικέ κοκτέιλ του μπαρ Σαλιάπιν του ιδίου ξενοδοχείου. Εάν ο ήρωας του Towles ήταν αθάνατος, θα μπορούσαμε να ακολουθήσουμε τον συγγραφέα και για ακόμα 50 χρόνια ή ακόμα 660 σελίδες, χωρίς να κουραστούμε δευτερόλεπτο. Και αυτό είναι το δυνατό χαρτί του Towles, που τον κάνει να ξεχωρίζει από πολλούς άλλους του είδους του. Γιατί την ώρα που ο έξω κόσμος βράζει από πολέμους (Δεύτερο Παγκόσμιο), επαναστάσεις, κολεκτιβοποίηση και εκκαθαρίσεις αντιπάλων, μέσα στο ξενοδοχείο ο κόμης έχει τις δικές του έγνοιες με μέλη του προσωπικού, παλιούς φίλους, επισκέπτες, ερωμένες και μικρά κορίτσια που ανατρέφει με τις δικές του αρχές.

Αντίστοιχα στην «Καλή κοινωνία» -ένα πορτρέτο του Μανχάταν της δεκαετίας του 1930- έχουμε πάλι μια ιδιαίτερα αριστοκρατική και συνάμα  ρετρό ατμόσφαιρα. Λες και είμαστε πρώτη σειρά στο θέατρο και παρακολουθούμε με δέος ηθοποιούς με ακριβά και ποιοτικά κουστούμια, να χορεύουν στο ρυθμό μουσικής της εποχής, να πίνουν φανφαράτα κοκτέιλ και να εκπέμπουν νεανικό ερωτισμό.  Η ηρωίδα, η Κέιτ, είναι επίσης άψογα χτισμένη για να τη συμπαθήσεις. Έχει χιούμορ, είναι παρορμητική και πολύ έξυπνη. Σε σχέση βέβαια με τον Tζέντλεμαν έχει και νεανικές αδυναμίες, οι οποίες όμως προσδίδουν γοητεία και δικαιολογούν τις αποφάσεις της και την πλοκή του έργου.

Θα πρέπει οπωσδήποτε να αναφέρουμε και την επιμονή του Towles στη λεπτομέρεια. Δεν είναι ψείρας, κουραστικός ή βαρετός όμως. Αντίθετα, επειδή τα έργα του σε εισάγουν άμεσα στο κλίμα της εποχής, τονίζει ιστορικά, κοινωνικά και πολιτιστικά στοιχεία για να φτιάξει όλο το σκηνικό. Φυσικά αυτό δείχνει και την κοπιαστική δουλειά, την έρευνα, τη συνέπεια και την τελειομανία του.

Δεν είναι όμως «φυτούκλα», είναι και τολμηρός. Ποιος άλλος θα βουτούσε σε τόσο βαθιά νερά να γράψει δηλαδή ένα «ρώσικο» μυθιστόρημα, τον Τζέντλεμαν, με ήρωες Ρώσους σε μια πορεία ιστορική-κοινωνική 50 ολόκληρων ετών; Να παίξει δηλαδή τελείως εκτός έδρας από όλες τις απόψεις. Κανένα θέμα. Σημείωσε νίκη και μάλιστα μεγαλοπρεπή. Θύμισε και λίγο Τολστόι για να πω και εγώ την υπερβολή μου.

Βγάζει επίσης μια ποιητικότητα, μια λογοτεχνικότητα στα βιβλία του, όχι όμως με λυρικές εξάρσεις ή φιλολογικές δηθενιές αλλά με την ολοζώντανη, καθαρή του γλώσσα, το προσεγμένο λεξιλόγιο και τους απολαυστικούς διαλόγους του.

Απόλυτα συνεπής στο πλάνο του από την αρχή μέχρι το τέλος, δεν παρεκτρέπεται λογοτεχνικά ακόμα και όταν καταλαβαίνει ως έμπειρος συγγραφέας πως το γραπτό του απογειώνεται. Συνεχίζει άοκνα και εργατικά, τηρώντας τις δικές του συμβάσεις, να ολοκληρώσει ό,τι έχτισε αρχικά, με ακρίβεια και ποιότητα.

Και το σημαντικότερο; Δεν επαναπαύεται. Βελτιώνεται στην πορεία. Αν και η «Καλή κοινωνία» το 2011 κέρδισε βραβεία και μπήκε στη λίστα των best sellers των New York Times, εκείνος δούλεψε ακόμα περισσότερο τεχνικές, χαρακτήρες και ιστορία και παρέδωσε τον Τζέντλεμαν, ένα βιβλίο που προσωπικά θεωρώ όχι μόνο καλύτερο του προηγούμενου αλλά ως ένα από τα καλύτερα της δεκαετίας.

Είναι που ο άτιμος «έλουσε και έντυσε» τόσο άψογα τον πρωταγωνιστή του, που στοιχηματίζω πως αν ρωτούσαμε αναγνώστες να μας πουν γρήγορα 10 λογοτεχνικούς ήρωες που τους έχουν εντυπωσιάσει, ο κόμης Ροστόφ θα ήταν σίγουρα ένας από αυτούς.

Οπωσδήποτε θετικό πρόσημο στον κύριο Towles, που νομίζω έχει καταφέρει να μας κερδίσει όλους και -σαν άλλος πρέσβης- να μας κακομαθαίνει, σε βαθμό που να αναμένουμε με αγωνία το επόμενό του δημιούργημα.

Τα έργα μιλάνε, όχι τα λόγια

ΕΝΑΣ ΤΖΕΝΤΛΕΜΑΝ ΣΤΗ ΜΟΣΧΑ

Ένα κορίτσι, ένα πασπαρτού, ένας αξιωματικός του Κόκκινου Στρατού, λίγο σαφράνι και ένας ρωσικός μπλε γάτος… θα μεταμορφώσουν τον μικρόκοσμο τού κόμη Ροστόφ.
Τη στιγμή που ο Αλεξάντρ Ίλιτς Ροστόφ περνούσε φρουρούμενος τις πύλες του Κρεμλίνου και έβγαινε στην Κόκκινη Πλατεία, ο καιρός ήταν αίθριος και δρoσερός. Οι αξιωματούχοι του τωρινού καθεστώτος αποφάνθηκαν ότι η ποινή που αρμόζει σε έναν αριστοκράτη που τόλμησε να γράψει ποίηση είναι ο εγκλεισμός του στο ξενοδοχείο Μετροπόλ.

Ήταν Ιούνιος του 1922 στη Μόσχα, όταν ο λοχαγός οδήγησε τον κόμη και τη συνοδεία του στην είσοδο του μεγαλόπρεπου αρ νουβό ξενοδοχείου κι από εκεί σε ένα κακοφωτισμένο κλιμακοστάσιο που κατέληγε σε μια σοφίτα. Ανάμεσα στα λιγοστά έπιπλα που του επέτρεψαν να κρατήσει, ο κόμης διάλεξε ένα πορσελάνινο σερβίτσιο, το πορτρέτο της νεκρής αδελφής του και όλα τα βιβλία του. Μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο ο πρώην αριστοκράτης θα μπορούσε ν’ ακούσει τις σκέψεις του για τα επόμενα τριάντα χρόνια, καθώς έξω εκτυλίσσονταν μερικές από τις πιο επεισοδιακές δεκαετίες της ρωσικής και παγκόσμιας Ιστορίας, η άνοδος του Στάλιν και η Μεγάλη Εκκαθάριση, η κατάρρευση του μετώπου το καλοκαίρι του ’41, η απαρχή του Ψυχρού Πολέμου…

Ο Amor Towles, αν και ξένος, καταφέρνει να αναβιώσει το μεγάλο ρωσικό μυθιστόρημα και να δημιουργήσει στο μυαλό του αναγνώστη μια πανδαισία εικόνων, αρωμάτων και αισθήσεων, αναμειγνύοντας τους πύρινους στίχους του Μαγιακόφσκι, την αφηγηματικότητα του Τολστόι, την ενδοσκόπηση του Ντοστογιέφσκι, τη σάτιρα του Μπουλγκάκοφ και την αγωνία του Σολζενίτσιν. (Από την παρουσία του εκδότη)

 

ΚΑΛΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Νέα Υόρκη, τελευταία νύχτα του 1937, στον απόηχο της Μεγάλης Ύφεσης.
Δύο φίλες συναντούν σε ένα από τα περίφημα τζαζ κλαμπ της αμερικανικής μεγαλούπολης έναν γοητευτικό νεαρό τραπεζίτη. Η Κέιτ, η Ιβ και ο Τίνκερ, τρεις νέοι με όνειρα και διάθεση για ζωή, πρωταγωνιστούν σε αυτή την αριστοτεχνικά γραμμένη ιστορία του Amor Towles. Κατά τη διάρκεια της επόμενης χρονιάς τα πάντα θα αλλάξουν στις ζωές των ηρώων· θα ερωτευτούν, θα απογοητευτούν, θα επαναπροσδιορίσουν τα όνειρά τους και, πάνω από όλα, θα προσπαθήσουν να μάθουν τους κανόνες του παιχνιδιού της καλής κοινωνίας… Δεν θα πάψουν όμως να παλεύουν με τα δικά τους φαντάσματα και να προσποιούνται αυτό που θα ήθελαν να είναι.

Ο συγγραφέας ανασυνθέτει με εξαιρετικό τρόπο την ατμόσφαιρα της Νέας Υόρκης της εποχής, στήνοντας με μαεστρία και λεπτό χιούμορ το σκηνικό της πλοκής σε όλους τους χώρους όπου πάλλεται η καρδιά της πόλης: μπαρ, εστιατόρια, μουσικές σκηνές, εξοχικά, αλλά και εκδόσεις και περιοδικά. Ταυτόχρονα όμως με τη νοσταλγία της εποχής, αναδίδεται με μια γλυκόπικρη τρυφερότητα κι η νοσταλγία του έρωτα και της νεότητας, γιατί, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο ίδιος, “αν ερωτευόμαστε μόνο τους ανθρώπους που είναι ιδανικοί για μας, τότε δεν θα γινόταν τόση φασαρία για τον έρωτα”. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Και για το τέλος:

ΑΤΑΚΑ ΚΑΙ ΕΠΙΤΟΠΟΥ

Προσπαθώ να εσωτερικεύσω τον τόνο, τη γλώσσα και την ηθική της εποχής, διαβάζοντας τα μυθιστορήματά της, βλέποντας τις ταινίες της, ακούγοντας τη μουσική της.

Ελπίζω να δημιουργήσω ένα έργο τέχνης που, παρόλο που είναι ικανοποιητικά συνεκτικό, περιέχει έναν τέτοιο πλούτο εικόνων, ιδεών και προσωπικοτήτων, που μπορεί να προκαλέσει ποικίλες αντιδράσεις από αναγνώστη σε αναγνώστη και από ανάγνωση σε ανάγνωση. Στην ουσία, συγκεντρώνω ένα σωρό έντονα χρωματιστά κομμάτια από γυαλί. Αλλά αντί να δημιουργήσω ένα ψηφιδωτό, μια σταθερή εικόνα, φτιάχνω ένα καλειδοσκόπιο  που χάρη στη λάμψη του ηλιακού φωτός και της αλληλεπίδρασης των καθρεφτών, δημιουργεί περίπλοκα όμορφα σχήματα και εικόνες, τα οποία ο αναγνώστης μπορεί να αναδιαμορφώσει με μια απλή κίνηση του καρπού του. 

Δεν γνωρίζω τόσο καλά τη Ρωσία. Δεν μιλώ τη γλώσσα, δεν έχω μελετήσει την ιστορία της στο σχολείο και την έχω επισκεφθεί ελάχιστες φορές. Αλλά στα είκοσί μου, ερωτεύτηκα τους συγγραφείς της χρυσής της εποχής: Γκόγκολ, Τουργκένεφ, Τολστόι, Ντοστογιέφσκι. Αργότερα ανακάλυψα τα σταθερά και σίγουρα, τα άγρια και εφευρετικά στυλ γραφής των Ρώσων πρωτοπόρων του 20ού αιώνα, όπως ο ποιητής Μαϊάκοφσκι, ο χορευτής Nijinsky, ο ζωγράφος Malevich και ο σκηνοθέτης Eisenstein. Διαβάζοντας αυτά τα έργα, συνειδητοποιούσα πως κάθε καλλιτέχνης στη Ρωσία είχε ένα δικό του μανιφέστο. Όσο πιο βαθιά έφτανα στην ιδιοσυγκρασιακή ψυχολογία της χώρας, τόσο πιο γοητευμένος αισθανόμουν.

 


[Πηγή φωτογραφίας: writermag.com]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη