«’Όσα μοιράστηκα’ – πεζογραφήματα από την Ρόρη Μάτη», μια προσέγγιση του βιβλίου από τον φιλόλογο Αλέξανδρο Βαναργιώτη

Μόλις κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο με μικρά πεζογραφήματα της φίλης και παλιάς μας συνεργάτιδας, τρικαλινής συγγραφέα Ρόρης Μάτη. Εύστοχος ο τίτλος «Όσα μοιράστηκα», μιας και η συγγραφέας επιχειρεί να δοκιμαστεί για πρώτη φορά στον πεζό λόγο με μικρά σε έκταση κείμενα που δημοσιεύθηκαν σε διάφορες περιόδους σε κοινωνικά δίκτυα.

Η παρουσίαση του βιβλίου της έγινε στις 13 Δεκεμβρίου σε έναν εμβληματικό χώρο για την πόλη των Τρικάλων – στο Μουσείο Τσιτσάνη.

Η αίθουσα του Οθωμανικού Λουτρού ήταν κατάμεστη από κόσμο – δείγμα αγάπης και προς τη συγγραφέα αλλά και προς τη λογοτεχνία.

Για το έργο της Μάτη μίλησε ο -επίσης αγαπημένος συντοπίτης μας συγγραφέας- φιλόλογος Αλέξανδρος Βαναργιώτης. Την προσέγγισή του στο βιβλίο παραθέτουμε ακολούθως. Στο πάνελ βρισκόταν και η εκπαιδευτικός Ελπίδα Θεοφανίδου, η οποία και μίλησε για το βιβλίο αλλά και αφηγήθηκε αποσπάσματα κειμένων. Λίγα λόγια για τη Ρόρη είπε με περίσσια αίσθηση ευθύνης και η φίλη της συγγραφέα, Σοφία Γερασοπούλου.

Ευχόμαστε ολόψυχα στη φίλη συγγραφέα καλοτάξιδο και αυτό της το πόνημα και μακάρι να ανοίξει το δρόμο και για άλλα πεζογραφήματα, μιας και ο λόγος της είναι μεστός, ουσιαστικός, αγαπημένος.

Για τη Λόγω Γραφής,

Κατερίνα Ευαγγέλου Κίσσα


Όσα μοιράστηκα είναι  ο τίτλος του  καινούριου βιβλίου της Ρόρης Μάτη. Η συγγραφέας μας έχει συνηθίσει ως τώρα στην ποίηση. Με το νέο της βιβλίο όμως, όπως λέει και η ίδια δοκιμάζει τις δυνάμεις της στην πεζογραφία. Πριν καταπιαστούμε με το έργο είθισται να λέμε λίγα λόγια για τα βιογραφικά του συγγραφέα. Εγώ θα ήθελα να αφήσουμε το ίδιο το έργο να μας μιλήσει για τη ζωή της Ρόρης Μάτη. Διαβάζουμε στο κείμενο Τα ματόκλαδά σου λάμπουν: «Της είπαν πως γεννήθηκε ένα μεσημέρι του Δεκέμβρη κοντά στα Χριστούγεννα. Οι κατέχοντες τα ζώδια δεν μπορούν να της πουν λεπτομερώς “το ριζικό” της γιατί δεν γνωρίζει την ακριβή ώρα γέννησής της… Μεγάλωσε με όλα τα υπέρ και τα κατά μιας αστικής οικογένειας, σαν τρίτο παιδί και με διαφορά ηλικίας. Ήταν η μασκότ για αρκετά χρόνια, η χαϊδεμένη και γενικά το παιδί που όλα ήταν πιο χαλαρά στο μεγάλωμά της… Τα άλλα όλα ως είθισται. Πολύ προγραμματισμένα και συνήθη». Με δουλειά πολλή και σκληρή πέρασε η ζωή της, «πίσω μου έχω μια ζωή, προ συνταξιοδότησης που έφτυνα αίμα» λέει στο αφήγημα Διακοπές. «Οι καλοκαιρινές διακοπές ήταν δέκα εργάσιμες. Είκοσι επτά  συναπτά έτη αυτό το βιολί». Επιπλέον από το αφήγημα Τα ματόκλαδά σου λάμπουν αντλούμε και τα εξής στοιχεία: «δύο παιδιά, κλεισούρα, ξεπάτωμα, διάβασμα των παιδιών, περιορισμένος ύπνος, γιατί δεν μπορούσε να ακυρώσει και κάποιες σταθερές στη ζωή της. Κινηματογράφο, μουσική, διάβασμα για κείνη…»

Απέραντη είναι η αγάπη, η τρυφερότητα και το ενδιαφέρον που δείχνει για τα ζώα. Εξαιρετικά είναι τα κείμενα Εκδρομή, Σκυλί κλαίει, Ζωοφιλίες με συγκλονιστικότερο όλων, ένα μικρό διαμάντι, το αφήγημα Ο χορός των σκύλων. Όπως κάθε φυσιολογικός άνθρωπος προσδοκά κι εκείνη την ανθρώπινη ζεστασιά, «ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, μια ζεστή δυνατή αγκαλιά, ένα χαμόγελο, ένα αυθόρμητο φίλημα, δυο κουβέντες όχι του συρμού, όχι χιλιοειπωμένες» (διαβάζουμε στο αφήγημα Τα χέρια του μισάνοιξε).

Χαρακτηριστική στο κείμενο Τα ματόκλαδά σου λάμπουν είναι και η τελευταία φράση που αποτελεί κατά τη γνώμη μου και το κλειδί για τη συγγραφική εξέλιξή της: «Αγαπά όσα κάνει και ονειρεύεται ακόμα…» γράφει εκεί.

Από δεξιά, Ρόρη Μάτη, Αλέξανδρος Βαναργιώτης, Ελπίδα Θεοφανίδου.

Αποτέλεσμα αυτής της αγάπης των όσων κάνει, του θεάτρου, του κινηματογράφου, των βιβλίων και της μουσικής και της διάθεσής της να ονειρεύεται ακόμα είναι το έργο που κρατάτε στα χέρια σας. Όπως λέει ο Ηλίας Λάγιος και αναφέρεται στο κείμενο Ξόδεμα συνέχεια, «δεν υπάρχουν μάσκες. Τ’ όνειρο είναι που μαγεύει…» Και συμπληρώνει η συγγραφέας: Κι εγώ σε μια ενδοσκόπηση διαρκείας κρατώ το ξόδεμα συνέχεια, γι’ αυτή τη ζωή. Θα μείνουν κάποια ποιηματάκια της παρόρμησης ή της βαθιάς οδύνης. Θα μείνουν και κάποιες νύχτες ξαγρύπνιας και κάτι άτακτες φυγές…»

Τα κείμενα που εμπεριέχει το βιβλίο η ίδια η συγγραφέας τα ονομάζει πεζογραφήματα. Δεν ανήκουν σε μια συγκεκριμένη κατηγορία. Πρόκειται για κείμενα διαφορετικού μεγέθους και περιεχομένου. Κύριο χαρακτηριστικό τους είναι ο πάντα επίκαιρος χαρακτήρας και η συντομία. Το ευσύνοπτο μέγεθός τους μας επιτρέπει να τα εντάξουμε στο είδος των short stories (σορτ στόρις) ή αλλιώς bonsai (μπονζάι). Ως προς το περιεχόμενο τώρα, αν το  βιβλίο το είχε γράψει ο Θανάσης Βαλτινός, στα πλαίσια του μεταμοντερνισμού θα το είχε ονομάσει μυθιστόρημα, αλλά η Ρόρη Μάτη δεν είναι της αποδόμησης. Ωστόσο στα κείμενα αυτά παρακολουθούμε την ιστορία ενός ανθρώπου, την ιστορία μιας οικογένειας, ενός τόπου και συγχρόνως μιας χώρας. Μέσα από μια ρεαλιστική και παράλληλα τρυφερή γραφή παρουσιάζεται ο κόσμος φιλτραρισμένος από τη ματιά ενός ανθρώπου που ζει σ’ αυτόν. Περιγράφει τα τοπία της ψυχής της η συγγραφέας, τα οποία όμως δεν είναι έξω από τα τοπία αυτής της πόλης και του τόπου γενικότερα. Διαβάζουμε για τον καιρό σχεδόν σε κάθε εποχή, για τραγούδια, ταινίες, δολοφονίες που συγκλόνισαν το πανελλήνιο -όπως αυτή του Παύλου Φύσσα-, πολιτικά σχόλια, σχόλια σε γεγονότα παγκόσμιας εμβέλειας που είδαμε στις ειδήσεις, αλλά και  σε περιστατικά διάφορα καθημερινά που απασχολούν τη μικρή μας πόλη. Στην ύλη του βιβλίου συναντάμε ακόμη: οικογενειακές στιγμές, εξαγόρευση ενοχών, αυτοβιογραφικά παραθέματα, χρονογραφήματα,  ημερολογιακές σημειώσεις που βρήκαν διέξοδο επικοινωνίας στο φέισμπουκ, ποιήματα, μέχρι και αναφορές σε ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις όπως στον αγώνα Χιλής-Ισπανίας στο Μουντιάλ, όπου κέρδισε η Χιλή. Όλα αυτά βέβαια συναπαρτίζουν τα συνοδευτικά του γεύματος που είναι η ίδια η ζωή. Στο κείμενο Ήλιε ήλιε αρχηγέ ο Άδωνις στριγγλίζει στην τηλεόραση, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι στην εξουσία ενώ η αφηγήτρια έχει από τα χαράματα βάλει πλυντήρια και απλώνει στο κρύο, έχει βάλει κι ένα φαγητό να γίνεται και το πλυντήριο πιάτων δουλεύει. Στο κείμενο Βροχή βροχούλα ένα εφήμερο, περιστασιακό, ενώ στους πολλούς περνά απαρατήρητο, γίνεται αφορμή για ενθουσιασμό,  σκέψη και προτάσεις: Να αξιοποιηθούν οι παλιές αποθήκες του Δήμου για παραστάσεις, συναυλίες, παρουσιάσεις συγγραφέων. Παρακολουθούμε δηλαδή έναν συνεχή διάλογο με τα πράγματα, τις στιγμές, τον κόσμο.

Άποψη της αίθουσας του Οθωμανικού Λουτρού.

Τα αφηγηματικά πρόσωπα εναλλάσσονται. Πότε γράφει στο πρώτο, πότε στο δεύτερο και πότε στο τρίτο, ανάλογα με τη διάθεση της αποστασιοποίησης. Το βιβλίο είναι γραμμένο με πολλή φαιά ουσία αλλά και πολλή ουσία ψυχής, γι’ αυτό είναι ωραίο. Διαβάζεται ευχάριστα, αλλά ταυτόχρονα και σε προβληματίζει.

Αν έβαζα ένα κριτήριο λογοτεχνικότητας κάποτε για το πότε ένα κείμενο εντάσσεται στη λογοτεχνία και πότε όχι, αυτό θα ήταν να μπορεί το έργο να μας μεταφέρει, να μας εισαγάγει σε πράγματα και καταστάσεις με την πετυχημένη χρήση της γλώσσας και των εκφραστικών μέσων. Η Ρόρη Μάτη μας βάζει πάντα σ’ αυτά που ζει. Σε ό,τι την προβληματίζει. Απευθύνεται στις αισθήσεις μας. Στο κείμενο «Άγια νύχτα» ζούμε Χριστούγεννα. Όλη η οικογένεια στην κουζίνα, τα ζώα πηγαινοέρχονται. Οι μερακλήδες φτιάχνουν τζατζίκι. Μυρωδιά φρεσκοψημένου ζυμωτού ψωμιού. Το τζάκι καίει. Είναι οι συνηθισμένες χριστουγεννιάτικες εικόνες από τα παιδικά  μας χρόνια. Είμαστε μέσα στην ιστορία με όλες μας τις αισθήσεις, Χριστούγεννα ζούμε. Η τηλεόραση παίζει, περιήγηση σε φάτνες και έθιμα, ο μύλος, οι χοροί, κι εδώ έντεχνα, ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, έρχεται ο νυγμός, το τσίμπημα: η αίσθηση του εγκλωβισμού, πνιγμού, η τάση φυγής της πρωταγωνίστριας, αλλά στο τέλος ο συμβιβασμός, η θυσία «πρέπει να στρώσω τραπέζι με το κάτι το γιορτινό. Κεράκια, αγγελάκια κεράκια, χιονανθρωπάκια κεράκια. Κεράκια για όλα τα γούστα».

Γνώρισμα επίσης των κειμένων η σκηνοθεσία. Η συγγραφέας μας τοποθετεί στο χρόνο και στον τόπο, στη διάθεση. Μερικές σκηνογραφικές παρατηρήσεις για να μπούμε στο κλίμα κι εκεί αιφνίδια έρχεται και δένει ένα βαθύ σχόλιο. Στο κείμενο Handel και ζουζούνια ξεκινά απ’ ένα οικογενειακό κουραστικό γεύμα ανήμερα Χριστούγεννα όπου ήταν προσκεκλημένοι. Στην επιστροφή στην τηλεόραση παίζει η όπερα της Βιέννης. Με αφορμή τα παραπάνω και εν είδει παράπονου ακολουθεί ένα ουσιαστικότατο σχόλιο για την επίδραση που άσκησε  στον Νεοέλληνα η ραγιάδικη εκπαίδευση στην Τουρκοκρατία και οι αντιφάσεις που κληρονομήσαμε ως κατάλοιπα. Ορδές παιδιών στα ωδεία να αποκτήσουν μουσική παιδεία αλλά ως κάλαντα επιλέγουμε τα ζουζούνια.

Από δεξιά, Ρόρη Μάτη, Αλέξανδρος Βαναργιώτης, Σοφία Γερασοπούλου.

Το προσωπικό λοιπόν διαρκώς πλέκεται αριστοτεχνικά με το γενικό. Όλα ξεκινούν από το παρόν και απλώνονται παντού. Αναδρομές στο χθες, προσδοκίες, ματαιώσεις, όνειρα. Γραφή ρεαλιστική διανθισμένη με καθαρά κομμάτια ποίησης. Η Ρόρη άλλωστε είναι ποιήτρια. Οι ιδιότητές μας μάς ακολουθούν πάντα. Συναντάμε στα κείμενα πολλές κειμενικές αναφορές, σε συγγραφείς και έργα τους (π.χ. Αννίτα Λουδάρου, Μάτεσις), σε κινηματογραφικά έργα, σίριαλ και τηλεοπτικές εκπομπές. Στο κείμενο «Η μητέρα του σκύλου» βρίσκουμε έναν πολύ ενδιαφέροντα ορισμό της συγγραφής: «Για μένα», λέει η αφηγήτρια, «συγγραφή σημαίνει βάσανος όχι μόνο του γράφοντος αλλά και του αναγνώστη. Σημαίνει γράφω περίπου όπως μιλάω, δεν επαναλαμβάνομαι και έτσι υπογείως πολλές φορές με καταβυθίσεις ψυχής, ψηλαφώντας ταυτόχρονα τον μέσα μου κόσμο, προσφέρω στον αναγνώστη τις αλήθειες μου. Όλα τα άλλα είναι… περικοκλάδες. Δεν ξέρω πώς ορισμένοι λογοτέχνες τυχαίνουν ενθουσιώδους αναγνωρίσεως γράφοντας μονοεπίπεδα και φορές στηρίζουν μυθιστόρημα σε μια μόνο λέξη!». Τη Ρόρη Μάτη τη διακρίνει συνέπεια λόγων και πράξεων. Ακριβώς αυτή τη συγγραφική πορεία που περιγράφει ακολούθησε στα γραπτά της. Η γραφή της έχει έντονη προφορικότητα. Η γλώσσα της είναι πλούσια και ακριβής. Στα κείμενα θα συναντήσουμε πολλές λέξεις ή φράσεις ή τίτλους στα αγγλικά. Κάποιους ίσως τους προβληματίσουν. Όμως δεν μπαίνουν από αφέλεια ή άγνοια ούτε από μοντερνισμό. Μπαίνουν από τη συγγραφέα για να υπηρετήσουν αυτή ακριβώς την προφορικότητα και μια ειρωνεία -συχνά και αυτοσαρκασμό- που είναι διάχυτη σε όλο το έργο.

Η συγγραφέας απευθύνεται  σε ένα κοινό, ει δυνατόν, ευαίσθητων ανθρώπων που θα συντονιστούν στο ίδιο μήκος καρδιάς, όπου η ίδια εκπέμπει. Κάποια κείμενά της όπως το Ένα παλιό νυχτικό ή Η εκδρομή ή Ο χορός των σκύλων, ενώ έχουν τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν, έχουν τόση ενσωματωμένη τραγικότητα, που μπορεί κανείς να τα πει συμπυκνωμένες τραγωδίες. Είναι χωρίς υπερβολή διηγήματα υψηλής αισθητικής. Στο Ένα παλιό νυχτικό από ένα σατέν νυχτικό περνάει η ιστορία των ανθρώπινων σχέσεων, η φθορά και τα αδιέξοδα.

Όλα τα πεζογραφήματα του βιβλίου είναι πολύ καλά. Αξίζει κανείς να τα προσέξει, να τα διαβάσει και να τα ξαναδιαβάσει. Θα καταλάβει βαθύτερα τη μικρή μας πόλη,  θα προβληματιστεί, θα ταυτιστεί και στο τέλος θα καθαρθεί δι’ ελέου και φόβου. Είναι με άλλα λόγια το βιβλίο ένα από εκείνα χάρη στα οποία μπορεί να πει κανείς ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο.

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

 

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music