«Χριστουγεννιάτικη ιστορία», ένα διήγημα της Στεφανίας Ρουλάκη

Σε ένα μικρό σπίτι κοντά στη θάλασσα, ζούσε ένα κοριτσάκι με την πάντα λυπημένη μητέρα του. Ο άντρας της -και πατέρας της μικρής- ήταν ναυτικός κι απουσίαζε συχνά, για καιρό. Έλειπε και στις δύο πολύ και τον σκεφτόντουσαν συνεχώς.

Το σπιτικό τους ήταν σιωπηλό χωρίς αυτόν και η μία μέρα διαδέχονταν την άλλη χωρίς χαρά. Δεν καταλάβαιναν τις αλλαγές των εποχών ή τις γιορτές. Η μητέρα δεν έφτιαχνε γλυκά, δε στόλιζε το σπίτι και το κορίτσι όλο ονειροπολούσε.

Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν για άλλη μία φορά και το παιδάκι επιθυμούσε να δει το σπίτι λαμπερό, ένα δέντρο φορτωμένο με στολίδια, δώρα κάτω από το έλατο. Για πρώτη φορά η μητέρα πείστηκε και πήραν ένα μικρό δεντράκι, έβαλαν μπαμπάκι για χιόνι, μερικά λαμπάκια και μια φάτνη, όμως έδειχνε μισό.

Η μικρή αναστέναξε κι ευχήθηκε, το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, ο Άγιος Βασίλης να τη θυμηθεί και να της φέρει για δώρο μία κούκλα. Είχε μεγάλη προσμονή όταν ήρθε η ώρα να κοιτάξει κάτω από το δεντράκι. Η ελπίδα της μία γυάλινη μπάλα που έσπασε, όταν είδε πως ο Άγιος την ξέχασε.

Η μικρή δεν το έβαλε κάτω. Πίστευε με όλη της τη δύναμη στο βασιλιά των δώρων, οπότε είπε μέσα της πως «δεν πειράζει, δεν θα πρόλαβε να έρθει, σε τόσα παιδάκια είχε να πάει. Θα έρθει αύριο. Δεν πρέπει να στενοχωριέμαι».

Την άλλη μέρα, την πέρασε κοιτάζοντας συνεχώς έξω από το παράθυρο. Όλα ήταν μουντά. Κλαδιά γυμνά, φύλλα πεσμένα. Πού ξέρεις; Ο Άγιος Βασίλης μπορεί να ερχόταν το πρωί, αν οι ώρες δεν του έφταναν. Κάπως έτσι τη βρήκε το βράδυ. Κοιμισμένη στο περβάζι, όσο κι αν η μητέρα της προσπαθούσε να την πείσει να πάει στο δωμάτιό της. Όμως, ούτε εκείνο το βράδυ εμφανίστηκε ο Άγιος Βασίλης.

Η φωνούλα μέσα της ψιθύριζε πως υπάρχει και η παραμονή της Πρωτοχρονιάς! Κάποια παιδιά παίρνουν τα δώρα τους παραμονή Πρωτοχρονιάς κι άλλα Χριστουγέννων. Έπρεπε να κάνει υπομονή λοιπόν.

Στη μητέρα της δεν έλεγε κουβέντα. Αν ήταν ο πατέρας της εκεί, όλα θα ήταν διαφορετικά. Το δέντρο θα ήταν μεγαλύτερο, τα στολίδια θα ήταν πιο πλούσια, δώρα θα υπήρχαν κάτω από το δέντρο και η μαμά θα χαμογελούσε! Τότε θα μπορούσε να χαμογελάσει κι εκείνη!

Οι μέρες πέρναγαν. Το σπίτι άλλαζε, σαν κάτι να ετοιμαζόταν. Η μητέρα της πήγαινε κι ερχόταν γεμάτη φούρια κάνοντας δουλειές, κοιταζόταν στον καθρέφτη και χαμογελούσε. Η μικρή δεν καταλάβαινε τίποτα, μόνο ευχόταν, να μην την ξεχάσει και το επόμενο βράδυ ο Άγιος, που θα άλλαζαν χρόνο στο σπίτι της θείας της. Άλλη παράταση δεν μπορούσε να του δώσει. Θα θύμωνε πολύ μαζί του γιατί δεν ήξερε και κανένα παιδάκι που να είχε πάρει δώρο το βράδυ της Πρωτοχρονιάς! Πού ακούστηκε αυτό;

Στη γιορτή όλοι ήταν χαρούμενοι, αγκαλιάζονταν, φιλιούνταν, αντάλλασσαν δώρα. Η μητέρα της σφιγμένη, την κράταγε από το χέρι, κι όταν ο χρόνος άλλαξε, της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο, μα τα χέρια της ήταν άδεια.

Το κορίτσι θλίφτηκε πολύ που κανένας δεν κράταγε δώρο για εκείνη. Προσπαθούσε όμως να πείσει τον εαυτό της ότι, πίσω στο σπίτι, το θαύμα είχε γίνει. Το δωράκι της περίμενε κάτω από το δέντρο. Μετά, θα τα ξέχναγε όλα!

Μόλις μπήκε σπίτι τους, έτρεξε στο δέντρο. Δεν είδε τίποτα στη βάση του. Επειδή ήταν σκοτεινά, άναψε τη λάμπα για να μπορεί να δει καλύτερα. Ίσως το δώρο της κάπου να είχε παραπέσει. Με κόπο συγκράτησε αυτή τη φορά τα δάκρυά της. Ένας κόμπος στο λαιμό την έπνιγε, όταν διαπίστωσε πως δώρο για εκείνη δεν υπήρχε. Ούτε από τον Άγιο Βασίλη, ούτε από τη μητέρα της, ούτε από κανέναν.

Έκανε μεταβολή κι έπεσε κλαίγοντας στο κρεβάτι. Μετά από λίγο άκουσε τη μητέρα της να λέει τρυφερά, χαϊδεύοντας την στο κεφάλι: «Μην κλαις κορίτσι μου. Κοιμήσου, είναι αργά. Κοίτα να ξεκουραστείς και πού ξέρεις; Αύριο μπορεί να έρθει αυτό που περιμένεις». Μα καλά, δεν την καταλάβαινε καθόλου; Δεν απάντησε τίποτα, μόνο έκρυψε το πρόσωπό της στο μαξιλάρι κι αποκοιμήθηκε.

Πριν η μέρα χαράξει, την ξύπνησε η μυρωδιά του καφέ που τρύπωσε ζωηρά στα ρουθούνια της. Άκουγε και ψιθύρους στο σαλονάκι τους. Έβλεπε μάλιστα και δύο σκιές. Η μία ήταν της μητέρας της, η άλλη ήταν αντρική.

«Μα ποιος να είναι»; Αναρωτήθηκε. «Λες να είναι ο Άγιος Βασίλης; Ναι! Επιτέλους, ήρθε! Με θυμήθηκε!» σκέφτηκε και η καρδιά της βρόνταγε σαν το τύμπανο του μικρού τυμπανιστή!

Πετάχτηκε στο σαλόνι, μα το δώρο που την περίμενε, δεν ήταν κάτω από το δέντρο. Στεκόταν ολοζώντανο μπροστά της, με μία μεγάλη, ζεστή αγκαλιά γι’ αυτήν. Την πήρε στα χέρια του, ενώ εκείνη επαναλάμβανε συνέχεια «Δεν το πιστεύω! Είναι ο μπαμπάς μου! Μπαμπά μου, ήρθες, ήρθες!» κι εκείνος τη φύλαγε τρυφερά στο μέτωπο και στα μάγουλα και της ψιθύριζε «Κουκλίτσα μου, πόσο σε αγαπώ!»

Να ξέρετε μικρά μου παιδιά, πως Άγιος Βασίλης υπάρχει. Ακούει πάντα τις ευχές μας κι αν τις επιθυμούμε με όλη μας την καρδιά, αυτές γίνονται πραγματικότητα!

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη