«Όλα τρία. Ω, λατρεία!», γράφει η Στεφανία Ρουλάκη

Πάντα μου άρεσε η λαϊκή. Η διαδικασία της επιλογής φρούτων και λαχανικών για την ετοιμασία σπιτίσιων φαγητών, μου έδινε την αίσθηση υψίστης φροντίδας και αγάπης στα μέλη της οικογένειας. Δεν πάει να είχα χίλια δύο να κάνω; Τη λαϊκή δεν την έχανα με τίποτα. Αν δεν πήγαινα, δεν λογιζόμουν για σωστή νοικοκυρά.

Στην πρώτη καραντίνα άφησα τη συνήθεια μου αυτή, γιατί δεν ήθελα να συνωστίζομαι. Προείχε η υγεία. Στη δεύτερη καραντίνα, που είχα πια «εμπειρία», είπα ότι δε θα αφήσω αυτήν την τρελή -για μένα- ευκαιρία διασκέδασης, μία φορά τη βδομάδα, να πηγαίνει χαμένη. Άσε που εκεί πάντα συναντάω γνωστούς, συγγενείς, γειτόνους και φίλους. Αυτό, πρακτικά σημαίνει, κανένα μισάωρο παραπανίσιο για στάση και κουβεντολόι, αλλά, χαλάλι. Χρόνος υπάρχει! Η λαϊκή μας βοηθά και να μην χάνουμε την επαφή μας. Λέμε και καμιά καλημέρα βρε αδερφέ. Ειδικά αυτήν την περίοδο που οι ζωντανές καλημέρες μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού.

Μετά από μία μεγάλη κακοκαιρία, που μας έκανε να χάσουμε την προηγούμενη βδομάδα τη λαϊκή, αυτή τη φορά ο καιρός μας έκανε τη χάρη. Έβαλα λοιπόν τα καλά μου – μάλιστα, τα καλά μου, γιατί αν δε βάλω στη λαϊκή τα καλά μου, τώρα πια, που θα τα βάλω, στο θέατρο; – πήρα το πολυτελές καρότσι μου, με διπλό διαφορικό παρακαλώ, για να τραβάει στην ανηφόρα και ξαμολήθηκα στους δρόμους.

Φόρεσα και το ανέμελό μου ύφος, που μόνο εγώ ήξερα ότι διαθέτω, γιατί κρυβόταν κάτω από τη μάσκα και τα γυαλιά ηλίου κι έπιασα την ανοιχτή αγορά από την αρχή της. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι επέστρεψαν προς πώληση τα χαλιά, τα σάτζαλα-μάντζαλα, τα βρακιά και τα σουτιέν. Πολυτέλεια! Όλα τρία! Τι λατρεία!

«Έχω και σε μπορντί…» άκουσα έναν Ινδό πωλητή να λέει στις κυρίες που κοίταζαν την πραμάτεια του. Αυτές, δεν πείστηκαν ώστε να πραγματοποιήσουν την αγορά, έκαναν μεταβολή και συνέχισαν τη βόλτα τους. Ολοφάνερα αργόσχολες οι, μάλλον, φιλενάδες, ή αδερφές, ‘σέρναν τα καροτσάκια τους, αργά και βασανιστικά. Κάθε δύο τρεις πάγκους, σταμάταγαν, έκαναν meeting και αναλόγως αποφάσιζαν αν θα αγόραζαν λάχανα ή μπρόκολα. Γύρναγαν πίσω – μπρος κι εκεί που νόμιζα ότι τις είχα προσπεράσει, πάλι, τσουπ! Μπροστά μου!

Όπως συνέχιζα να ρεμβάζω δεξιά κι αριστερά, από μακριά βλέπω να έρχεται ο «Εξολοθρευτής» αυτοπροσώπως. Ένας πανύψηλος αστυνομικός, στα μαύρα, με το γιλέκο του σαν χελωνονιντζάκι, με το κράνος του, τις μπότες του, το γκλομπ του και όλα του τα σχετικά, διέσχιζε αγέρωχος τη μάζα των ανθρώπων. Σκιάχτηκα να σου πω. Αμέσως σκέφτηκα αν φοράω μάσκα, αν έχω στείλει μήνυμα, τα ψέματα που έχω πει όταν ήμουν παιδί, τα πάντα όλα!… Μετά καθησύχασα τον εαυτό μου, λέγοντας ότι δε μπορεί να κυνηγάνε εμένα. Και πράγματι, παραδίπλα σε ένα στενό, έστεκε ένας συνάδελφός του, ο οποίος εξέταζε τα χαρτιά κάποιου λαθραίου Πακιστανού μικροπωλητή, που είχε κατεβασμένο το κεφάλι του σα να ‘ταν Μεγάλη Παρασκευή.

Μετά, σταμάτησα να πάρω τομάτες λίγο πιο μακριά από τον προηγούμενο από μένα πελάτη, ο οποίος έπιανε τη μια τομάτα, άφηνε την άλλη, ζουμπώντας τες. Ο τοματάς, αφιονίστηκε και του είπε ειρωνικά: «Δεν χρειάζεται να τις ζουλάτε κύριε, δεν κορνάρουν»! Ο πελάτης, έριξε στον πωλητή μία λοξή ματιά πάνω από τα γυαλιά πρεσβυωπίας, άφησε προσβεβλημένος τις τομάτες κάτω και πήγε επιδεικτικά να ζουλήξει, εεε, συγγνώμη, να ψωνίσει ήθελα να πω, από άλλο πάγκο. Όταν έφτασε η σειρά μου, καθησύχασα τον τοματά ότι εγώ θα φερθώ τρυφερά στο εμπόρευμά του κι αυτός γέλασε.

Στη συνέχεια, ήθελα να πάρω και αβγά. Με έπεισε να επιλέξω εκείνον, ο αβγουλάς που φώναζε: «Έλα μάνα μου! Αβγά για ωραία μωρά! Αβγά για όμορφα μωρά! Αβγά για μικρά μωρά!» Πήρα αυτά για τα όμορφα. Πού ξέρεις; Μπορεί για μια φορά, η διαφήμιση να πραγματοποιεί αυτό το οποίο υπόσχεται! Παρακάτω, διάλεξα «ωραία μήλα που ήρθανε με την καμήλα». Να ένας ακόμα λόγος που απολαμβάνω τη λαϊκή: η ευρηματικότητα των πωλητών στις ατάκες τους και στις ταμπέλες τους.

Τη σκέψη μου επιβεβαίωσε ο παρακάτω διάλογος. Ένας πατατάς που ξελαρυγγιαζόταν: «Μη σπρώχνεστε κύριοι! Όλοι θα πάρετε! Έχουμε και Covid!» πήρε απάντηση από την χορταρού στον απέναντι πάγκο, η οποία του πέταξε την ατάκα της εβδομάδας, που ήρθε και με στιγμάτισε: «Μήτσο, άντε ρε βγάλε τη μάσκα γιατί θα σκοτώσεις όλα τα μικρόβια!»

Η αλήθεια είναι ότι είχε πολύ κόσμο. Όλοι καλοντυμένοι, οι κυρίες με τα κοσμήματά τους. Νέοι, γέροι και γριές στη λαϊκή! Οικογένειες ολόκληρες, με παιδιά και σκυλιά, είχαν βγει για βόλτα. Μιας και τα μαγαζιά είναι κλειστά, ας χαζέψουμε στη λαϊκή, που είναι και οπτικοακουστικό υπερθέαμα, αφού σε κάθε πάγκο, ακούς κι άλλο άσμα. Αφού σας λέω, οι λαϊκές έχουν γίνει τα μπουζούκια της καραντίνας!

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη