«Ἀνάστα, Κύριε, βοήθησον ἡμῖν», ένα διήγημα της Νίκης Μπλούτη Καράτζαλη

Εγώ, πάτερ, είμαι άνθρωπος της εκκλησίας. Γι’ αυτό και σε φώναξα στο κελί μου. Δεν έπρεπε να είμαι εδώ μέσα. Δεν έχω πειράξει μυρμήγκι στη ζωή μου. Η απελπισία μ’ έφερε ως εδώ. Κι είναι αμάρτημα μεγάλο, όπως λένε, η απελπισία. Δεν σκότωσα, δεν βίασα, δεν μοίχευσα, δεν έκλεψα το βιος κανενός. Η φυλακή είναι γεμάτη από βαρυποινίτες, απ’ αυτούς που βλέπουμε στις ειδήσεις να σκοτώνουν για μια δόση ναρκωτικών, και τους άλλους, τους πολιτικούς, που κλέβουν με το γάντι εκατομμύρια αλλά οι μισοί απ’ αυτούς κυκλοφορούν ακόμα ανενόχλητοι έξω, ανάμεσα στον κόσμο, επειδή έκαναν τόσο σωστά τη δουλειά τους και δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για να τους κλείσουν μέσα. Υπάρχει και κόσμος σαλεμένος, βέβαια… Ο ένας -σου λέει- σκότωσε τον πατέρα του με το τσεκούρι στα καλά καθούμενα, ο άλλος παραφύλαγε κοπελίτσες για να τους ορμήσει να τις βιάσει κι ύστερα τις στραγγάλιζε κιόλας! Θεέ και Κύριε! Ανατριχιάζω και μόνο στη σκέψη!

Γι’ αυτό σου λέω πάτερ, εγώ δεν ανήκω εδώ. Αν ήμουνα έξω, σήμερα τέτοια ώρα θα άναβα κι εγώ το κεράκι μου στην εκκλησία, όπως κάνουν όλοι οι πιστοί και θα κοινωνούσα. Από μικρό μ’ έμαθε η μάνα μου να νηστεύω και να μεταλαμβάνω. Όλη τη Μεγαλοβδομάδα δεν έβαλα λάδι στο στόμα μου. Μ’ ελιές και ψωμί την έβγαλα. Προσευχόμουνα κι έψελνα τα όμορφα τροπάρια της εκκλησίας μας. Θέλεις να σου πω και το σημερινό; Να δεις πως δεν λέω ψέματα…

«Σήμερον συνέχει τάφος,

τὸν συνέχοντα παλάμῃ τὴν κτίσιν·

καλύπτει λίθος, τὸν καλύψαντα

ἀρετῇ τοὺς οὐρανούς·

ὑπνοῖ ἡ ζωή, καὶ ᾍδης τρέμει

καὶ Ἀδὰμ τῶν δεσμῶν ἀπολύεται.

Δόξα τῇ σῇ οἰκονομίᾳ, δι᾿ ἧς

τελέσας πάντα σαββατισμὸν αἰώνιον,

ἐδωρήσω ἡμῖν, τὴν παναγίαν ἐκ νεκρῶν

σου Ἀνάστασιν»

Θα μου πεις -και με το δίκιο σου βέβαια- «τότε γιατί σε κλείσανε εδώ μέσα τέκνο μου, αφού είσαι αθώος;» Και θα σου απαντήσω με ειλικρίνεια πάτερ. Επειδή απελπίστηκα. Ομολογώ την αμαρτία μου. Ένας φτωχός οικογενειάρχης είμαι με τρία παιδιά. Με έναν ψωρομισθό ζούσα την οικογένειά μου. Υδραυλικός ήμουνα κι είχα ένα μικρό μαγαζάκι στο Περιστέρι. Κι όταν ήρθε η κρίση, πάνε όλα. Πού δουλειά; Τέλος η οικοδομή, τέλος κι ο μισθός. Είχα, όμως, ευτυχώς τον πατέρα μου, που με βοηθούσε  πάντα με τη σύνταξή του, ο Θεός να συγχωρέσει την ψυχούλα του! Η μάνα μου, η καψερή, δεν πρόλαβε  να πάρει τη σύνταξή της. Έφυγε στα εξήντα της απ’ την κακιά αρρώστια. Ο πατέρας μου έφυγε κι αυτός πριν δέκα χρόνια από ανακοπή καρδιάς. Πέρυσι έχασα και τον μεγάλο μου αδερφό. Ούτε στην κηδεία του δεν μου έδωσαν άδεια να πάω, παπά μου. Αλήθεια σου λέω. Σαν να ήμουνα κανένας εγκληματίας και φοβόντουσαν μην το σκάσω. Ποιος; Εγώ. Ένα φτωχός οικογενειάρχης με τρία παιδιά. Το ένα στο Γυμνάσιο και τ’ άλλα δυο να σπουδάζουν. Ευτυχώς που ο δικηγόρος μου λυπήθηκε τη γυναίκα μου, που αδυνατούσε να τα βγάλει πέρα με τα έξοδα και της βρήκε μια δουλίτσα σ’ ένα μεγάλο μάρκετ στη γειτονιά μας. Πώς να μην απελπιστώ με όλα αυτά που μου συμβαίνουν; Λίγο πριν έρθεις διάβαζα αυτό το δοξαστικό του Μ. Σαββάτου για να ηρεμήσει η ψυχούλα μου…

«Τὴν σήμερον μυστικῶς, ὁ μέγας Μωϋσῆς

προδιετυποῦτο λέγων· Καὶ εὐλόγησεν ὁ Θεός

τὴν ἡμέραν τὴν ἑβδόμην·

Τοῦτο γάρ ἐστι τὸ εὐλογημένον Σάββατον,

αὕτη ἐστίν ἡ τῆς καταπαύσεως ἡμέρα·

ἐν ᾗ κατέπαυσεν ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ,

ὁ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ,

διὰ τῆς κατὰ τὸν θάνατον οἰκονομίας,

τῇ σαρκὶ σαββατίσας· καὶ εἰς ὃ ἦν,

πάλιν ἐπανελθών, διὰ τῆς Ἀναστάσεως,

ἐδωρήσατο ἡμῖν ζωὴν τὴν αἰώνιον,

ὡς μόνος ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος»

Περισσότερο, να ξέρεις, σε φώναξα για παρέα. Για να μπορέσω να μιλήσω με κάποιον όση ώρα θέλω και ν’ ακούσω τη φωνή μου. Θα λαλήσω εδώ μέσα, παπά μου. Σκέφτομαι τα παιδιά μου και τη γυναίκα μου εκεί έξω, δίχως το στήριγμά τους, και αγανακτώ με την αδικία του κόσμου. Καμιά φορά μου έρχεται να ουρλιάξω απ’ το άδικο που με πνίγει. Και τι θα καταφέρω, θα μου πεις; Τίποτα. Είμαι καταδικασμένος να εκτίσω άλλα πέντε χρόνια εδώ μέσα. Οχτώ στο σύνολο μου ρίξανε. Ο δικηγόρος μου πάλεψε ο άνθρωπος πολύ, δε λέω. Αλλά μια τρύπα στο νερό καταφέραμε!

«Δε δήλωσες, κύριε, το θάνατο του πατέρα σου και συνέχισες να εισπράττεις τη σύνταξή του για οχτώ ολόκληρα χρόνια; Ή θα τα δώσεις πίσω, λοιπόν, ή θα φας οχτώ χρονάκια φυλακή για το αδίκημά σου…»

Αυτό είναι το αδίκημά μου πάτερ. Δε δήλωσα το θάνατο του πατέρα μου, για να συνεχίσω να παίρνω τη σύνταξή του. Αναγνωρίζω το λάθος μου, δε λέω, αλλά πίστεψέ με, δεν έχω μετανιώσει. Για το μόνο που μετάνιωσα είναι που στενοχώρησα την οικογένειά μου. Δεν έβλαψα κανέναν. Για τα παιδιά μου το έκανα. Για να μην πεινάσουνε. Εκείνη τη χρονιά  έκλεισα το μαγαζάκι μου, που το είχα είκοσι ολόκληρα χρόνια! Καταλαβαίνεις την απελπισία μου; Κόντεψα να τρελαθώ ο άνθρωπος απ’ τη στενοχώρια μου.  Κι ύστερα από δυο μήνες χάνω και τον πατέρα μου. Και μη νομίζεις… Πικραμένος έφυγε κι αυτός. Πλάνταξε για το μαγαζί. Σκεφτόταν πώς θα τα βγάλουμε πέρα με τόσα έξοδα. Τότε πήρα τη μεγάλη απόφαση. Το είχα διαβάσει κάποτε στις εφημερίδες πως το είχανε κάνει κι άλλοι και παρασύρθηκα. Η γυναίκα μου δε γνώριζε τίποτα, βέβαια. Τα λεφτά έμπαιναν κανονικά στον λογαριασμό του πατέρα μου κι εγώ -με ένα ψεύτικο έγγραφο που με δήλωνε ως εκπρόσωπό του- παραλάμβανα το μισθό. Μέχρι που με αντιλήφθηκαν…

Στην ανάκριση που μου κάνανε τα ομολόγησα όλα. Δεν μ’ έπαιρνε φυσικά να συνεχίσω το ψέμα μου. «Εντάξει» τους είπα. «Τα λεφτά του πατέρα μου έπαιρνα. Αν ζούσε δέκα χρονάκια ακόμα, δε θα τον πληρώνανε; Λεφτά δικά του ήτανε, οι κρατήσεις που το κάνανε όλη του τη ζωή για να ζήσει στα γηρατειά του με αξιοπρέπεια. Δεν πρόλαβε ο άνθρωπος να χαρεί τη σύνταξή του. Στα εξήντα εφτά την πήρε, στα εβδομήντα τον πρόδωσε η καρδιά του. Και να σας πω και κάτι; Θα έπρεπε ο κάθε άνθρωπος να δικαιούται κάποια συγκεκριμένα χρόνια σύνταξης. Δεκαπέντε, ας πούμε… Αν πεθάνει κάποιος νωρίτερα απ’ αυτό το χρονικό διάστημα, να τα παίρνουν οι δικοί του. Αυτό είναι το σωστό για μένα. Κοιτάξτε λίγο γύρω σας να δείτε τι γίνεται… Όλοι φεύγουν τα τελευταία χρόνια νεότατοι! Θερίζει ο καρκίνος και τα εγκεφαλικά τον κοσμάκη από το άγχος, αν θα έχουν την επομένη να προσφέρουν στα παιδιά τους τον «άρτον ημών τον επιούσιον». Οι μισοί -και αν- θα καταφέρουν να βγουν με το καλό στη σύνταξη. Η μανούλα μου δεν τα κατάφερε. Πού πήγανε τα χρήματά της; Δεν έπρεπε να τα δώσουν πίσω στα παιδιά της; Πού πάνε όλα αυτά τα χρήματα των ανθρώπων που «φεύγουν»; Ποιος τα δικαιούται; Το λέτε δικαιοσύνη εσείς αυτό;»

Αυτά τους είπα παπά μου και το ευχαριστήθηκα. Καλά δεν έκανα; Ως και ο ανακριτής συγκινήθηκε με το δράμα μου και με κοίταζε με συμπόνια. Τέλος πάντων. Στην αρχή ο δικηγόρος μου, ζήτησε απ’ το ταμείο να κάνουμε μια ρύθμιση για να τους τα δίνω λίγα λίγα πίσω. «Τρελάθηκες άνθρωπέ μου;» Του είπα, μόλις με ενημέρωσε. «Πού να τα βρω τόσα λεφτά; Εγώ δεν έχω να ζήσω τα παιδιά μου. Δεκάρα δεν έχω. Ας με κλείσουν μέσα. Τι θα καταλάβουν;» Και μ’ έκλεισαν οχτώ χρονάκια για να αποδοθεί η δικαιοσύνη, σου λένε. Το μάθανε μετά κι οι φίλοι, οι συγγενείς, κι έτρεξαν να παρασταθούν στη γυναίκα μου. Της είπανε, μάλιστα, να μαζέψουν όλοι μαζί ένα ποσό για να μας βοηθήσουν να τα δώσουμε πίσω και να με βγάλουν πιο γρήγορα απ’ τη φυλακή. Με συγκίνησαν πολύ! Αλλά αρνήθηκα. Δεν μου φταίει σε τίποτα ο κοσμάκης να πληρώσει τα δικά μου τα σπασμένα. Εγώ φταίω, εγώ θα πληρώσω. Δε γίνεται, σου λένε, στην κοινωνία να κάνει ο καθένας ό,τι του καπνίσει. Πρέπει να πληρώνει για τα λάθη του. Αν είχα σταματήσει λίγο πιο νωρίς, αν είχα πάει να δηλώσω το θάνατό του, έστω κι έναν μήνα πριν με ανακαλύψουνε, τίποτα δε θα γινότανε απ’ όσα ακολούθησαν. Αλλά βλέπεις παπά μου, ο άνθρωπος είναι αχόρταγος, γλυκαίνεται με τα λεφτά.

Ξέρω πως σου είναι δύσκολο να μου δώσεις την ευχή σου και να με μεταλάβεις, αφού σου λέω πως δεν μετάνιωσα. Αλλά δε σε φώναξα μονάχα γι’ αυτό… Θέλω να διαβάσεις μια ευχή για τους γονείς μου και τον αδερφό μου. Να αναπαυθεί η ψυχούλα τους και να ηρεμήσουν κι αυτοί.

Χθες με επισκέφτηκε κι η γυναίκα μου. Η μισή έμεινε απ’ τον καημό της. Πάλευε όλη την ώρα να πνίξει τα δάκρυά της. Ήρθε με γεμάτα τα χέρια. Έφερε τσουρέκια, κόκκινα αυγά και κουλουράκια, που τα έφτιαξε με τα χεράκια της.  Πώς δε λιγοψύχησα να βάλω κι εγώ τα κλάματα μπροστά της… Νοστάλγησα το σπίτι μου και τις ετοιμασίες που κάναμε αυτές τις άγιες μέρες. Ποτέ δεν έλειψα απ’ την εκκλησία το Μεγάλο Σάββατο, που ψάλλεται ο Εσπερινός της Ανάστασης. Το μαγαζάκι μου το έκλεινα απ’ την Μεγάλη Παρασκευή. Ούτε απ’ την Τελετή της Ανάστασης λείψαμε ποτέ με την οικογένειά μου.

Σαν σήμερα θα πήγαινα το αρνί στο φούρνο κι η γυναίκα μου θα ετοίμαζε τη μαγειρίτσα για το βράδυ. Αρέσει πολύ στα παιδιά και την κάνουμε κάθε χρόνο. Και το βράδυ θα φορούσαμε τα καλά μας για να πάμε όλοι μαζί στην εκκλησιά να πάρουμε το Άγιο Φως και να σταυρώσουμε το πάνω μέρος της εξώπορτας κι ύστερα ν’ ανάψουμε μ’ αυτό το καντηλάκι μας ψάλλοντας με ευλάβεια το Αναστάσιμο τροπάριο… «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος».

«Να πάρεις τα παιδιά και να πάτε στον επιτάφιο» είπα χθες στη γυναίκα μου «κι αύριο να τους κάνεις μαγειρίτσα. Δε θέλω να στενοχωριέστε για μένα, ούτε να ντρέπεστε. Υπομονή θέλω να κάνετε κι όλα κάποια στιγμή θα τελειώσουν…»

Αυτά είχα να σου πω παπά μου και σ’ ευχαριστώ που μ’ άκουσες. Ξαλαφρώνει ο άνθρωπος άμα μιλάει σε κάποιον. Αν με θεωρείς άξιο δώσε μου την ευχή σου, αν όχι… δεν πειράζει, σε καταλαβαίνω πως είναι δύσκολη η θέση σου.  Εγώ, πάντως, θα συνεχίσω να προσεύχομαι γιατί μονάχα κοντά στο Θεό αισθάνομαι γαλήνη.

«Ἀνάστα, Κύριε, βοήθησον ἡμῖν. Ὁ Θεός, ἐν τοῖς ὠσίν ἡμῶν ἠκούσαμεν».

 


Η Νίκη Μπλούτη Καράτζαλη γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Άγιο Γεώργιο Λιβαδειάς.  Έχει εκδώσει τρία μυθιστορήματα και δυο συλλογές διηγημάτων. Το 2020 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της “Γράμματα σ’ έναν δραπέτη”, εκδόσεις Θράκα. Διηγήματά της δημοσιεύονται στο διαδίκτυο [Εντευκτήριον, book press, περιοδικό Χάρτης, περιοδικό Δίοδος, περιοδικό Θράκα, Πλανόδιον, Λόγω Γραφής, Ποιητικός Πυρήνας, περιοδικό Παρέμβαση κ.α.] και στην τοπική έντυπη εφημερίδα “Διάβημα”. Με τη λογοτεχνική ιστοσελίδα Λόγω Γραφής, συνεργάζεται από το 2016 και ολοκλήρωσε μια σειρά διηγημάτων για τη δράση ‘’Ένα τραγούδι για σένα’’. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια Δημιουργικής Γραφής και έχει συμμετάσχει σε εκδηλώσεις για παιδιά (ανάγνωση, εργαστήρια δημιουργικότητας) στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Λιβαδειάς. Διηγήματά της διακρίθηκαν σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και περιλαμβάνονται σε Ανθολογίες και Συλλογικά έργα. Ζει και εργάζεται στη Λιβαδειά.

Email. nikimplouti@hotmail.gr


 

[Μάθετε περισσότερα για τη μίνι σειρά διηγημάτων της Νίκης Μπλούτη Καράτζαλη “Άνοιξη ήτανε…”]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη