«10η ιστορία – Ο κοσμοκαλόγερος», γράφει η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα

Όλοι στο χωριό θυμόντουσαν τη μέρα που κατέβηκε η Παναγιούλα νύφη απ’ το χωριό της, τ’ Ανθηρό, καβάλα σε ένα μουλάρι φορτωμένο βελέντζες κι από κοντά δυο γάιδαρους με τα υπόλοιπα από τα λιγοστά προικιά της. Μαζί κατέβαιναν και οι γονείδες της και τα τρία αδέρφια της, όλα μεγαλύτερα από εκείνη.

Δεν ήτανε περίεργο το θέαμα, τίποτε το ασυνήθιστο δεν είχε. Μόνο που να, απόρησαν όλοι πως βρήκε νύφη από τόσο μακριά ο Τάσος και μάλιστα τόσο όμορφη κι από τόσο καλή οικογένεια! Όχι πως ο Τάσος δεν ήταν όμορφος, αλλά…  αυτό μόνο είχε. Την ομορφιά του. Κατά τα άλλα ήτανε άνθρωπος κακορίζικος. Τσοπάνος ο ίδιος, πολλά τα γίδια και τα χωράφια που είχε κληρονομήσει απ’ τον μακαρίτη τον πατέρα του. Έμενε μαζί με τη μάνα του, εκεί σιμά στο στάβλο στις παρυφές του χωριού μας, σε δικό του σπίτι, μεγάλο αλλά ημιτελές. Κι αυτό ήτανε μεγάλο του ελάττωμα, πως ήταν ανεπρόκοφτος και ακαμάτης. Ό,τι βρήκε είχε, βήμα παραπέρα τίποτε δεν προχώρησε. Κι αυτός μαζί κι η μάνα του σβαρνισιάρηδες κι ανοικοκύρευτοι. Μα πιότερο κουσούρι απ’ όλα του ήταν ο κακός του ο χαρακτήρας και τα πάθη του…

Στο γάμο τους ο κόσμος τους ευχότανε καλούς απογόνους κι έπειτα γύρναγε στο πλάι κι αναστέναζε κρυφά «Α, ρε φτωχιά Παναγιούλα, τι τυχερό σου ‘μελλε να ‘χ’ς καψερή και δόλια…». Με προξενιό την πήρε την Παναγιούλα ο Τάσος. Κι ήταν καλό κορίτσι, από σπιτικό όχι πλούσιο μα με καλή σειρά. Κατευθείαν απ’ την αγκαλιά της μάνας της την παρέλαβε. Κι έλεγαν οι χωριανοί μας «Αμ, δεν ήξευραν, δεν ρώταγαν; Ντιπ στραβώθ΄καν, πού το ‘δωκαν του κουρίτσ’…».

Ο πρώτος χρόνος κύλησε ομαλά όσο γινότανε. Γνωρίζονταν αναμεταξύ τους το ζευγάρι, τότε δοκίμαζαν στ’ αλήθεια να δουν αν ταιριάζανε τα χνώτα τους. Και δεν ταιριάζανε. Εκεί κατέληξαν. Άσπρο η Πανάγιω, μαύρο ο Τάσος. Τον κυνήγαγε στην αρχή να φτιάσουν πράγματα, να βάλουν μια τάξη. Να, ας πούμε, να βάψουν απ’ έξω το σπίτι, ή να βάλουν φράχτη γύρω στην αυλή. Μπα. Χαμένος κόπος. Δεν παραιτήθηκε όμως η Παναγιούλα, το πάλευε. Έστω να μπόραγε να βάλει μια τάξη στο νοικοκυριό της. Να ψωνίζουνε ό,τι είχαν ανάγκη μια φορά τη βδομάδα στο παζάρι, να συμμάσει ο προκομμένος τα ρούχα που φόραε στο στάβλο και να μην τα αφήνει μέσα στο σπίτι και βρωμοκοπούσε ο τόπος τραϊλα, να πλένεται τα βράδια που γυρνούσε, να μην κοιμάται με τις κάλτσες. Χαμένος κόπος…

Και στην αρχή, θες λίγο η ντροπή, θες που ήταν άβγαλτο κορίτσι -σ’ αντίθεση με τον Τάσο που την περνούσε δεκαπέντε χρόνια γεμάτα κι όσο να πεις, κάτι παραπάνω είχε γνωρίσει στα καταγώγια που τραβιότανε κι ακούμπαγε τα λεφτά του-, θες ίσως κι ένας έρωτας που νιώθανε και κράταγε απ’ την όμορφη φτιασιά τους και των δυο, η Παναγιούλα έκανε υπομονή. Κι ούτε τσακώνονταν, ούτε αγανακτούσε. Μέχρι που έμεινε έγκυος, εκεί κοντά στο χρόνο, λίγο παραπέρα, στο πρώτο της παιδί. Κι έπειτα ποιος είδε τον Θεό και δεν φοβήθηκε! Πήγαιναν οι καβγάδες γόνα! Αν είχαν γειτονιά τριγύρω, κανείς δεν θα κοιμότανε τα μεσημέρια απ’ τις φωνές. Και πάλι, κανείς δεν θα διαμαρτύρονταν, το φτέψιμο θα ρίχνανε στον Τάσο κι όλα τα δίκια στην Πανάγιω. Ξέρανε δα οι χωριανοί τι βάσταγαν στον τροβά τους, τι δύστροπος κι αγύριστο κεφάλι ήταν αυτός ο Τάσος!

Χωρίσανε από κλίνης εξ’ αρχής, γιατί για άλλον χωρισμό ούτε λόγος στα αταίριαστα ζευγάρια τότε. Κι ούτε ξανάσμιξαν ποτέ. Γλυκό ψωμί δεν φάγανε οι δυο τους. Ούτε όταν γεννήθηκε το παιδί. Άλλη μέρα σημαδιακή κι αξέχαστη κι αυτή…

Ήτανε αρχές Οκτώβρη. Η Παναγιούλα είχε πιάσει δουλειά στα μπαμπάκια απ’ την αρχή της συγκομιδής ακόμα, να ‘χει τα λίγα που έπαιρνε από τον κάματό της, να μπορεί να φτιάχνει ένα πιάτο φαϊ στο σπίτι της. Εκείνη τη μέρα, όπως ήτανε σκυμμένη με την κοιλιά στο στόμα και μάζευε τα ώριμα καρύδια στην ποδιά της, την πιάσανε οι πόνοι. Την έκοψε κρύος ιδρώτας. Τραβήχτηκε παρέκει κάτω από μια χαρουπιά.

-«Σύρτε κάποιος να φωνάξετε τον Τάσο!», παρακάλεσε τις άλλες γυναίκες που τρέξανε κοντά της να τη βοηθήσουν.

Και πήγε ο οδηγός του τρακτέρ που είχαν για τη συλλογή του μπαμπακιού για τα εκκοκκιστήρια. Τράβηξε καρφί για τον καφενέ. Είπε να κοιτάξει εκεί πρώτα,  αφού εκεί ξημεροβραδιάζονταν ο προκομμένος, πίνοντας τον αγλέορα σε τσίπουρα και παίζοντας πρέφα με τους ομοίους του.

-«Εϊ Τάσο!», του φώναξε μπαίνοντας. «Σήκου μωρέ, γεννάει η γ’ναίκα σ’, την πιάσαν οι πόν’ στα μπαμπάκια!»

-«Κι συ ανέλαβες ντιλάλ’ς βρε ζ’λάπ’;», του απάντησε ο Τάσος χωρίς να σηκώσει τα μάτια του απ’ την κολτσίνα.

-«Βρε, γεννάει η γ΄ναίκα σ’ σι λέω, σώσι! Σήκου να σ’ πάου πέρα!», συνέχισε εκείνος ανυποψίαστος για το μέγεθος της αναισθησίας του Τάσου.

-«Ε. Κι σαν; Ώρα τ’ς καλή! Τι θες να κάνου; Αυτά είνι γ’ναικείες δ’λειές, άει ξιφόρτωνε μ’!», του απάντησε τσαντισμένος ο Τάσος και συνέχισε να παίζει πρέφα. «Άμα ίν’ πιδί, να μι πείτε να κιράσου, αλλιώς ούτι που να μι ταράξ’ς ξανά, άκ’σες;».

Από τότε στο χωριό μας έμεινε κι αν κάποιος ήθελε να πει πως δεν ήτανε κακός πατέρας, έλεγε «Ε, δεν είμαι και Τάσος…». Ακόμα και κάνα-δυο απ’ την παρέα του τότε, γύρισαν και του ‘παν «Άει, τράβα Τάσου, τι θα πει ο κόσμος, κρίμα η φτωχιά…», για να λάβουν την άτεγκτη απάντηση του Τάσου «Ισείς να κοιτάτι τη δ’λειά σας κι να μην ανακατώνιστι αυτού απ’ δεν σας σπέρνουν! Επειδή σας έχουν χώσει ισάς στα βρακιά τ’ς οι γ’ναίκις σας, θαρρείτε πους θα μι κάν’ κι μένα ζάφτ’ η Παναγιούλα! Κι όσου για τουν κόσμου, χισμένου τουν έχου!».

Κι έτσι γέννησε μοναχή της η Πανάγιω στον αγρό, κάτω από μια χαρουπιά. Κι έκοψε τον ομφάλιο λώρο με τα δόντια. Κι έμασε τα σπλάχνα της που περίσσευαν και τα παράχωσε στο χώμα, να μην πατηθούν. Και σπαργάνωσε το αγόρι της με την ποδιά της και γύρισε στο σπίτι με τα πόδια. Τέτοιο ήταν  το πείσμα της και η περηφάνια της, κανέναν άλλον δεν άφησε να την γυρίσει πίσω. Κι ο Τάσος, που εν τω μεταξύ του πρόφτασαν τα νέα πως είχε κάνει παιδί κι όχι κορίτσι, κερνούσε τσίπουρα και λουκούμια στον καφενέ, κατά το έθιμο.  Ευτυχώς, τουλάχιστον, που η μανιά δεν της έκανε τη ζωή δύσκολη κι ούτε που μπλέκονταν στα πόδια της. Το εναντίον, με το παιδί τη βόηθαε κι όσο ένιωθε της στέκονταν, γιατί τον αγαπούσε τον μικρόν.

Περάσαν χρόνια. Η Πανάγιω κατ’ από πάνω στον Ευτύχη, έτσι τον είχαν βαφτίσει το γιό τους κι όχι στο όνομα του πατέρα του Τάσου, όπως όριζε η σειρά σ’ όλα τα σπίτια. Κι αυτό επειδή έτσι επέμενε η Παναγιούλα, γιατί ήτανε -έλεγε- η μόνη της χαρά σ’ αυτή τη ζωή, η μόνη της ευτυχία. Κι όλο από κοντά της ήτανε το αγόρι και κείνη πατέρας και μάνα μαζί. Κι η ζωή κυλούσε δύσκολα. Ο Τάσος ό,τι έβγαζε από τα πρόβατα τα ξόδευε στα τσίπουρα και στις πουτάνες. Στο σπίτι πήγαινε μόνο τα νεύρα του και τα βρισίδια του.

Η Παναγιούλα δούλευε όθε έβρισκε για να αναστήσει το βλαστάρι της. Καθαρίστρια, στα μπαμπάκια, στα καπνά και πάλι καθαρίστρια και πάλι στα μπαμπάκια και πάλι στα καπνά. Τα χέρια της σκασμένα και ξερά όλον τον χρόνο, μα χάδι του παιδιού της δεν του στέρησε. Φαϊ δεν του στέρησε. Σχολειό δεν του στέρησε. Θεό δεν του στέρησε. Αν και για τα δύο τελευταία έδινε μάχες συχνά πυκνά με τον προκομμένο τον άντρα της.

-«Τι να τα κάν’ τα γράμματα μαρή ζαβή; Σ΄είπι κανείς πως θένε τα γίδια κι τα πράιτα να τα διαβάζ’ ιστουρίες;», της έλεγε ο Τάσος.

-«Αχά, έτσ’ α λουγάριαζι ισύ. Δεν τουν έχου τουν Ευτύχ’ για τσουπάνου σαν τα μούτρα σ’! Άστο αυτού του πιδί να μάθ’ δυού γράμματα, να ξιστραβουθεί τρουμάρα σ’!», του απάνταγε η Παναγιούλα.

Κι όσο για την εκκλησία, κάθε Κυριακή ανελλιπώς σηκωνότανε το παιδί αδιαμαρτύρητα μαζί με τη μάνα του και πηγαίνανε. Τους έβλεπε ο Τάσος που τράβαγε εκείνη την ώρα για τον στάβλο και κούναγε αποδοκιμαστικά το κεφάλι του. Κι έπειτα, έτσι για να τσιγκλίσει την Πανάγιω και να δοκιμάσει την υπομονή της μια φορά ακόμα, έριχνε και δυο Χριστοπαναγίες κι έφτυνε επιδεικτικά στο χώμα. «Χρόνος χαμένος…», μουρμούραγε μέσα απ’ τα δόντια του.

Μεγάλωνε τ’ αγόρι. Κι όσο μεγάλωνε τόσο έμοιαζε στον πατέρα του. Στις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου έφτασε να είναι ίδιος. Μετρίου αναστήματος, γεροδεμένος κορμός, λεπτά δάκτυλα, ίδια μάτια, ατσούμπαλο περπάτημα. Μα κατά τα λοιπά ήταν όλος Πανάγιω. Δουλευταράς, κοντά στη μάνα του σε όλα. Απ’ τα οχτώ κιόλας ήξερε να ζυμώνει, να φτιάνει πίτες, να συγυρίζει. Τα ρούχα του μετά τα έντεκα δεν άφησε να του τα ξαναπλύνει η μάνα του, ούτε να τα σιδερώσει. Κι όπου κι αν δούλευε εκείνη, από κοντά κι αυτός να τη βοηθά στο ίδιο μεροκάματο. Και στα μαθήματα ήταν άριστος. Παρόλο που λεφτά για βιβλία δεν είχαν, του έβρισκε βιβλία δανεικά κάθε χρονιά ο παπα-Χρήστος. Κι από κοντά του δάνειζε να μελετά τα εκκλησιαστικά βιβλία που είχε για τις λειτουργίες.

Σαν παιδί ο Ευτύχης, όπως και σαν έφηβος, ήτανε άνθρωπος ήσυχος, λιγομίλητος, πολύ εσωστρεφής και ντροπαλός. Ήτανε όμως κι από φύση του άνθρωπος της βοήθειας. Της ελεημοσύνης. Της συμπόνιας. Ένας γνήσια καλός άνθρωπος. Όταν και όπου καταλάβαινε πως χρειαζότανε κάποιος βοήθεια θα έτρεχε να τον συνδράμει. Πόσες φορές δεν γύρναγε σπίτι αφάγωτος γιατί έδινε το κολατσιό του σε άλλο παιδί. Πόσες φορές χάρισε το πανωφόρι του. Μια φορά, μάλιστα, γύρισε σπίτι χωρίς κάλτσες γιατί τις έδωσε σε έναν συμμαθητή του, που κατέβαινε από άλλο χωριό μέσα στα χιόνια για να μην χάσει το σχολείο κι όλο που φορούσε στα γυμνά και ξεπαγιασμένα του πόδια, ήταν ένα ζευγάρι κοντές πλαστικές γαλότσες.

Στην αρχή η μάνα του τον ορμήνευε να κρατάει κι αυτός για τον εαυτό του κάτι, μιας κι εκείνοι φτωχοί ήτανε επίσης. Ώσπου συνήθισε πως το παιδί της ήταν ικανό να χαρίσει και το παντελόνι του ακόμα αν ένιωθε πως άλλος το είχε περισσότερη ανάγκη και να της γυρίσει στο σπίτι με τα σώβρακα που φόραγε. Τέτοια ήτανε η καλοσύνη αυτού του παιδιού, που πολλές φορές, κρυφά απ’ την μάνα του, πήγαινε και βόηθαγε τον πατέρα του στο στάβλο, ειδικά την εποχή που γένναγαν τα ζα ή όταν καθαρίζανε τις κοπριές και τις μαζεύανε βουνό έξω να χωνέψουν. Αυτόν τον πατέρα, που ούτε αν είχε το παιδί του να φάει δεν τον ένοιαζε.

Ένα απόγευμα, κατά ώρα οκτώ, Άνοιξη θα ‘τανε, γύρισε ο Ευτύχης στο σπίτι κι έζεχνε.

-«Α γεμ! Τι είναι αυτήν η μπόχα; Στις β’νιές κυλιόσανε και βρωμοκοπάς έτσ’ παιδάκι μο;», τον ρώτησε η μάνα του.

Εκείνος έσκυψε το κεφάλι σαν να ντρέπονταν. Ένιωθε τύψεις που πήγαινε κρυφά και ξεσκάτιζε με το φτυάρι κοτζάμ στάβλο μοναχός του και τώρα που τον τσάκωσε τι να της έλεγε…

-«Μάνα, ήμουνα στο στάβλο…», της ψιθύρισε.

Εκείνη έσμιξε τα φρύδια καθώς επεξεργαζόταν τι της έλεγε.

-«Στον στάβλο του πατέρα σ’;», τον ρώτησε.

-«Ναι… Να, μεγάλωσε και κείνος και δεν αντέχει να τα φέρει όλα βόλτα μόνος του… Ε, πάω καμιά φορά και τον βοηθάω…», της είπε κι αναστέναξε που έβγαλε επιτέλους το βάρος από μέσα του.

-«Αυτός στο ζήτηξε;», τον ρώτησε η μάνα του.

-«Όχι, μοναχός μου πηγαίνω μάνα… Είπα αφού…», ξεκίνησε να της εξηγεί μα εκείνη δεν τον άφησε. Γύρισε απότομα και τον κοίταξε κατάματα τόσο αυστηρά όσο ποτέ στη ζωή του και με μιας του κόπηκε η φωνή.

-«Άκ’σε καλά τι θα σι πω. Ιγώ διν έφτ’σα αίμα να σ’ αναθρέψου για να με γέν’ς τσουπάνος. Καλύτερα το ‘χω να μι φάει του χώμα.»

Κι έπειτα κάθισε στην καρέκλα, σαν να απόκαμε απότομα από την κούραση χρόνων, έχωσε το κεφάλι της στις χούφτες και κίνησε να κλαίει.

Ο Ευτύχης τα ‘χασε. Ποτέ, μα ποτέ, δεν είχε δει την μάνα του να κλαίει. Όπως και ποτέ δεν του ‘χε πει κακιά κουβέντα για τον πατέρα του. Όχι πως χρειαζότανε, φυσικά, για να καταλάβει ο Ευτύχης τι μέρος του λόγου ήταν εκείνος τρομάρα του… Ποτέ δεν λύγισε η μάνα του, ούτε κάτω απ’ την κούραση, ούτε κάτω απ’ την αδιαφορία του πατέρα του, ούτε πουθενά και για κανένα λόγο. Μα τώρα, μέσα σ’ αυτή τη φράση, μέσα σ’ αυτή τη λέξη «τσοπάνος», λες κι έσταξε τις πίκρες της όλες, όλα της τα παράπονα, όλες της τις προσδοκίες.

 Έσκυψε και την αγκάλιασε. Της φίλησε τα χέρια και τα μαλλιά της. Κι έπειτα κάθισε κατάχαμα και ακούμπησε το κεφάλι του στην ποδιά της, όπως έκανε όταν ήταν μικρός.  Και μείνανε εκεί, κουβέντα δεν αλλάξανε. Μείνανε έτσι μέχρι που ηρέμησε το μέσα τους. Τέλος, την κοίταξε και της είπε απαλά:

-«Μάνα, εμένα γι’ αλλού μ’ έχει ο Θεός, μη σκιάζεσαι».

Και κείνη έκλεισε στις παλάμες της τα δυο του μάγουλα και τον φίλησε στο μέτωπο. Έπειτα, έγειρε στο πλάι το κεφάλι της και του απάντησε κοιτώντας τον μέσα στα μάτια όλο νόημα:

-«Του ξεύρω παιδ’ μ’, του ξεύρω…».

Κι έτσι, όταν στα δεκαεπτά του πλέον ο Ευτύχης της είπε πως θέλει να πάει να μονάσει πάνω, στ’ Άγραφα, στο μοναστήρι της Παναγίας, εκείνης δεν της φάνηκε περίεργο. Από τα πέντε του ήξερε μέσα της πως κατά κει θα τράβαγε ο δρόμος του. Ήταν τότε, μωρό παιδί ακόμα, που για πρώτη φορά της ζήτησε αντί για άλλο παιχνίδι ένα καλιμαύκι. Και έδενε στον λαιμό του μια πετσέτα για φαιλόνιο, έπαιρνε ένα ποτήρι του κρασιού αντί για αγιοπότηρο και το γέμιζε νερό, το κάλυπτε και με ένα μαντήλι αντί για μάκτρο, έπαιρνε κι ένα κουταλάκι του γλυκού για λαβίδα και γύρναγε όλο το σπίτι μουρμουρίζοντας λογάκια ακατάληπτα αναπαριστώντας  πως τελούσε τη Θεία Λειτουργία και τη Θεία Μετάληψη.

-«Το μόνο, άσι ιμένα να το πω στουν πατέρα σ’», του είπε εκείνο το βράδυ που το συζητάγανε στην κουζίνα μάνα και γιος, την ώρα ακριβώς που γύρισε ο Τάσος σπίτι.

-«Τι να με πεις;», την ρώτησε εκείνος καχύποπτα που πρόλαβε και τους άκουσε.

-«Τράβα στην κάμαρη σ’ Ευτύχη μ’», γύρισε κι είπε στο παιδί της.

Ακόμα πιο παράξενο του φάνηκε αυτό του Τάσου. Συνήθως δεν φυλάγονταν τώρα πια που είχε μεγαλώσει ο Ευτύχης για να τσακωθούν μπροστά του, όπως έκανε όταν ήταν πιο μικρός. Άραγε τότε, τι να ήθελε να του πει;

-«Τι τρέχ’ μα;», την ρώτησε όταν μείνανε οι δυο τους.

-«Του πιδί θέλ’ να πάει στην Παναγία», του απάντησε ήρεμα εκείνη.

Εκείνος έμεινε και την κοίταγε σα χάνος. Δεν καταλάβαινε τι του έλεγε.

-«Ε. Και τι; Θέλ’τε και την άδεια μ’; Πρώτ’ φορά θα ‘ναι που θα πάει; Αφού τον έχ’ς κάνει σαν τα μούτρα σ’. Κάθι τρεις και λίγου στα μοναστήρια τραβιέτι. Τι μι λες;»

-«Θέλ’ να πάει μόνιμα. Να πάει αυτού, να γέν’ καλόγηρους.»

Του πήρε κάνα δυο λεπτά του Τάσου να το επεξεργαστεί. Κι έπειτα, σαν κατάλαβε τι του έλεγε η Παναγιούλα, γούρλωσε τα μάτια και άρχισε να κοκκινίζει. Σηκώθηκε απάνω απότομα κι η καρέκλα του έπεσε πίσω με πάταγο.

-«Να σι πάρ’ ου διάλ’ς, να σι πάρ’! Κάργια! Ισύ τα κανόν’σες αυτά πίσου απ’ την πλάτη μ’! Ισύ τουν κατάντ’σες πούστη τουν γιό μ’! Ώχου ζ’μια που μι βρήκι! Ώχ, θα γιλάν’ μαζί μ’ κι οι πέτρις! Ου γιος του Τάσου πούστης!», ούρλιαζε ο Τάσος σε κατάσταση αλλοφροσύνης!

-«Τ’ είν’ αυτά απ’ λες! Σσσσς! Σ’ ακούει του πιδί! Τι κουβέντις είν’ αυτές!», προσπάθησε να τον ησυχάσει η Παναγιούλα μα του κάκου. Εκείνος άρχισε να βρίζει χυδαία, να βροντάει τις μπουνιές του στο τραπέζι, νόμισε πως θα πάθαινε συγκοπή έτσι που έκανε.

-«Να ξερ’ς μωρή! Άμα κάν’ κι φύγει θα σι θάψου! Ή μάλλον όχι. Και τους δυο σας θα σας θάψω! Κάλλιου να ιμπώ στ’ φυλακή παρά να ζήσου τέτοιου ξεφτιλίκ’!», γύρισε και της είπε στο τέλος.

Και τότε σηκώθηκε η μάνα του, που τόση ώρα ήταν χωμένη στο καρεκλάκι της δίπλα στη μασίνα. Τον πλησίασε. Όρθωσε το ανάστημά της όσο της επιτρέπανε τα χρόνια της που βάραιναν τη γηρασμένη της την πλάτη τη σκυφτή. «Μάνα ούτι να του σκιφτείς να πάρ’ς του μέρους τ’ς!» της είπε ο Τάσος και δεν πρόλαβε να σώσει άλλη κουβέντα γιατί η μάνα του τού άστραψε ένα τόσο γερό χαστούκι, που πλατάγιασε ο ήχος σ’ όλο το δωμάτιο!

-«Διν σ’ αξίζ’ τέτοιου πιδί απ’ όχεις. Διν σ’ αξίζ’ τέτοια γ΄ναίκα. Φίδ’ στουν κόρφου μ’ ανάθριψα… φίδ’!», του είπε και πήγε και κάθισε πάλι στη γωνιά της, σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος και κουνιόταν πίσω-μπρος σαν να σκέφτονταν ένα κρυφό μοιρολόι…

Τέτοια ήταν η έκπληξη της Παναγιούλας που είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό και κοίταγε πότε τη γριά, πότε τον Τάσο. Ποτέ ως τώρα δεν είχε ανοίξει το στόμα της η πεθερά της να εναντιωθεί στον γιό της, να προστατέψει τη νύφη της και τον εγγονό της.

Όσο για τον Τάσο, είχε φύγει το χρώμα απ’ τα μούτρα του. Κι από κόκκινος που ήταν πριν σαν ζεματισμένος, τώρα ήταν κάτωχρος μ’ ένα σημάδι στο μάγουλο που φώταγε ροδαλό τέσσερα δάχτυλα και μέρος της παλάμης, σαν να τον είχαν κάψει με καυτό σίδερο, πως σημαδεύαν τα μοσχάρια… Γύρισε κι έφυγε, ούτε την πόρτα δεν έκλεισε. Σπίτι ξανάρθε μετά τέσσερις μέρες, αφού του είχε κοπάσει η ντροπή. Όλες αυτές τις μέρες έπινε και κοιμόταν στο καταγώγι,  που ονόμαζε «ουζερί»,  ο φίλος του ο Σάκης. Τι κι αν τον ρώταγε ο Σάκης τι γίνηκε, τι κι αν του ‘ταζε η Ζωή, η γυναίκα του Σάκη, να μην μαρτυρήσουν πουθενά ούτε άχνα, εκείνος τίποτα δεν τους είπε. Και κουβέντα για το θέμα δεν ξανακάνανε στο σπίτι. Ποτέ όμως.

Μόνο που ο Ευτύχης δεν έφυγε για το μοναστήρι. Έμεινε εκεί, για τη μάνα του. Φοβήθηκε να την αφήσει μοναχή της με τον αγροίκο. Έκανε το δωμάτιο του κελί, το γέμισε εικόνες, βιβλία, ένα καντήλι που έκαιγε ακοίμητο, ένα επιτραπέζιο λιβανιστήρι και ζούσε εκεί, όπως πρώτα. Όλη του την ζωή την μοίραζε δίπλα στη μάνα του στήριγμα, στις αγαθοεργίες του, στην εκκλησία και στο κελάκι του. Κι όλοι στο χωριό, μετά από χρόνια που είχε φτάσει να τριανταρίσει πια, τον λέγανε «κοσμοκαλόγερο». Γιατί έμεινε ανύπανδρος και διάλεξε ζωή  καλόγερου κι ας μην ήτανε κλεισμένος σε μοναστήρι. Σιγά-σιγά έμαθε βυζαντινή μουσική και πάντα εκείνος ξελειτούργαγε τον παπα-Χρήστο, που ήταν πια γέρος πολύ. Και κάποια στιγμή τον χρίσανε στην ενορία του «Αναγνώστη» κι ήταν η χαρά του μεγάλη. Κι όλα του τα καλοκαίρια και τις γιορτές της Ζωοδόχου Πηγής και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, έπαιρνε τη μάνα του και τη γιαγιά του κι ανεβαίνανε στο μοναστήρι. Και κει ξεχείλιζε ο καημός του κι έκλαιγε κάθε φορά με την ψυχή του. Κοιτούσε την εικόνα της και της ψιθύριζε «Θα ‘ρθω Μαυρομάτα μου, θα ‘ρθω…».

Κι όταν ήρθε πια το πλήρωμα του χρόνου κι η γιαγιά του αναπαύτηκε, μετά από πέντε χρόνια ακολούθησε κι η μανούλα του, η λατρεμένη. Πολύ νέα ακόμα, η αλήθεια είναι, μα έτσι ήθελε ο Θεός. Τουλάχιστον, από εκείνο το συμβάν κι έπειτα, είχανε ζήσει οι τρεις τους αγαπημένοι και δεμένοι, όπως πρέπει να είναι οι οικογένειες. Και μοναχά ο πατέρας του ήταν ο «ξένος» όλα τα χρόνια. Έμπαινε – έβγαινε στο σπίτι σα φάντασμα. Σπανίως μιλούσαν καν.

Εκείνη τη μέρα, λοιπόν, τη μέρα που κηδέψανε την Παναγιούλα, όλοι οι παλιοί ακόμα την θυμόνται. Πρώτα-πρώτα γιατί στην κηδεία δεν πήγε ο Τάσος. Ήτανε στο ουζερί του Σάκη κι έπινε. Κι όταν γύρισε ακόμα και το σκατόμουτρο ο Σάκης -ο καλύτερός του φίλος, που όπου παρανομία και λαμογιά ήτανε χωμένος μέσα μέχρι το λαιμό- και σήκωσε το ποτήρι του κοιτάζοντάς τον κι ευχήθηκε «Ζωή σε λόγου μας, ήταν καλή η καψερή που σ’ άντεξε τόσα χρόνια», ο Τάσος ξέσπασε σε κλάματα.

Και δεύτερον, εκείνη τη μέρα, την ίδια μέρα που κηδέψανε την Παναγιούλα, τα μάζεψε ο Ευτύχης και κίνησε για το μοναστήρι, επιτέλους, κρατώντας την υπόσχεσή του στην ίδια την Παναγία πως θα πήγαινε. Μα πρώτα σταμάτησε απ’ του Σάκη, να πει ένα τελευταίο αντίο στον πατέρα του. Ακόμα κι έτσι, δεν βάσταγε η καρδιά του κακία.

Όταν μπήκε μέσα, στάθηκε για λίγο να συνηθίσουν τα μάτια του το ημίφως. Ήταν καταχείμωνο, Γενάρης μήνας, το χιόνι έξω μέχρι το γόνατο. Τίναξε τα πόδια του, μισόκλεισε τα μάτια του και μόλις αναγνώρισε τον πατέρα του ανάμεσα  σε κείνους τους νεκροζώντανους θαμώνες που τον κοιτάγανε με περιέργεια, τράβηξε ίσα πάνω του.

Τον δρόμο του έκοψε ο Σάκης.

-«Δε θέλω μανούρες στο μαγαζί μου», του είπε κοφτά, πιάνοντάς τον από τον ώμο.

-«Καλημέρα Σάκη, πώς την έχεις τη Ζωίτσα;», ρώτησε εκείνος ήρεμα χαμογελώντας.

Οι άμυνες του Σάκη πέσανε μεμιάς κι ο τσαμπουκάς του διαλύθηκε σαν χάρτινος πύργος. Τον κοίταξε ξανά τον Ευτύχη. Έκανε μια γκριμάτσα, που μάλλον πρέπει να ήταν ένα θλιμμένο χαμόγελο.

-«Τι τον θες; Λιάρδα τον είναι. Σάματις θα καταλάβει και τίποτα; Σάματις κατάλαβε τόσα χρόνια τίποτα;», του είπε μετά.

-«Είναι ο πατέρας μου. Πρέπει να τον αποχαιρετίσω. Να ξέρει πως δεν του κρατάω κακία. Έτσι πρέπει. Τα άλλα άστα, υπάρχει Θεός για να μας κρίνει όλους», του απάντησε ο Ευτύχης.

-«Ε, καλά, άμα το θες έτσι…», είπε μετά ο Σάκης και παραμέρισε.

Ο Ευτύχης πήγε, αγκάλιασε τον πατέρα του από τους ώμους, κάτι του ψιθύρισε κοντά στ’ αυτί κι έπειτα του έκανε το σημείο του σταυρού στο μέτωπο, τον φίλησε και κίνησε να φύγει. Μα ο Τάσος ήταν τόσο μεθυσμένος που ανάθεμα κι αν θα θυμόταν έστω σαν όνειρο τι γίνηκε…

-«Πού πας εσύ;», τον ρώτησε ο Σάκης την ώρα που περνούσε την πόρτα να φύγει.

-«Στην Παναγία. Καιρός μου είναι.», του απάντησε ο Ευτύχης.

-«Τι; Με τα πόδια; Κι έτσι ντυμένος, λες και βαράει έξω καλοκαίρι;», τον ρώτησε πάλι ο Σάκης, μα ο Ευτύχης δε στάθηκε να απαντήσει κάτι άλλο.

Βγήκε έξω στο κρύο. Ανασήκωσε τους γιακάδες του. Έχωσε τα χέρια του σταυρωτά κάτω απ’ τις μασχάλες του και κίνησε την ανηφόρα, βουλιάζοντας κάθε του βήμα μέσα στο παχύ χιόνι. Και τότε άκουσε μια φωνή πίσω του:

-«Ε, κοσμοκαλόγερε!»

Σταμάτησε. Γύρισε να δει. Ήταν ο Σάκης και μαζί ένας από τους μπράβους του, ο Αχιλλέας.

-«Το πείσμα σου λυγίζει και σίδερο», του είπε και κάνοντας ένα νεύμα με το κεφάλι στον μπρατσωμένο που στεκότανε στα δεξιά του, αυτός πήγε και του έδωσε ένα ζευγάρι άρβυλα κι ένα τεράστιο αδιάβροχο τζάκετ με γούνινη επένδυση.

Ο Ευτύχης κοίταγε έκπληκτος. Αναγνώρισε μεμιάς τα πράγματα. Τα άρβυλα ήταν του πατέρα του, του Τάσου και το τζάκετ του Αχιλλέα.

Ο Σάκης, σαν να κατάλαβε που οφείλονταν ο δισταγμός του Ευτύχη, του είπε:

-«Αυτωνών τους έπεφταν πολλά. Μη σκιάζεσαι τα δώσανε… πώς το λέτε εσείς οι γραμματιζούμενοι… α, ναι… «οικοιοθελώς»! Χαχαχα… Εσύ, όμως, δεν θα φτάσεις ούτε μέχρι τη βρύση τ’ Αλαμανή άμα συνεχίσεις έτσι. Κι είπαμε, δε σε χωνεύω που χρυσό να μ’ έντυνες, αλλά δε θέλω να ‘χω και το κρίμα στο λαιμό μου άμα τα τινάξεις…»

-«Το πείσμα μου μην φοβάσαι να το λες με τ’ όνομά του. Πίστη το λένε. Και σα να μου φαίνεται πως κι εσύ ποτίστηκες κάμποση τελικά.»

Αυτό του είπε ο Ευτύχης κι έπειτα ντύθηκε τα ζεστά του και κίνησε την ανηφόρα μέσα στα χιόνια.

-«Σε περιμένω την Άνοιξη, τη μέρα που γιορτάζει η Ζωίτσα! Να ‘ρθειτε αντάμα, άκουσες;», του φώναξε χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει, μόνο που σήκωσε το χέρι του σε χαιρετισμό.

-«Ναι, δε θα παραλείψω! Κάτσε να ζεις μέχρι τότες, τρελλοκαλόγερε!», του φώναξε κι ο Σάκης σηκώνοντας κι αυτός το χέρι του σε χαιρετισμό. Μια αδιόρατη έγνοια σκίασε τα μάτια του μα κι ένα χαμόγελο αχνόφεξε στα χείλη του.

 

Ίσως σας αρέσει και

4 Σχόλια

  • Μαρκος Κωνσταντίνου
    12 Μαρτίου 2017 at 21:55

    Τι να σχολιάσεις? Η πένα της Κατερίνας σου παίρνει ψυχή και μυαλό! Οι περιγραφές, οι διάλογοι οι εικόνες σε ταξιδεύουν εκεί και βλέπεις, ακούς, συμμετέχεις, ζεις τις σκηνές και τα συναισθήματα! ‘Ένα ακόμη αριστούργημα! Σε ευχαριστούμε!

    • Κατερίνα Ευαγγέλου - Κίσσα
      13 Μαρτίου 2017 at 12:18

      Εγώ σε ευχαριστώ Μάρκο που αγκάλιασες με τόση θέρμη αυτές τις ιστορίες!

  • Απόστολος Χαμηλός
    7 Αυγούστου 2019 at 14:48

    Δεν θα μπορούσε να δοθεί η δύναμη της Αγάπης με ωραιότερο τρόπο. Να είστε καλά

    • Κατερίνα Ευαγγέλου - Κίσσα
      12 Αυγούστου 2019 at 14:50

      Σας ευχαριστώ, με συγκινείτε.

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Τον Μάρτιο του 2016 ίδρυσα τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής», με εφαλτήριο την αγάπη μου για τις τέχνες και τον πολιτισμό αλλά και την ανάγκη μου για μια καλαίσθητη παρουσίαση και μια ευγενική διαχείριση και επικοινωνία και προς αυτή την ίδια τη λογοτεχνία αλλά και προς τους δημιουργούς της. Σε μία πορεία παγκοσμιοποίησης που όλα φαντάζουν να φτωχαίνουν, η πνευματική ένδεια είναι χειρότερη κατ’ εμέ. Η συναισθηματική στειρότητα. Η αναλγησία. Και έναντι αυτών μάχομαι. Όσοι αγαπάτε τη γραφή και μ’ αυτήν εκφράζεστε, είστε ευπρόσδεκτοι στη σελίδα μας. Μέσω της γραφής δημιουργούμε, επικοινωνούμε και μεταδίδουμε πολιτισμό. Φροντίστε τα κείμενά σας να έχουν τη μορφή που θα θέλατε να δείτε σε αυτά σαν αναγνώστες. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music