«Όλα εκείνα που δεν ειπωθήκανε, πιθανόν όμως και να περπατηθήκανε», γράφει ο Χρήστος Νιάρος

Στις αμμουδιές μιας εύφλεκτης καλοκαιρίας, κάθετος ο ηλιοπότης καιρός έσταζε από τον ουρανό τις καλές, υψηλές του θερμοκρασίες στο σώμα μας. Και  όσο πέρναγε η ώρα, η πολλαπλή ανάφλεξη των εικόνων του ήταν το κυρίαρχο θέμα στην ειδησεογραφία της ραστώνης αλλά και της σιωπής μας. Αδύναμα και ιδρωμένα, λιοπύρι το λιοπύρι δεν κάναμε  καμία απολύτως κίνηση να μετακινηθούμε, ένα βηματάκι από την αμμουδιά που είχαμε έρθει μιας και βλέποντας ότι το όλο αυτό θέαμα που ξετυλίγεται φλογίζοντας μνήμες και λογισμούς θα ‘ναι πια η εικόνα της ζωής μας αλλά και το κατάλληλο καταφύγιο, κρυψώνα και αποκούμπι μας.

Σαν να ήταν μια φωτογραφία όμως διαφορετική από τις πολλές που είχαμε βρεθεί μα και τις είχαμε μαζί καλά  βιώσει, νιώθαμε ότι είχαμε αφήσει έξω από το κάδρο και τα όριά της όλο τον κόσμο και τις έγνοιες μας. Μονάχοι και μάλιστα μοναδικοί απολαμβάναμε το τοπίο.

Η θάλασσα πιο γαλήνια από ποτέ, κύμα το κύμα εμπρός μας σαν σεντόνι μεσημεριού κοινής ησυχίας, ταξίδευε το είναι του χρόνου μας. Μπάρκαρε τις σιωπές του καλοκαιριού και σε λιμάνια αναχωρήσεων λικνιζόντανε οι αποχαιρετισμοί του με τα καπέλα μας και τα ημίγυμνα κορμιά μας. Στα ανοιχτά δε των κυμάτων, στο βάθος του ουρανού – ωκεανού, καράβια σαν κόκκοι άμμου φαινόντανε. Μα και τα ακροκέραμά τους, κωπηλατούσαν τους  έρωτες του καλοκαιριού μας. Λες και εμείς σαν επιβάτες, ταξιδευτές των διαδρομών τους φεύγαμε συνεχώς, νοερά. Μα και τις ξενιτιές – πατρίδες αισθήσεων και παραισθήσεων μας τις φέρνανε πιο κοντά με μέτρο, επιμονή και καλοσύνη και κυρίως με πολύ σιωπή στα χείλη μας.

Οι κόκκοι της αμμουδιάς δεν ήταν βράχια, ούτε και εμπόδιο και ανάχωμα για την όποια επέλαση του απογευματινού αέρα και συνδράμανε και αυτοί στην όλη πανδαισία της στιγμής μας σχεδόν υπάκουα.

Η ψιλή της άμμος που μένει στην πλάτη, στα δάχτυλά μας είναι και αυτή, μια συντεταγμένη του καλοκαιριού μας. Τροποτεινά, είμασταν… εντός τόπου και χρόνου.

Ανοιχτός πιά ο ορίζοντας της μέθεξής μας σαν ένα φύλλο φθινοπώρου, αν και η καθημερινότητα, ενώ έσταζε από πάνω μας τις ιδρωμένες σκέψεις της, βροχές μνήμες από ταξίδια στη Μεσόγειο, φωτογραφικά μας καθήλωνε το θέαμα. Μα ήταν και σε ταξίδι που δεν έριξε άγκυρα, δεν είπε την τελευταία του λέξη και ως επίλογος μιας παραγράφου ημερολογίου χανόντανε από την ηρεμία και την απλόχερη ομορφιά της αλμυρής και γλυκιάς  εκδρομής. Το φθινόπωρο της ρουτίνας και των καθώς πρέπει αναγκών της ζωής είχε μπει στην ακρούλα των σκέψεων μας.

Ο χρόνος τότε, σαν  την καυτή λεπτομέρεια της εποχής, λες και είχε χαθεί από την οθόνη των κινητών έκανε και αυτός το αυτονόητο.  Αν και ήταν σε αυτό το έργο, άλλαξε την τροχιά -φορά του τη γρήγορη και σταμάτησε. Κανένας χτύπος του, που από παρελθόν γινόντανε ή ήθελε να γίνει παρόν ή μέλλον, δεν έβγαλε… άχνα.

Από υστερόγραφο ή και πρόλογος μιας παραγράφου ζωής μα και από το χάδι ματιών έγινε φιλί και σάλιο διαρκείας. Πιο σωματικός και πιο αληθινός μελτέμιαζε, αφουγκραζόντανε τι είχε ξεχάσει μα και τι είχε γρήγορα ξεφυλλίσει η ανάγνωσή του από το βιβλίο και το τεφτέρι της ζωής.

Πίσω όμως και από τις εικόνες των καρτ-ποστάλ στιγμών μας, που απλόχερα και με τόση προθυμία έφερνε η εποχή στο δισάκι και στα αλφαβητάρια μας, γίναμε από απόντες της φοράς των δεικτών του, οι πιο σημαντικοί παρόντες.

Σαν τους δρόμους τους έρημους της πόλης που χωρίς κατοίκους τέτοια εποχή αν και έχουν την ομορφιά τους μιας και περπατιούνται άνετα, αλλά τέτοια κύματα και με φως του ηλίου στο κατακόρυφο μα και σαν φάροι που ακόμη με το φως τους επιμένουν να δίνουν οδηγίες στα βαπόρια για μια καλή και ασφαλή πλοήγηση, ταλαντευτήκαμε και γεμίζαμε την ραστώνη μας. Είμασταν οι πόλεις και οι γειτονιές που ονειρευτήκαμε.

Προς αποφυγή λησμονιάς οι λεπτοδείχτες του φωτός γίνανε δάχτυλα και φυγή προς τόπους απίθανους και πιο ονειρικούς, που ακόμη και στην χοάνη των ανωνύμων κατοικούντων τους, αν και μας ρουφούσε μέχρι τον πάτο, εντούτοις κάθε νυχτοήμερο στον άγνωστο τους  βυθό, αυτή την ώρα είχε μπει σε άλλη παράγραφο μονολόγου.

Ήμουνα και ήσουν ήδη απών από τον χρόνο και σαν χαμένα ναυάγια στο κατακάθι αρχίζαμε να αναζητούμε και μια άλλη έξοδο. Και τώρα που τα θυμηθήκαμε  όλα αυτά  με τις εικόνες αυτές, που χωρίς λόγια μας γύρο φέρνανε κάτι φάνηκε στον ορίζοντα. Κάποιο κλικ, κάποιος θόρυβος πουλιών, κάποιο κύμα απότομο που όλα τα κατακάθια της ψυχής τα ανακάτεψε σαν τράπουλα, με χρώματα και αριθμούς. Από το παιγνίδι της χοάνης βρήκανε τον τρόπο με την αθόρυβη λειτουργία των αισθημάτων – αγγιγμάτων του καλοκαιριού εκείνου και άρχιζαν να βγαίνουν στην επιφάνεια. Να μας κοιτάνε στα ίσα. Μια στο μωβ του δειλινού, μια στο δέκα το καλό του μπλε του ωκεανού, μια στο κίτρινο του φυλλοβόλου ένα της επαφής σώμα με σώμα, μπλεχτήκαμε οικειοθελώς και πολύ αυθόρμητα.

Ακόμη και τα κοχύλια και τα βότσαλα μάς γυροφέρνανε και στα μικρά και μεγάλα τους ταξίδια μας πηγαίνανε με τον τρόπο τους. Όλες τους οι ραβδώσεις και το άδειο τους σώμα ήταν μια ακόμη αφορμή ταξιδιού. Ό,τι στερηθήκαμε ή και ό,τι φοβηθήκαμε να το πάμε λίγο παρακάτω στο παιγνίδι των συνειρμών, κάτω από αυτά τα δεδομένα… δεν κρύφτηκε. Λες και βγήκαμε από ένα κάδρο ακίνητο σε ένα τοίχο και σαν αγάλματα από ένα μουσείο και βρήκαμε την ευκαιρία και να ξεμουδιάσουμε. Μα και να δούμε το τι κινείται έξω από τα καθιερωμένα μας βάθρα.

Όλα ήταν εν κινήσει και τίποτε δεν ήτανε στατικό σε αυτή την καλή συγκυρία μεταφορών, παρομοιώσεων λέξεων και πραγματικότητας. Η προσομοίωση ταξιδιού ήταν σε πραγματικό χρόνο. Ένα δωμάτιο, ένα παράθυρο στο κόσμο τούτο, τόσο ανοιχτό που μόνο φως μπαινοβγαίνει, επιτρέπει ή επέτρεπε τέτοια ταξίδια. Με ένα «όβερ», με «χάι» και «καλώς τους» πλανηθήκαμε και ονειρευτήκαμε στα κύματα.

Η μνήμη ηχητικά ενορατικά φωτογραφικά μας σφυροκοπούσε, μας ψιθύριζε στην πλάτη λεπτομέρειες μελωδιών και φεγγάρι. Αχ, αυτό το φεγγάρι γινότανε ένα ξημέρωμα αναδυόμενο και τόσο μα τόσο Αυγουστιάτικο. Και μείς, για καλή μας τύχη, παρατηρητές και θεατές στην καλοκαιρία χτίζαμε αναμνήσεις.

Ζούσαμε και μέσα από τις καλοκαιρινές αυτές φωτογραφίες που ποθήσαμε. Τα λιμάνια, τα ειδυλλιακά τοπία που γευτήκαμε τα φρούτα και τον ιδρώτα μας, τον χρόνο μας τον άχρονο, τη ματιά και τα δάχτυλα που πατήσανε, μα και το κλικ της φωτογραφικής μηχανής και πώς τα αποθανατίσαμε, ήταν όλα παρόντα. Μα κυρίως και πώς τα μοιραστήκανε, μήνυμα το μήνυμα και βρήκανε τελικά τον παραλήπτη στη νύχτα μας το εγώ με το εγώ μας. Μα και πώς βλέποντας από το παρατηρητήριο – δωμάτιο, όλο το κύμα τους εκείνο να δίνει παράσταση ονείρου, ζούσαμε διπλά και τρίδιπλα τις στιγμές. Από την αμμουδιά την καλοκαιρινή οι καλές προθέσεις των εικόνων, τρυφερές και μελιστάλαχτες, κάνανε το παιγνίδι αλήθεια. Το κρυφτό, το κυνηγητό των αισθήσεων, κάλμαρε και με ένα «φτου ξελευθερία» άνοιγε πανιά.

Στην ακτογραμμή τους  πλανηθήκαμε, λουστήκαμε, χουζουρεύαμε. Παράλληλα γινόμαστε και γινήκαμε και τοπίο και χρόνος τους. Ένα και το αυτό… Είναι η στιγμή της μέθεξης που όταν μοιράζονται οι μνήμες, τα ταξίδια και οι διαδρομές με φόντο και κυρίως θέμα  το καλοκαίρι και τις εντυπώσεις των εκδρομών, των διακοπών, της φυγής, αποκτούν διπλή και πολλαπλή ουσία και σημασία στα δρώμενά μας.

Μα και οι μέσα τους διαδρομές, τα κομματάκια της κουβέντας στα μπαλκονάτα μετόχια του δειλινού μας ανοίγουν και παραγράφους, κυρίως  εκεί που δεν το περιμένουμε.

Οι ανθρώπινες πια επαφές μας μέσα από τις εικόνες, κινητό με κινητό, επικοινωνούν, διάλογο ανοίγουν και μια άλλης μορφής την υφή και χρώμα, κουβέντα πιάνουν. Με την μνήμη πιάνουν τα λιμάνια των δαχτύλων και των φυγών μας. Βυθομετρούν και τον χρόνο και τον επαναφέρουν στον αφρό αλλά και χάνονται από την εποπτεία των ματιών στο επόμενο σκηνικό.

Η ταχύτατή μας εποχή, που κάθε τι το καίει γρήγορα, το σβήνει, το διαβάζει γρήγορα, λόγια δεν του βάζει, τέτοιες επαναφορές προς το χτες τις ζητάει.

Γίνεται χωρίς λόγια η ζωή; Και οι εικόνες αυτές χωρίς τις λεξούλες μας χάνονται;

Το τσίμπημα του χρόνου στην ιδρωμένη πλάτη τους, στο στεγνό κορμί στην μυρουδιά των αναμνήσεων και της καλής τους τροχιάς κάνει όλα τα ρεύματα των λογισμών μα και όλες τις βουτιές τις αλμύρες να μην φεύγουν. Κάπως ενώνουν, αναδεικνύουν τα λόγια και τα έργα των σωμάτων και οι λεξούλες… με ένα «καταπληκτικό», με ένα «ουάου», με μια σιωπή και «άντε-άντε, πάμε παρακάτω», ξετυλίγουν την παράσταση των καλοκαιρινών διαδρομών. Σαν να μην ρίξαμε καμμιά μαύρη πέτρα πίσω μας καθώς φεύγαμε από τον τόπο και το κύμα τους, σαν να κολυμπήσαμε στα ρηχά και βαθιά νερά των αισθήσεων και η γωνιά, το στέκι που μας κέρασε νύχτα και όνειρο αγάπης θα ‘ναι πάντα εκεί όσα χρόνια και αν διαβούν μέσα από τα δάχτυλά μας, μέσα από τις πνοές των λέξεων.

Μπορεί βέβαια να είναι και υπερβολικά όλα αυτά τα παραπάνω σινιάλα των συγκερασμών τους, μα αν σκεφτεί κανείς ότι οι άνθρωποι τώρα πια με εικόνες και φωτογραφίες επικοινωνούν, ανοίγουν σαν βεντάλια το νταραβέρι των επαφών με αυτό τον τρόπο. Τα λόγια και οι  λέξεις – για χάριν ευκολίας, βαρεμάρας και αδυναμίας- αφού όλα με τις εφαρμογές τις τεχνητές, των κινητών τηλεφώνων γίνονται βιβλία και παράγραφοι ζωής και ακαριαία βαφτίζονται οι επικοινωνίες, δεν μου είναι αρκετό. Βεβαίως, οι αποστάσεις οι χιλιομετρικές μεταξύ τους με αυτό τον τρόπο γκρεμίζονται, καταλύονται και έρχονται λένε… οι άνθρωποι και οι ανάγκες κοντά. Τώρα που αναβιώνω όλα αυτά, πώς να χωρέσω σε ένα μήνυμα εικόνων; Και είναι κάπως λυπηρό να το βλέπεις επί καθημερινής βάσης. Στέλνεις ένα εικονομήνυμα… και έχεις πει τα πάντα. Μια εικόνα καλοκαιριού, φερειπείν με τα δάχτυλα των ποδιών να αγγίζονται. Και στο βάθος της το ατέλειωτο γαλάζιο χρώμα. Σαν λεζάντα οι δυο και τρεις λέξεις του τύπου… καλοκαίρι και κύμα… ως συνοδευτικές της δεν μου λένε και πολλά και νοερά ανοίγω μια παράγραφο σκέψεων στο… μη γραφτό τους υστερόγραφο.

Από την άλλη πλευρά, οι λέξεις είναι φθαρτές, δεν έχουν και πολλές αντοχές, μου έλεγε το αεράκι τους, λίγο πριν το δειλινό να φανεί στο ορίζοντα. Με ένα κοίτα εκεί πέρα τι γίνεται, μου άπλωσε τα χέρια του, και ένα βαρκάκι πέρασε μαζί με κάτι γλαροπούλια και στο δικό τους ταξίδι και στην αλμύρα ήτανε μια πινελιά στην όλη εικόνα της. Χαθήκανε προσωρινά από την εποπτεία των ματιών μου, από το πλάνο και την πλάνη του έργου που παιζόντανε αυτή την στιγμή μα στάθηκα τυχερός και αποτύπωσα την στιγμή των χρωμάτων και της κίνησής τους στην φωτογραφία. Για να είμαι ειλικρινής πάταγα και πάταγα συνεχώς το κουμπί της μηχανής του κινητού, να βρω και την κατάλληλη λήψη, την γωνία θέασης, να πιάσω και τον παλμό και τον ήχο της εικόνας. Καραμελωμένες και οι ηλιοαχτίνες με την σιγουριά τους ένιωθα ότι με ακουμπάγανε.

Στέγνωνε και το στόμα, μα η κάψα του καλοκαιριού σαν αναρριχώμενο φυτό μόνο που αντίκρυσε το κύμα ανανεωνότανε. Στα ξαφνικά, δυο βουτιές ακούστηκαν από τους βράχους αριστερά των ματιών μου και ο απόηχός τους έφτασε μέχρι την αμμουδιά που με φιλοξενούσε. Αυτό ο δυνατός θόρυβος της πτώσης στο νερό δεν έμοιαζε με τις πετρούλες που πέταγα στο κύμα. Αυτή όμως την εικόνα δεν την πρόλαβα. Έγινε τόσο γρήγορα, τόσο ταχύτατα αλλά στάθηκε η αφορμή να πάρω τα πόδια μου για να πλατσουρίσω στο κύμα και στην αλμύρα που υπήρχε μπροστά μου. Όσο περνούσε η ώρα της βουτιάς αυτής, το παιχνίδισμα με το νερό το καλοκαιρινό, αισθανόμουν το γλυκό ρίγος των θερμοκρασιών να χτυπάει κόκκινο. Θα ‘τανε και το δειλινό είπα που έρχεται σιωπηλά και καμμιά ηχώ, καμμιά σταγόνα αλμυρή δεν θα του αλλάξει την διάθεση. Κατά κάποιο τρόπο είχα – ή δεν είχα – τον έλεγχο της κατάστασης, μια μέσα στο νερό, μια και στο παρατηρητήριο της αμμουδιάς  ήτανε υγρά μονοπάτια καλοκαιριού, χωρίς σκιά και κάδρα ζωγραφικής και εικόνων.  Αλλάζανε όλα, βγαίνανε από τα όριά τους, τα ρούχα τους τα βγάζανε, στάζανε ουρανούς και αγκαλιές οι ματιές τους, επιθυμίες και ρομανζάδες και φως δειλινού. Τα τζιτζίκια αν και στο γερμένο δέντρο στην συναυλία τους μου κρατάνε συντροφιά, αν και τα τάπερ και τα δροσιστικά έχουν το ρόλο τους, αν και η εποχή του καλοκαιριού είναι στο ταξίδι της, αν και όλοι κι όλες γινόμαστε παρόντες στο τοπίο που βλέπουμε και το μοιραζόμαστε με λέξεις, ακόμη και αν δεν μιλάμε την ίδια γλώσσα, κάπου, σε κάποια στροφή, σε μια ματιά, συνταξιδεύουμε, συνυπάρχουμε. Δεν είμαστε ανώνυμοι, δεν κατοικούμε μόνο με τα μηνύματα. Σελίδα-σελίδα ο αέρας ο απογευματινός γύρισε και το βιβλίο της παραλιακής και άρχισα να μαζεύω και τα πράγματα της εκδρομής.

Τώρα πια ακίνητος στη θέση του συνοδηγού, σε μια φωτογραφία επιστροφής από αυτή την εκδρομή των εικόνων, ξαναβουτάω στον χρόνο και στην θερμοκρασία και στα καλοκαίρια εκείνα. Σε όλα αυτά που ειπωθήκανε, σε όλα αυτά που δεν ειπωθήκανε από τη θέση του παρατηρητή, του παρατηρούμενου και στην όποια τους σχέση και διάσταση στέκομαι και τα κοιτώ. Τα αναπνέω, τα μυρίζω και στο κόκκινο των εντάσεών τους βουτάω ξανά. Αυτοφωτογραφίζομαι μαζί τους, τα τυπώνω σε χαρτί και έτσι όπως τα αγγίζω και γλιστράω πάνω τους, ξαναταξιδεύω. Χωρίς άρτιους και περιττούς συναισθηματισμούς, σε κάθε κόκκο άμμου τους, σε κάθε σιωπή τους λόγια βάζω. Κάπως έτσι περπατώ στις φωτοεικόνες, κάπου αγγίζω τον χρόνο και το άρωμά μας…

 


 

[Χρήστος Νιάρος – Ας γνωριστούμε]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Όσοι αγαπάτε τη γραφή και μ’ αυτήν εκφράζεστε, είστε ευπρόσδεκτοι στη σελίδα μας. Μέσω της γραφής δημιουργούμε, επικοινωνούμε και μεταδίδουμε πολιτισμό. Φροντίστε τα κείμενά σας να έχουν τη μορφή που θα θέλατε να δείτε σε αυτά σαν αναγνώστες. Τον Μάρτιο του 2016 ίδρυσα τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής», με εφαλτήριο την αγάπη μου για τις τέχνες και τον πολιτισμό αλλά και την ανάγκη ... περισσότερα

Αρχειοθήκη