«Χρυσό του ήλιου λουλούδι», ένα διήγημα της Λιάνας Μιχελάκη για τη λογοτεχνική δράση «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Περπατούσε χαρούμενη, με βήμα ανάλαφρο, σαν πεταλούδα, στην ανοιξιάτικη πόλη της, στο Κιότο. Ο ουρανός καταγάλανος, σε καλούσε να πετάξεις σαν πουλί αποδημητικό, που ψάχνει από σκεπή σε σκεπή, να βρει τη φωλιά, που έχτισε την περασμένη άνοιξη. Ο ήλιος χρυσαφένιος, έστελνε το χάδι του το απαλό, στις ανθισμένες αμυγδαλιές, στις ντάλιες και τις αζαλέες, που με τα πολύχρωμα κεφαλάκια τους χαιρετούσαν τους βιαστικούς περαστικούς του δρόμου. Εκείνη χωρίς  κανένα ενδοιασμό,  κάθισε στο πρώτο παγκάκι, που βρήκε, μέσα στο ανθισμένο πάρκο της γειτονιάς της. Ήθελε εκεί, όπως κάθε φορά άλλωστε, με συντροφιά το γλυκό τραγούδι των πουλιών, να διαβάσει το γράμμα του παππού από το Sendai. Πολύ γρήγορα όμως το χαμόγελο της έσβησε, σαν να ήρθε ένα γκρίζο συννεφάκι να ξεπλύνει τη χαρά της. Ένα πουλάκι τότε ήρθε και κάθισε δίπλα της στο παγκάκι, σαν να ήθελε κι αυτό να διαβάσει τα νέα. Εκείνη σηκώθηκε απότομα, τρομάζοντας το και με βήμα γοργό πάλι κατευθυνόταν στο διαμέρισμα της. Έπρεπε άμεσα να ετοιμαστεί. Θα ταξίδευε στο Sendai.

«Λουλουδένια» τη φώναζαν μικρή. Άλλωστε το όνομα της Kiku, παραπέμπει σε λουλούδι και μάλιστα σε χρυσάνθεμο. «Είσαι το χρυσό του ήλιου λουλούδι» νομίζει πως ακούει τον παππού, από χιλιόμετρα μακριά, να την προσφωνεί. «Πόσο αμελής είσαι;» νομίζει τότε πως ακούει και τη φωνή μέσα της. Πράγματι, απ’ όταν έφυγε από το Sendai, για να πάει στο Κιότο για σπουδές, σπάνια επέστρεφε. Η επαγγελματική της σταδιοδρομία εκεί, ως δασκάλα, την αποξένωσε ακόμη περισσότερο από τη γενέτειρα της και κυρίως από τον παππού, που με τόση αγάπη και φροντίδα τη μεγάλωσε, μετά την απώλεια των γονιών της, σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. «Εγώ θα είμαι στο εξής η οικογένειά σου, η μητέρα και ο πατέρας σου» νομίζει πως ακούει, ακόμη και τώρα, την φωνή του παππού, του πατέρα της μητέρας της, να την παρηγορεί.

Τι περίεργο όμως!  Όσο μεγαλώνει, τόσο περισσότερο λησμονεί την εικόνα των γονιών της. Ούτε οι φωτογραφίες τη βοηθούν να θυμηθεί. «Η μνήμη είναι σαν την απεραντοσύνη της θάλασσας. Κοιμάται χρόνια σε σκοτεινές σπηλιές του ωκεανού, όμως κάποτε ξυπνά και τότε αλίμονο…» ακούει τη φωνή του παππού από το Sendai. Είναι αλήθεια πως του άρεσε να της μιλά, ως παιδί, με εικόνες από τη θάλασσα. Ίσως και το επάγγελμα του ναυτικού του έδινε αυτήν τη δυνατότητα. Μετά το δυστύχημα όμως των γονιών της, εγκατέλειψε τα μακρινά ταξίδια. Πώς θα μπορούσε διαφορετικά να τη μεγαλώσει. Έτσι από καπετάνιος, έγινε ένας απλός ψαράς, με δικό του καΐκι, οργώνοντας τις ακτές του Ειρηνικού για  τα προς το ζην.

Δεν ήταν όμως λίγες οι φορές, που την έπαιρνε μαζί του, ιδίως τα καλοκαίρια, που τα σχολεία ήταν κλειστά. Πόσο πολύ της άρεσε τότε να κάθεται δίπλα του, έχοντας στα μαλλιά στεφάνι από φύκια, που ο ίδιος έπλεκε, για να την ευχαριστήσει. Κάποιες φορές μάλιστα, όταν είχε μπουνάτσα, της επέτρεπε να κρατήσει για λίγο το τιμόνι. «Να κρατάς με χέρι σταθερό το τιμόνι της ζωής σου και να μην επιτρέψεις ποτέ σε ξένα χέρια να χαράξουν τους χάρτες σου» ακούει και τώρα να τη συμβουλεύει. Πόσο ένοχη όμως νοιώθει απέναντί του, τώρα που ετοιμάζεται να τον επισκεφτεί. Εκείνος θυσιάστηκε για να τη μεγαλώσει κι εκείνη δεν βρήκε ποτέ χρόνο, στην ενήλικη ζωή της, να του προσφέρει λίγη συντροφιά.

Στο τελευταίο αυτό γράμμα, που της έστειλε, την παρακαλούσε να τον επισκεφτεί. Δεν ένιωθε, όπως ανέφερε, καλά στις δυνάμεις του και ήθελε οπωσδήποτε να της μιλήσει για ένα σοβαρό οικογενειακό θέμα. Μέσα στο φάκελο, βρήκε επίσης λίγη άμμο, όπως συνήθιζε άλλωστε  να της στέλνει σε κάθε αλληλογραφία τους, από την αγαπημένη της ακτή, εκεί όπου της έμαθε να κολυμπά και να ψαρεύει «…για να μην ξεχνάς τη γενέτειρά σου» συμπλήρωνε πάντα, πριν την αποχαιρετήσει. Όμως αυτή τη φορά, μέσα στον ίδιο φάκελο, υπήρχε και  ένα ξεχωριστό σημείωμα, γεγονός που της έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Άνοιξε με βιάση το φθαρμένο χαρτί και με έκπληξη μεγάλη διάβασε ένα ποίημα τάνκα:

Χρυσό λουλούδι

του ήλιου τραγούδισμα,

φως θαλασσινό.

Σκορπίζεις το σκότος μου

της ζωής μου αστέρι.

Ο γραφικός χαρακτήρας ήταν απολύτως βέβαιη, πως ήταν του παππού, όμως το χαρτί μαρτυρούσε πως οι στίχοι αυτοί ήταν γραμμένοι σε χρόνο παρελθόντα. Τι να ήθελε άραγε να της εξομολογηθεί; Ένα γκρίζο σύννεφο άρχισε ήδη να πλανάται και να σκιάζει το μικρό, αλλά ηλιόλουστο διαμέρισμά της στο Κιότο.

Καθώς τακτοποιούσε τα ρούχα στη βαλίτσα, ένιωθε ανίσχυρη πια στα κύματα των αναμνήσεων από τη συμπόρευσή τους. Αναμνήσεις, που ο ίδιος άλλωστε ο παππούς φρόντισε, με τη μοναδική του τέχνη, την αγάπη, να έχει αυτή, καθώς μεγάλωνε. «Με τις όμορφες πράξεις, χτίζουμε αναμνήσεις όμορφες για το μέλλον μας» της υπενθύμιζε διαρκώς, θέλοντας ίσως να αντικαταστήσει τους γονείς που δεν είχε. Ανάμεσα στα ρούχα, που προσπαθούσε να χωρέσει στη βαλίτσα της, βρήκε και το μεγάλο φιλντισένιο κοχύλι, που της είχε κάνει δώρο σε κάποια γενέθλιά της. «Mε το κοχύλι αυτό θα ακούς το τραγούδι της θάλασσας, μικρή μου Kiku» της είπε με ένα πλατύ χαμόγελο, βλέποντας στα μάτια της έκπληξη και απορία. «Τραγουδάει η θάλασσα παππού;» Ρώτησε τότε η  ίδια με την απορία μικρού παιδιού. «Και βέβαια τραγουδάει μικρή μου, αρκεί ν’ ακούς με προσοχή. Μόνο να μην αφήνεις τον αέρα να σου κλέβει τις νότες» συμπλήρωσε τέλος, απαγγέλλοντας με ρυθμό τους πιο όμορφους στίχους, που θα μπορούσε να ακούσει ένα παιδί. Κρίμα, που ως ενήλικη πια, δεν μπορούσε να τους θυμηθεί.  Δάκρυα χοντρά θυμήθηκε ότι κύλησαν πάνω στα ρυτιδιασμένα μάγουλα του και για να μην αφήσει, ίσως, τη συγκίνηση να τον κυριεύσει, την πήρε από το χέρι, για να την κεράσει στην πόλη το πιο όμορφο γλυκό, που θα μπορούσε να γευτεί ένα μικρό παιδί στα γενέθλια του, αμυγδαλόπαστα με γλυκό κόκκινο φασόλι.

Το είχε αποφασίσει, θα πήγαινε στο Sendai με τρένο shinkansen. Έτσι θα έφτανε στον προορισμό της πιο γρήγορα, από οποιοδήποτε άλλο μέσο. Η βαλίτσα στο χέρι της βαριά. Όχι τόσο από το περιεχόμενο της, όσο από τις αναμνήσεις, που την ακολουθούσαν και δεν την άφηναν να ηρεμήσει. «Μια ζωή χωρίς αναμνήσεις, είναι ένας τόπος χωρίς βουνά, χωρίς θάλασσα, χωρίς πεδιάδες» ήχησαν για άλλη μια φορά τα λόγια του παππού και ταυτόχρονα του ελεγκτή, που της ζητούσε το εισιτήριό της. Όταν, επιτέλους, κάθισε στη θέση της, δίπλα στο παράθυρο, άφησε το βλέμμα ελεύθερο, να τρέξει έξω από το τζάμι. Ήθελε να σκαρφαλώσει πάνω στα πλατάνια, να μυρίσει τις ανθισμένες γαρδένιες και τα τριαντάφυλλα, να φτιάξει στεφάνι από τα ολόχρυσα χρυσάνθεμα. Η φύση είχε φορέσει πια για τα καλά το ανοιξιάτικο φόρεμά της. Πιο πολύ όμως ήθελε να είναι πουλί, για να πετάξει πιο γρήγορα και από το τρένο shinkansen και να φτάσει έγκαιρα στον παππού.

«Σαν πουλί τρέχει αυτό  το τρένο», άκουσε τότε μία λεπτή φωνή από το απέναντι κάθισμα. Μια ηλικιωμένη κυρία, με ρούχα που παρέπεμπαν σε μία μακρινή πολύ εποχή, αλλά με το πιο όμορφο, παιδικό -θα έλεγε- χαμόγελο και με μάτια, πράσινα, σαν τα λιβάδια του Sendai, την καλημέριζε. Αμέσως, ανταπέδωσε το χαιρετισμό, νιώθοντας όμως άσχημα που δεν την είχε  προσέξει εξ αρχής. Είχανε και οι δύο τον ίδιο προορισμό, το Sendai. Η ηλικιωμένη κυρία, για να ζεστάνει λίγο τη μεταξύ τους ατμόσφαιρα, άρχισε να μιλά για την άνοιξη και την ομορφιά της φύσης, που στερείται ο πολυάσχολος άνθρωπος των μεγαλουπόλεων. «Αναζητώντας τα σύνθετα και τα σπουδαία, χάνουμε τη χαρά της απλότητας» της υπενθύμισε ακριβώς τα ίδια τα λόγια του παππού. Αμέσως τότε, χωρίς να ξέρει το λόγο, ένιωσε μια όμορφη ζεστασιά κοντά της και θέλησε να μάθει το όνομά της. Την έλεγαν Kiku, όπως την ίδια, τι σύμπτωση! «Η μεγάλη και η μικρή Kiku» συμπλήρωσε η ηλικιωμένη, με ένα παιχνιδιάρικο χαμόγελο.

Η μεταξύ τους αμηχανία είχε πια εξανεμιστεί και είχε δώσει τη θέση της σε μια ανερμήνευτη οικειότητα. Η μεγάλη Kiku άρχισε τότε να της μιλά, σαν χείμαρρος, για την εποχή της, τα πατροπαράδοτα έθιμα των οικογενειών. Καταγόταν από κάστα ευγενών με την αυστηρότητα των ηθών, που επέβαλλαν κάποτε στους νέους.   Εκείνη, ως η μικρή Kiku, άρχισε, με τη σειρά της, να εξιστορεί την παιδική της ηλικία με τον παππού, τις σπουδές και την επαγγελματική της σταδιοδρομία, ως δασκάλα, στο Κιότο. Δεν δίστασε μάλιστα να της διαβάσει και το ανερμήνευτο σημείωμα, που βρήκε μέσα στο τελευταίο γράμμα, του παππού.

Πριν προλάβει όμως να ολοκληρώσει την ανάγνωση του τάνκα, το γλυκό χαμόγελο της μεγάλης Kiku μαράθηκε. Οι κόρες των ματιών της διαστάλθηκαν. Το ροδαλό χρώμα του προσώπου της έδωσε τη θέση του στην ώχρα. Δάκρυα χοντρά άρχισαν να κυλούν από τα μάτια της. Όταν κάποια στιγμή, κατάφερε να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία της, ρώτησε το όνομα του παππού. «Ακίχικο» απάντησε η μικρή Kiku, σχεδόν απορημένη από τις αντιδράσεις της μεγάλης  Kiku. «Ήμουν σίγουρη» απάντησε η μεγάλη και στρέφοντας το βλέμμα έξω από το παράθυρο, με σύμμαχο την αναγεννημένη φύση, άρχισε να εξιστορεί.

«Ήταν 7 Ιουλίου, πριν πενήντα χρόνια από σήμερα, ανήμερα της γιορτής των αστεριών1. Μεγάλοι, νέοι και παιδιά είχαμε ξεχυθεί στις πλατείες του Κιότο. Κατά βάθος δεν πίστευα σε αυτήν τη γιορτή, γι αυτό και ποτέ δεν έγραφα ευχές. Εκείνη τη φορά όμως αποφάσισα να πάω, παρέα με μία ξαδέλφη μου, στο εμπορικό κέντρο του Κιότο, για να θαυμάσουμε από κοντά το στολισμό των καταστημάτων και να δούμε τα βεγγαλικά.

Ο κόσμος ήταν πολύς και η ατμόσφαιρα αρκετά πνιγηρή. Ξάφνου, διαπίστωσα πως είχα χωριστεί από τη ξαδέλφη μου και ένα ποτάμι από ανθρώπους, όλων των ηλικιών, με παρέσερνε στα πιο βαθιά νερά του. Δεν φοβήθηκα. Αφέθηκα να με οδηγήσουν οι άλλοι. Όσο περνούσε όμως η ώρα, τόσο πιο πολύ πύκνωνε το πλήθος. Ξαφνικά ένιωσα να χάνω τις δυνάμεις μου και οι αισθήσεις μου με εγκατέλειψαν. Όταν κάποια στιγμή κατάφερα να επανέλθω, συνειδητοποίησα πως ήμουν ξαπλωμένη σε ένα παγκάκι και δίπλα μου ένας νέος, μεγαλύτερος όμως από εμένα, έβρεχε διαρκώς το μέτωπο μου με νερό. Μου χαμογέλασε με το πιο γλυκό και αθώο χαμόγελο, που μπορεί κάποιος να έχει κι εγώ του ανταπέδωσα με  το δικό μου χαμόγελο.

Ξάφνου, βρεθήκαμε να περπατάμε στους έρημους πια δρόμους του Κιότο. Ήθελε να με συνοδεύσει μέχρι το σπίτι. Σε όλη τη διαδρομή, μου μιλούσε για τα ταξίδια του, ως καπετάνιος, κι εγώ για τους μικρούς μου μαθητές, ως δασκάλα. «Τα αστέρια ήταν εκείνα, που θέλησαν να γνωριστούμε» μου έλεγε κάθε φορά που συναντιόμασταν. Πράγματι, τα  αστέρια ήταν εκείνα, που θέλησαν να ανθίσει το λουλούδι της αγάπης ανάμεσά μας. Τα αστέρια ήταν εκείνα που θέλησαν να γεννήσω τη μητέρα σου, μικρή μου Kiku.

Οι γονείς μου φυσικά, δεν αποδέχθηκαν ποτέ το γάμο μου με τον παππού σου, υποχρεώνοντας με να τον εγκαταλείψω. Εγώ δυστυχώς υπάκουσα στην απόφασή τους, ακολουθώντας έτσι τους κανόνες της οικογενειακής κάστας, σύμφωνα με την οποία, οι γονείς ήταν εκείνοι που αποφάσιζαν για τη ζωή ακόμη και των ενήλικων παιδιών τους. Πόσο πολύ το μετάνιωσα. Ο παππούς σου ανέλαβε ολοκληρωτικά την κηδεμονία της μητέρας σου, της όμορφης μου Hana. Στην αρχή αλληλογραφούσαμε, αλλά πολύ σύντομα έχασα τα ίχνη του. Κάποιοι κοινοί γνωστοί, μου εκμυστηρεύτηκαν πως έφυγε από το Κιότο και πως δεσμεύονταν με όρκο σε εκείνον, να μην μου αποκαλύψουν ποτέ το νέο του προορισμό. Όλη μου τη ζωή την αφιέρωσα να ψάχνω. Μάταια όμως. Δεν μπορούσα να τους βρω. Έδινα την αγάπη μου, ως δασκάλα κι εγώ, στους μαθητές μου, ενώ το ίδιο μου το παιδί ήταν στερημένο της μητρικής αγάπης. Τύψεις, λύπη και ενοχές θα με κατέκλυζαν από εδώ και στο εξής. Χρόνια αργότερα οι ίδιοι γνωστοί μου εκμυστηρεύτηκαν το θάνατο της μικρής μου Hana, της μητέρας σου. Η συντριβή μου ήταν πια ολοκληρωτική. Είχα χάσει κάθε ελπίδα εξιλέωσης. Παρ’ όλα αυτά συνέχιζα να ψάχνω και να ταξιδεύω, μήπως βρω τον παππού σου, μη γνωρίζοντας βέβαια την ύπαρξή σου. Το Sendai όμως είναι ο τελευταίος μου προορισμός, καθώς είμαι πια αρκετά μεγάλη για ταξίδια και η υγεία μου πολύ κλονισμένη».

Ξάφνου, ένας θόρυβος, σχεδόν εκκωφαντικός, ήρθε να διακόψει την εξομολόγηση της μεγάλης Kiku. Ήταν η ανακοίνωση του μηχανοδηγού για την άφιξη στο Sendai. Ο πιο εκκωφαντικός όμως θόρυβος ήταν αυτός της μικρής Kiku, που με βλέμμα όλο οργή και θυμό, άρχισε να απομακρύνεται, σχεδόν τρέχοντας, από το βαγόνι, ώσπου χάθηκε σαν ταξιδιάρικο πουλί, μέσα στην πρωινή ομίχλη.

*

Καθόταν σε ένα παγκάκι, στην ακροθαλασσιά. Ο ήλιος μόλις που διακρινόταν, μέσα από τα παγωμένα νερά του Ειρηνικού, σκορπίζοντας απλόχερα τη χρυσή λάμψη του. Σε λίγο θα ξημέρωνε. Έχει χρόνια να κοιμηθεί καλά τα βράδια. Κάθε που νυχτώνει, σκέψεις και εικόνες από το παρελθόν, σαν απρόσκλητοι επισκέπτες, κατακλύζουν το νου και την ψυχή της. Εκείνη τότε προτιμά το αεράκι της θάλασσας, να δροσίσει το χρυσό του ήλιου λουλούδι της ψυχής της. Ξάφνου, ένιωσε ανάλαφρη, σαν πέταλο λουλουδιού. Αποχαιρετώντας το γέρικο και ταλαιπωρημένο σώμα της, πάνω στο παγκάκι, άρχισε, σαν πουλί θαλασσινό, να πετά στον αγέρα. Οι πρώτοι περαστικοί ήδη έκαναν την εμφάνισή τους. Τους έβλεπε από ψηλά, να περπατούν με βήμα γοργό, σιμά στην ακροθαλασσιά, για τις δουλειές τους. Από μακριά ο Ακίχικο τη χαιρετούσε. Δεν περπατούσε μόνος του στην παραλία, μα ήταν παρέα με την όμορφη κόρη τους, τη Hana και την εγγονή τους, τη μικρή Kiku. Εκείνη όμως όλο και απομακρυνόταν μέσα στα σύννεφα. Στο τέλος, πριν χαθεί οριστικά και την τυλίξει το γκρίζο πέπλο του ουρανού, νόμισε πως άκουσε:

Χρυσό λουλούδι

του ήλιου τραγούδισμα,

φως θαλασσινό.

Σκορπίζεις το σκότος μου

της ζωής μου αστέρι.

Είχε πια για τα καλά ξημερώσει…


1] To φεστιβάλ Tanabata (Φεστιβάλ των Αστεριών), γιορτάζεται το απόγευμα της 7ης Ιουλίου. Tην ημέρα αυτή, σύμφωνα με ένα κινέζικο μύθο, τα αστέρια Αλτάιρ και Βέγας, που ήταν ζευγάρι και τα χώρισε ο Γαλαξίας, συναντιούνται για μία μόνο φορά μέσα στον χρόνο -την έβδομη ημέρα του έβδομου μήνα- .Μεγάλοι και παιδιά γράφουν τις ευχές τους πάνω σε στενές λωρίδες πολύχρωμου χαρτιού και τις κρεμούν μαζί με άλλα διακοσμητικά από χαρτί πάνω σε κλαδιά μπαμπού, τα οποία τοποθετούν στις εισόδους ή στις αυλές των σπιτιών τους με την ελπίδα να βγουν αληθινές   Οι πόλεις Sendai (Β. Ιαπωνία) και Hiratsuka (κοντά στο Τοkyo) είναι γνωστές για τον εντυπωσιακό εορτασμό του φεστιβάλ, όπου τα καταστήματα των εμπορικών τους κέντρων παρουσιάζουν τεράστιες διακοσμήσεις και ανταγωνίζονται στο μέγεθος και στην ποικιλία των εκθεμάτων.


Μάθετε περισσότερα για τη λογοτεχνική μας δράση εδώ: «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη