«Χριστός Ανέστη!!!», ένα διήγημα της Νίκης Μπλούτη Καράτζαλη

Η Βαγγελιώ είναι άνθρωπος του Θεού. Μέρα νύχτα κάνει τον σταυρό της κι ευχαριστεί το Θεό για τη μεγάλη οικογένεια που της χάρισε. Ποτέ δε ξεχνάει ν’ ανάψει το καντηλάκι της και να προσευχηθεί στο μικρό εικονοστάσι της Παναγίας που στόλισαν τον κήπο τους με τον άντρας της, όταν έριξαν τα θεμέλια για το τριώροφο. Άξιος σύζυγος ο Μπάμπης της. Ποτέ δε μετάνιωσε που του είπε το «ναι» τη μέρα που τη ζήτησε απ’ τους γονείς της. «Φαίνεται ο άνθρωπος ο κιμπάρης…» της έλεγε και καμάρωνε η μάνα της για την τύχη της. Τα πρώτα χρόνια σκορπούσε τα λεφτά σαν μαρουλόφυλλα στα πανηγύρια. Γλεντζές από γεννησιμιού του. Η  Βαγγελιώ όμως τον έβαλε σε σειρά. Μέσα σε έξι χρόνια απέκτησαν τρία αγόρια. Το κρεοπωλείο που άνοιξε με τον γονιό του ήταν θησαυρός. Κι έτσι κατάφερε ο Μπάμπης κι ύψωσε το τριώροφο, ένα όροφο για κάθε τους παιδί. Σε κάθε όροφο μένουν τα αγόρια τους με τις οικογένειές τους. Στο ισόγειο κάθεται αυτός με τη Βαγγελιώ και τον πατέρα του. Τα ενενήντα εφτά θα κλείσει φέτος ο γερο-Δήμος, κι όλοι τον σέβονται και τον αγαπάνε. Ο μεγάλος ο γιος έμεινε στη δουλειά τού πατέρα του. Ο μεσαίος σπούδασε κτηνίατρος κι άνοιξε στην πόλη τους ένα ιατρείο,κι ο μικρός, χάρη στις γνωριμίες του πατέρα του, κατάφερε κι έπιασε μια θέση στο δημόσιο.  Δόξα το Θεό! Όλοι τακτοποιήθηκαν. Κι νύφες τους καλές κοπέλες, κι ας είναι από άλλο τόπο, δεν έχει παράπονο η Βαγγελιώ. Ούτε είναι καμιά ιδιότροπη να τους κάνει παρατηρήσεις. Η καθεμία κάνει κουμάντο σπίτι της κι αυτή στο δικό της.

-Θεέ και Κύριε! Άκου σώνει και ντε να αναστήσουμε τον Κύριο στις εννιά! Άκουσες τι είπανε; Εμείς, αν δεν πάει η ώρα δώδεκα δε βάζουμε τίποτα αρτίσιμο στο στόμα μας. Δε θα χαλάσουμε και τις παραδόσεις μας για τον κορονοϊό… είπε η Βαγγελιώ στον άντρα της αγανακτισμένη με τα καινούργια μέτρα.

-Και τι σε μέλλει εσένα; Εσύ θα πας με τα μικρά και τις νύφες στην εκκλησία, όπως κάθε χρόνο, να φέρετε το Άγιο Φως κι εγώ με τα αγόρια θα μείνουμε πίσω να φτιάξουμε τα κοκορέτσια και τα σπλινάντερα. Τα αρνιά θα τα σουβλίσουμε το πρωί…

-Ναι, αλλά σε προειδοποιώ, κακομοίρη μου, κοίταξε μη γυρίσουμε και σας βρω να τρώτε συκωτάκια και αυγά! Και τη μαγειρίτσα θα την κρύψω.

-Μωρέ, δε με παρατάς καημένη. Άμα πεινάσουμε θα φάμε… Εδώ φέρανε τα πάνω-κάτω στις γιορτές και στην ώρα θα τα χαλάσουμε; Είπανε τίποτα καινούργιο για ανήμερα; Πόσα άτομα επιτρέπονται, τελικά;

-Δώδεκα… Τώρα μόλις το είπε στις ειδήσεις, δεν το άκουσες;

-Δώδεκα; Ε, βρε τι πάθαμε! Να μην μπορούμε ούτε Πάσχα να κάνουμε με τα αδέρφια μας… Ούτε τα συμπεθέρια δε θα αφήσουν να κατέβουν, δηλαδή;

-Καλά χριστιανέ μου, πού ζεις; Δε βλέπεις τι γίνεται στα διόδια; Γυρίζουν όλο τον κόσμο πίσω. Κανένας δε θα πάει στο χωριό του φέτος, σου λένε. Μονάχα τα συμπεθέρια του μικρού θα έρθουν, κι αυτοί με το φόβο οι άνθρωποι, μην τους κόψουν καμιά τρακοσάρα χρονιάρα μέρα…

-Πόσοι μαζευόμαστε;

-Δεκαέξι, με το μωράκι μας Μπάμπη μου, πάλι θα τα λέμε;  Και δυο τα συμπεθέρια, δεκαοχτώ, ζωή να ’χουμε. Πρέπει να σκεφτούμε τι θα κάνουμε…

-Και πρέπει να έχουμε κάνει όλοι το τεστ; Βρε, δε μας παρατάνε λέω εγώ, που θα πάω να σκάσω ένα κάρο λεφτά για να κάνουμε το τέστ. Εμείς όλοι μια οικογένια είμαστε…

-Ναι, αλλά άντε να τους το πεις. Θα στείλουν αστυνομία στα σπίτια, λένε, για έλεγχο. Θα ρίξουν πρόστιμα, σαν και πέρυσι.

-Δεν παίρνουν τα μούτρα τους τα καλόπαιδα της αστυνομίας να περάσουν το κατώφλι μας ανήμερα της Λαμπρής και θα σου πω εγώ τι έχει να γίνει! Θα πάρω το τουφέκι του πατέρα κι όποιον πάρει ο Χάρος…

-Ηρέμησε Μπάμπη μου, θα σκεφτούμε μια καλή δικαιολογία, να μη χαλάσουμε τις καρδιές μας χρονιάρες μέρες. Εγώ λέω, να το κάνουμε τουλάχιστον οι μεγάλοι, να είμαστε σίγουροι…

-Βρε δε μας παρατάς κι εσύ, που θα πάω να δώσω κερατιάτικα λεφτά για τεστ. Το τέστ κάνει εφτά ευρώ, επί δεκαοχτώ που είμαστε, εκατόν είκοσι και κάτι!Δε βάζω άλλο ένα αρνί στη σούβλα με τόσα λεφτά… Μια χαρά είμαστε όλοι.

-Εσύ Μπάμπη μου ποτέ δεν τα υπολόγιζες τα λεφτά, τώρα σ’ έπιασε η τσιγκουνιά; Αν μας κόψουν πρόστιμο, θα είναι κάνα τρακοσάρι σε κάθε οικογένεια. Αυτά λυπάμαι εγώ…

-Και βέβαια δεν τα υπολογίζω άμα πρόκειται για την πάρτη μας. Αλλά να τα χαραμίσω για τέτοια, δε θα τους περάσει…

Αυτός ήτανε ο καθημερινός διάλογος μες στη μεγαλοβδομάδα του Μπάμπη και της Βαγγελιώς, που προσπαθούσαν να βγάλουν άκρη με το Πασχαλινό τραπέζι, σύμφωνα με τα απαγορευτικά της κυβέρνησης. Τελικά, η Βαγγελιώ, έστυψε το μυαλό της και βρήκε τη λύση.

Ανήμερα της Λαμπρής

Τέσσερα αρνιά σουβλίζονται ανήμερα του Πάσχα από τους άντρες της μεγάλης οικογένειας στον παραδοσιακό λάκκο που κάνει κάθε χρόνο ο Μπάμπης στην άκρη του κήπου του, συν δυο σούβλες κοκορέτσι και δυο σπλινάντερο που αρέσουν στα πιτσιρίκια. Τα προηγούμενα χρόνια, που δεν είχε εμφανιστεί ακόμα αυτός ο διάολος ο ιός, ο Μπάμπης καλούσε κι όλα τα συμπεθέρια του να γιορτάσουν μαζί την Ανάσταση. Δέκα αρνιά στήνανε στη σειρά και το γλέντι κρατούσε μέχρι το επόμενο ξημέρωμα. Το ευχαριστιόντουσαν με την ψυχή τους όλοι, μικροί μεγάλοι.

-Χριστός Ανέστη!

-Αληθώς ο Κύριος!

-Ελάτε, ελάτε παιδιά, έτοιμα τα συκωτάκια…

-Βγάλε και λίγο τζατζίκι βρε γυναίκα… Καθάρισε και κανένα αυγό, φέρτε και κανένα πιάτο. Και τα  φρέσκα σκόρδα που έκοψα απ’ τον κήπο. Άντε βρε, τόσες γυναίκες είστε κι έρχεστε γύρω-γύρω…

-Έρχονται, Μπάμπη μου, μη φωνάζεις, έρχονται. Έτοιμα τα έχουμε. Πες στ’ αγόρια να πάνε να σηκώσουν και τον παππού. Έχει ξυπνήσει…

Στην κουζίνα της Βαγγελιώς επικρατεί πανικός. Οι νύφες της κι αυτή προσπαθούν να εκτελέσουν τις επιθυμίες των αντρών και των παιδιών τους.

-Στην Κοζάνη κάνουμε Ανάσταση στο νεκροταφείο του Αγίου Γεωργίου. Κάθε οικογένεια συγκεντώνεται γύρω από το μνήμα των νεκρών της και με αναμμένη τη λαμπάδα περιμένουν το «Χριστός Ανέστη». Στο τέλος, κανείς δε ξεχνάει να αφήσει ένα κόκκινο αυγό στο μνήμα για να «χορτάσει» λένε το χαμένο μέλος της οικογένειας… Είπε η μεγάλη νύφη στην πεθερά της, καθαρίζοντας τα κόκκινα αυγά.

-Καλέ τι όμορφο έθιμο! Πολύ συγκινήθηκα! Κανονικά έτσι πρέπει να γιορτάζουμε όλοι την Ανάσταση, κοντά στους νεκρούς μας, να μην τους περιφρονούμε τέτοια μέρα… Είπε η Βαγγελιώ σκουπίζοντας τα βουρκωμένα μάτια της με την ποδιά της.

-Εμείς στην  Καβάλα,  την τρίτη μέρα του Πάσχα, έχουμε τα παραδοσιακά «Μαζίδια». Οι πιστοί μεταφέρουν τα εικονίσματα από τη βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Ταξιάρχη, μεγάλη η χάρη του,στα «Μαζίδια» που βρίσκεται το γραφικό εξωκλήσι των Αγίων Ραφήλ, Ειρήνης και Νικολάου. Και στη συνέχεια,  στήνεται ένα μεγάλο γλέντι στην πλατεία! Εκεί γνωρίστηκα με τον Στάθη μου… είπε η νύφη του μεσαίου γιου της οικογένειας, που είχε αναλάβει το πρωινό των παιδιών και τους ετοίμαζε το γάλα με τα πασχαλινά κουλούρια και τα τσουρέκια, όλα ζυμωμένα απ’ τα χεράκια της πεθεράς της.

-Στο χωριό του πατέρα μου, στη Χαλκιδική, την τρίτη ημέρα του Πάσχα διοργανώνονται οι Αλογοδρομίες. Μετά την καθιερωμένη λειτουργία στο παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου, παραδίδεται η εικόνα μαζί με ευχές από τον ιερέα στους ιππείς, που μεταφέρουν την εικόνα από το παρεκκλήσι στο χώρο που θα γίνουν οι Αλογοδρομίες. Είναι πολύ όμορφα κι εκεί. Είχαμε πάει μια χρονιά με τον Μπάμπη μου όταν ήμασταν νιόπαντροι… Είπε κι η Βαγγελιώ στις νύφες της, μοιράζοντας τα φρεσκοτηγανισμένα συκωτάκια σε δυο πιατέλες για να τα πάει έξω στους άντρες.

-Και στο χωριό της μάνας μου είναι πολύ όμορφα τέτοιες μέρες.Την Κυριακή του Πάσχα αναβιώνει στην Καστανούσα, το ποντιακό πασχαλινό έθιμο «αυγομαχίες». Το έθιμο έχει τις ρίζες του στον Πόντο και συμβολίζει την Ανάσταση του Κυρίου και τη σύγκρουση του καλού με το κακό. Βασικός κανόνας του εθίμου είναι η χρησιμοποίηση μόνο αυγών κότας… Συμπλήρωσε και η μικρή νύφη τα δικά της.

-Στη Ρούμελη και στο Μοριά, όλοι χορεύουν την ιτιά!

«Ιτιά μου σε παρακαλώ, σκύψε να κόψω τον ανθό…» τραγούδησε ο Μπάμπης την ιτιά,  εισβάλλοντας στην κουζίνα με ένα ταψί κοκορέτσι και σπλινάντερο.

-Τι το έφερες εδώ, χριστιανέ μου; Πάρ’το έξω να φάτε εσείς οι άντρες και σε λίγο θα βγούνε και τα μικρά, του είπε η γυναίκα του.

-Μωρέ βάλε των παιδιών να φάνε να χορτάσουνε, που τους βάλατε τσουρέκια και κουλούρια. Και κρασί, άντε στο βαρέλι να πιάσεις κι άλλο βρε γυναίκα. Άδειασαν οι κανάτες…

-Πήγαινε έξω και θα στο φέρουμε. Και κατεβάστε λίγο τη φωνή απ’ αυτόν τον διάολο για να ακουγόμαστε. Νωρίς είναι ακόμα. Όταν αρχίσει ο χορός το βάζουμε στο τέρμα…

-Έλα μάνα, έλα να χορέψουμε αυτό το χορό… Φώναξε  απ’ τον κήπο ο μεγάλος γιος στη μάνα του.

«Μου παρή –  το χαϊδεμένο μου, μου παρή- παρήγγειλε τ’ αηδόνι

μου παρή-παρήγγειλε τ’ αηδόνι με το πε – το πετροχελιδόνι.

Να του πλε – το χαϊδεμένο μου, να του πλε – του πλέξω τη φωλιά του

να του πλε – του πλέξω τη φωλιά του, με τα χρυ – τα χρυσοπούπουλά του…»

-Βρε κάτσε να τελειώσω στην κουζίνα και θα χορέψουμε όσους χορούς θες…Τον παππού τον δασκαλέψατε αυτά που σας είπα, αν τυχόν φανεί η αστυνομία;

-Ναι ρε μάνα, μην ανησυχείς. Ο παππούς τα ’χει τετρακόσια, ό,τι του είπαμε θα κάνει…

-Ε, πατέρα… Μην πίνεις άλλο, είπε η Βαγγελιώ στον πεθερό της, όταν πήγε κοντά του την πιατέλα με τα συκωτάκια. Κάτσε να φας πρώτα να καρδαμώσεις κι ύστερα θα πιούμε σταυρωτά για το καλό. Θυμάσαι τι σου είπαν τα παιδιά να κάνεις άμα φανεί κάνας αστυνόμος, ε;

-Πώς δε θυμάμαι… Θα πάθω καρδιακό και θα πέσω χάμω, απάντησε γελώντας ο γερο-Δήμος στη νύφη του.

-Δεν είναι ανάγκη να πέσεις χάμω, να σπάσεις κάνα πλευρό να τρέχουμε χρονιάρα μέρα, τον μάλωσε εκείνη τρυφερά. Όπως είσαι στην καρέκλα, θα πιάσεις την καρδούλα σου και θα φωνάζεις πως πονάς, να τους μπερδέψουμε και να μας αφήσουν ήσυχους. Κατάλαβες;

-Κατάλαβα μωρέ, για χαζό με πέρασες; Βάλε τώρα ένα γιομάτο να το πιούμε σταυρωτά…

-Ααα, καλώς τους, καλώς τους… Χρόνια πολλά! Χριστός Ανέστη! Φώναξε η Βαγγελιώ στα συμπεθέρια της που φάνηκαν στο κατώφλι με τα χέρια γεμάτα λιχουδιές για τα πιτσιρίκια.

Βγήκαν κι όλες οι γυναίκες έξω με τα παιδιά τους να τους υποδεχτούν και πλημμύρισε ο κήπος με γέλια και χαρές.

«Μαύρα μά – καλέ κοντούλα, μαύρα μάτια στο ποτήρι.

Μαύρα μάτια στο ποτήρι, γαλανά στο παραθύρι.

Δώσ’ μου τα, καλέ κοντούλα, δώσ’ μου τα να τ’ αγοράσω.

Δώσ’ μου τα να τ’ αγοράσω κι ό,τι έχω ας το χάσω…»

Η Βαγγελιώ έπιασε τις νύφες της και τις έσυρε στο χορό στη μέση του κήπου. Ο Μπάμπης και τα αγόρια του καμάρωναν και σφύριζαν κλέφτικα στις γυναίκες τους.

Κανένας δεν πήρε χαμπάρι τους δυο αστυνομικούς που έστεκαν στο κατώφλι τους και τους κοιτούσαν. Ο ένας απ’ αυτούς, προχώρησε στον κήπο και πλησίασε τον φίλο του τον Στάθη για να του ευχηθεί. Ο Μπάμπης έτρεξε κι αυτός να του σφίξει το χέρι και να τον φιλέψει κοκορετσάκι και κρασί. Έτρεξε κι η Βαγγελιώ από κοντά να τους περιποιηθεί. Ευτυχώς, τα παιδιά ήταν δικά τους. Δε θα είχαν κανένα πρόβλημα. Γνώριζαν κι οι δυο τη μεγάλη οικογένεια του Μπάμπη και αρκέστηκαν μονάχα στις απαραίτητες συστάσεις. Να κρατήσουν χαμηλούς τόνους, για να μην έχουν θέμα με τους γείτονες και να τηρήσουν το βραδινό ωράριο και τα μέτρα προστασίας.

«Κολοκύθια τούμπανα…» μονολόγησε ο Μπάμπης μέσα απ’ τα δόντια του την ώρα που έπινε το σταυρωτό του με τον συμπέθερο.

-Βάλε ένα τσάμικο βρε Βαγγελιώ να το χορέψουμε οι άντρες… Φώναξε μετά στη γυναίκα του κι έπιασε το μαντίλι για να σύρει στο χορό τους γιους του.

«Ωρέ, να ’σαν τα νιά- να ’σαν τα νιάτα,  νιάτα πουλί μου, δυο φορές

Ωρέ, να ’σαν τα νιάτα δυο φορές, τα γηρατειά καμία

Ωρέ, να ξανανιώσω, αχ, να ξανανιώσω πουλί μου δυο φορές

Ωρέ, να ξανανιώσω δυο φορές, να γίνω πουλί μου παλικάρι…»

Ο Μπάμπης σέρνει τον χορό μαζί με τους λεβέντες του κι η Βαγγελιώ με τις νύφες της χτυπάνε παλαμάκια και καμαρώνουνε τα τσαλιμάκια τους…

«Ωρέ, να βάλω το, αχ, να βάλω ορέ το φεσάκι μου

Ωρέ, να βάλω το φεσάκι μου, να βγαίνω πουλί μου στο παζάρι

Ωρέ, για να πουλήσω, αχ για να πουλήσω πουλί μου γηρατειά

Ωρέ, για να πουλήσω γηρατειά και ν’ αγοράσω νιάτα…»

-Σήκωσε και τον πατέρα βρε Βαγγελιώ να σύρει κι αυτός έναν χορό μέρα που είναι…

Δεν πρόλαβε η Βαγγελιώ να γυρίσει τα μάτια της προς το τραπέζι κι άκουσε τον μεγάλο της εγγονό να της φωνάζει…

-Γιαγιά, γιαγιά… Ο μεγάλος παππούς δεν είναι καλά, έπεσε απ’ την καρέκλα του…

-Πω, πω τι πάθαμε! Ξέχασα να του πω μωρέ πως τα παιδιά είναι δικά μας…  Βρε τον χριστιανό, αφού του είπα να μη πέσει χάμω… τι έκανε; Σηκώστε τον βρε, δεν τον βλέπετε; Φώναξε από μακριά η Βαγγελιώ στα παιδιά της κι έβγαλε φτερά στα πόδια για να φτάσει κι αυτή κοντά του.

-Έλα παππού… Δεν άκουσες; Τα παιδιά της αστυνομίας είναι φίλοι του Στάθη, δε θα μας κόψουν πρόστιμο, μη φοβάσαι… Του είπε ο μεσαίος του εγγονός που τον σήκωσε με μιας και τον έστησε ξανά στην καρέκλα του.

-Σκούντα τον μωρέ… δε θα σ’ άκουσε μ’ αυτό το κλαπατσίμπανο που το ’χετε στο τέρμα, είπε η συμπεθέρα που στεκόταν δίπλα τους.

-Μπάμπηηηηη! Τρέξεεεε… Ο πατέρας δεν είναι καλά… Ούρλιαξε κι η Βαγγελιώ στον άντρα της σαν είδε τον γέρο πεθερό της να έχει χάσει το χρώμα του και να κείτεται αναίσθητος στην καρέκλα.

-Πατέρααα, βρε πατέρααα… Του φώναξε κι ο Μπάμπης αναστατωμένος, ταρακουνώντας τον.

Όλοι μαζεύτηκαν γύρω απ’ τον γερο-Δήμο και προσπαθούσαν να τον συνεφέρουν. Εκείνος όμως, όπως φαίνεται, διάλεξε αυτή την Άγια μέρα να πετάξει κοντά στους αγγέλους και να ξαναβρεθεί με την κυρά του. Έφυγε ευτυχισμένος, με τους αγαπημένους του όλους γύρω του. Παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα. Έφυγε χορτασμένος από φαΐ, από κρασί αλλά κυρίως απ’ την αγάπη των παιδιών του.

-Τον καλύτερο θάνατο είχες πατέρα… Ούτε να παιδευτείς, ούτε να μας παιδέψεις… Του ψιθύριζε κλαίγοντας η νύφη του, καθώς του έκλεινε τα ξεθωριασμένα απ’ τον χρόνο ματάκια του.

 


Η Νίκη Μπλούτη Καράτζαλη γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Άγιο Γεώργιο Λιβαδειάς.  Έχει εκδώσει τρία μυθιστορήματα και δυο συλλογές διηγημάτων. Το 2020 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της “Γράμματα σ’ έναν δραπέτη”, εκδόσεις Θράκα. Διηγήματά της δημοσιεύονται στο διαδίκτυο [Εντευκτήριον, book press, περιοδικό Χάρτης, περιοδικό Δίοδος, περιοδικό Θράκα, Πλανόδιον, Λόγω Γραφής, Ποιητικός Πυρήνας, περιοδικό Παρέμβαση κ.α.] και στην τοπική έντυπη εφημερίδα “Διάβημα”. Με τη λογοτεχνική ιστοσελίδα Λόγω Γραφής, συνεργάζεται από το 2016 και ολοκλήρωσε μια σειρά διηγημάτων για τη δράση ‘’Ένα τραγούδι για σένα’’. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια Δημιουργικής Γραφής και έχει συμμετάσχει σε εκδηλώσεις για παιδιά (ανάγνωση, εργαστήρια δημιουργικότητας) στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Λιβαδειάς. Διηγήματά της διακρίθηκαν σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και περιλαμβάνονται σε Ανθολογίες και Συλλογικά έργα. Ζει και εργάζεται στη Λιβαδειά.

Email. nikimplouti@hotmail.gr


 

[Μάθετε περισσότερα για τη μίνι σειρά διηγημάτων της Νίκης Μπλούτη Καράτζαλη “Άνοιξη ήτανε…”]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη