«Χρίστος Χατζήπαπας», παρουσιάζει ο Κυριάκος Στυλιανού

Καλό μήνα και από την Κύπρο, φίλοι αναγνώστες (και συνεργάτες) της Λόγω Γραφής!

 

Για τον μήνα Φεβρουάριο, η στήλη φιλοξενεί τον πολύ σημαντικό λογοτέχνη Χρίστο Χατζήπαπα, ο οποίος αξίζει να σημειωθεί πως διετέλεσε Πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.

Ακολουθούν τα εκδομένα ποιήματά του Γέλως, Μαύρο κουτί, Ως άνθος ραδικιού, Οι αιώνιοι,  καθώς και απόσπασμα απόσπασμα από το υπό επεξεργασία μυθιστόρημά του «Ας μη συναντιόμασταν» – σε πρώτη δημοσίευση στη Λόγω Γραφής.

Κυριάκος Στυλιανού


 

 

Γέλως

 

Τότε χαμογελούσαμε ακόμη

το θυμάμαι –

οι μυς του προσώπου το επέτρεπαν

τα ψυχικά μας

 

κι η Ιστορία

μας έκλεινε το μάτι πονηρά

αισιόδοξα

καμιά φορά.

 

Ενίοτε μας χρειάζονται ανέκδοτα  λυσιτελή

από κάποιον φίλο ζωτικό

στην άκρη της γραμμής –

τροφό Ζωής.

 

Μόνο που στις μαύρες μας

ούτε οι μυς του γέλιου παραστέκονται

 

στο ομιχλώδες μας τοπίο

μένουμε αγέλαστοι και σοβαροί

σκίτσα ταριχευμένα

ενώπιος ενωπίω…

 

 

Το εξώφυλλο της νεοεκδοθείσας ποιητικής συλλογής του Χρίστου Χατζήπαπα “Λύπη τις νύχτες” [Εκδόσεις Γκοβόστη]

Mαύρο κουτί

 

Αφότου κατέπεσε

ο έρωτάς μας

το μαύρο κουτί της ψυχής μου

δεν βρέθηκε.

 

 σε βυθό

 κακοτράχαλο βουνό

 παρθένο δάσος

 

σε κανένα σεντόνι

δεν βρέθηκε.

 

Έκτοτε

θρηνώ τον χαμό μας.

 

 

Ως άνθος ραδικιού

 

Στο σύθαμπο κατέφτασε

κρύος μες στην ομίχλη

κάπως σκυφτός

ντροπαλός, θα έλεγα, ένοχος

 

δεν μου γέμισε το μάτι.

 

Έβαλε το χέρι στον ώμο –

όπως συμφωνήσαμε, είπε

πάμε σ’ εκείνο το πάρτι.

Μην αργείς

περιμένουν όσοι πήγανε νωρίς

χωρίς επιστροφή[1].

 

Με γράπωσε αγκαλιά και φύγαμε.

 

Η τέφρα μου δεν μπορεί

περαιτέρω να ιστορήσει

καθώς αιωρείται –

συννεφάκι σκόνης

άνθος ραδικιού

πάνω απ’ την αγαπημένη πόλη[2].

 

[1] Ο τουρκοκύπριος κατοχικός Ντενκτάς και πρωταγωνιστής της Διχοτόμησης, είχε πει προφητικά μετά την Τουρκική Εισβολή στο νησί: Μια γενιά, άντε δύο, μου είναι αρκετές για το όνειρό μου…

 

[2] Η «χαμένη πια Κερύνεια», όπου ο ποιητής έζησε για λίγο, πολύ νέος. Όπου έγραψε και την πρώτη ποιητική του συλλογή «Ενδοσκόπιο», 1969. Καλοκαίρι 2018, ακούγονται φωνές Ντενκτασικού ονείρου, ακόμη και στην ελεύθερη Κύπρο, για λύση δύο κρατών, πράγμα που και οι Τουρκοκύπριοι πατριώτες απορρίπτουν κατηγορηματικά.

 

 

Οι αιώνιοι…

 

Της επηρμένης δόξας τους
δεν παραιτούνται
οι επιζήσαντες ήρωες

 

δάφνες δρέπουν

ευωχούμενοι

σε χαλασμούς διηνεκείς

κακή ώρα –

 

νικητές
μιας ηττημένης χώρας.

 

[Από διύλιση ποιητικής βραδιάς, Κεφαλονιά, 27/9/18]


 

Απόσπασμα από το υπό επεξεργασία μυθιστόρημα του Χρίστου Χατζήπαπα

«Ας μη συναντιόμασταν»

Ένα πρωί βρέθηκε πάλι στο δρόμο μου. Ή εγώ τα κανόνισα να περάσω ακριβώς την ίδια ώρα που είχαμε συναντηθεί τότε; Θα πρέπει να τον ρωτήσω για το βιβλίο που δεν μου χάρισε στον γάμο μου κι αυτό είχε έρθει στ σπίτι μόνο του. Ναι βρήκε τον δρόμο και ήρθε. Ένα βιβλίο. Και ψες που είχα κοιμηθεί μαζί του, δυο αράδες από το οπισθόφυλλο τριβελούσαν τον ύπνο μου. Θα πρέπει να ‘ταν εκείνες, οι υπογραμμισμένες. «Τα αισθησιακά πάθη και μυστήρια είναι το ίδιο ιερά με τα πνευματικά μυστήρια και πάθη».

«Το ξέρεις αυτό;» του είπα μόλις άνοιξα το παράθυρο και σχεδόν έχωσε το κεφάλι του μέσα. Μ’ ένα υφάκι εγώ, σαν να του έκανα παρατήρηση. Έμοιαζε σαν να ήθελε να με φιλήσει. Φοβήθηκα. Αν το αποτολμούσε; Σήκωσα το κεφάλι προς τα πάνω και μου φάνηκε πως τα χείλη του τρέμανε. Διψούσαν για φιλί. Μ’ έπιασε τρέμουλο. Κι εκεί που περίμενα να αποτραβηχτεί και να του δίνει όπως άλλες φορές, πέρασε μπροστά από το όχημα, πήγε στην πόρτα του συνοδηγού και την άνοιξε.

«Να καθίσω;» ρώτησε.

Εκείνη την στιγμή το πόδι μου στο φρένο παράλυσε και το αυτοκίνητο κινήθηκε προς τα πίσω.

 «Πάτησε φρένο τώρα!», είπε και αγκάλιασε το χέρι μου που ήταν κολλημένο στον μοχλό ταχυτήτων.

Κατάφερα και πάτησα φρένο, το όχημα ακινητοποιήθηκε.

«Τώρα, βγάλε την ταχύτητα», είπε και με κοίταξε χαμογελώντας.  Ευτυχώς ο δρόμος δεν είχε κίνηση. Μας ανήκε, χωρίς επιβουλές. Το πρόσωπό του ήταν πολύ κοντά στο δικό μου, με κοιτούσε και χαμογελούσε. Πότε θα σήκωνε το χέρι του από τον μοχλό ταχυτήτων, με το χέρι  μου από κάτω; Τότε μίλησα: «Θα το φύγεις το χέρι σου;» τόλμησα.

«Θέλεις;» είπε, και το πρόσωπό του πλησίασε πιο κοντά το δικό μου, άγγιξε σχεδόν το  αυτί μου και ξαναρώτησε σιωπηρά. «Θέλεις;».

«Θέλω!» του είπα, πολύ πολύ σιγανά και μετανιωμένα. Το σήκωσε, όπως τις προάλλες στο σινεμά που αποτραβήχτηκε πριν αγγιχτούμε και έκοψε το επαγωγικό ρεύμα ανάμεσά μας.

«Τώρα μπορείς να με ρωτήσεις ό,τι θέλεις», είπε σχεδόν χαρούμενα, χωρίς όμως να απουσιάζει μια κλωστίτσα λύπης στα πράσινα μάτια του.

Ντρεπόμουν να μιλήσω αλλά και δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, Πρώτα τα θαλασσώνω και δεν ξέρω πώς να τα ξεδιαλύνω μετά: «τα αισθησιακά πάθη και μυστήρια είναι το ίδιο ιερά με τα πνευματικά μυστήρια και πάθη’, τι θα πει;».

«Πού το βρήκες πάλι αυτό; Μοιάζεις του πατέρα σου, του Μενέδημου, που κάθε του κουβέντα ήταν και ένα ρητό…»

Φάνηκε πως δεν είχα προ στιγμής τη διάθεση του χιούμορ του. Από τη στιγμή που αγκάλιασε τον καρπό μου. «Είναι στο βιβλίο που μου χάρισες στον γάμο μας».

«Απ’ όσο θυμάμαι σας είχα φέρει δώρο κάτι συλλογές κύπριων ποιητών και ένα ημερολόγιο. Μόνο. Δεν ξέρω κι αν το χρησιμοποιείς…»

«Και το βιβλίο του Λόρενς ‘Ερωτευμένες γυναίκες’ , απ’ όπου και το απόσπασμα που σε ρωτώ». Του τα πέταγα αυτά σαν κατηγορία σχεδόν, η καρδιά μου είχε σκληρύνει ανεξήγητα. Το ένιωσε.

Δοκίμασε να πιάσει πάλι το χέρι μου μα το αποτράβηξε, λέγοντας τώρα σοβαρά.

«Τελικά το είχα αποσύρει από το πακέτο. Ίσως και να το θεώρησα άκομψο, να σου χάριζα ένα τέτοιο βιβλίο, με υπογραμμισμένες κιόλας στο εξώφυλλο αυτές τις δυο αράδες, για να με ρωτάς μετά. Εσύ θα παντρευόσουν κι εγώ να σου αράδιαζα… αλμυρά πάθους. Αισθησιακά πάθη και μυστήρια… Συγχώρησέ με, αναδρομικά, έστω. Κι ακόμη κάτι: Κι όσο τα ζούμε αυτά, μπορούμε και να τα ξεχνούμε».

Μου έπιασε τώρα το χέρι, σαν επίπληξη, το έσφιξε και σηκώθηκε προς την έξοδο. Τώρα ήμουν εγώ αυτή που του έσφιγγα το χέρι. Ήταν σωστός κι αληθινός, γι’ αυτό δεν τον άφηνα να φύγει. Απομακρύνθηκε χαιρετώντας με από το πίσω τζάμι. Ξεκίνησα κι εγώ να του δίνω, μα στον δρόμο με πιάσανε κλάματα. Δεν ήξερα αν θα έπρεπε να πάω στο σχολείο… Τι να έλεγα στα παιδιά; Πως οι έρωτές μας, τρελοί κι ανεξήγητοι καμιά φορά, είναι πάνω από την κανονικότητα της ζωής; Θα μιλούσαμε σήμερα για τον δρόμο της Αρετής και της Κακίας με τα τριτάκια. Αλήθεια, ποιον θα διάλεγαν αυτά; Και ποιος είναι αυτός ο δρόμος, χωρίς ενδιάμεσο; Της καρδιάς ο δρόμος είναι της Αρετής ή του Νου; Τα παιδιά αθώα, με καθαρές ψυχές, θα καταλάβουν αυτό που τους αναλογεί. Μπράβο στα παιδιά. Ήταν χαρούμενα, που θα πει πως δεν είχαν προσέξει τα δάκρυα που σκούπιζα στο δρόμο.

Χρίστος Χατζήπαπας


 

[Ο Χρίστος Χατζήπαπας γεννήθηκε το 1947. Σπούδασε Κτηνιατρική. Εξέδωσε τέσσερις ποιητικές συλλογές, τρία μυθιστορήματα και πέντε συλλογές διηγημάτων.

Τέσσερα από τα πεζά του τιμήθηκαν με Κρατικό βραβείο.  Κάποια από τα πεζά του κυκλοφόρησαν στα Βουλγάρικα, Γαλλικά, Τούρκικα, Αγγλικά και Αλβανικά. Ο Χρίστος Χατζήπαπας διετέλεσε επί σειρά ετών Πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου. Είναι για πολλά χρόνια μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του λογοτεχνικού περιοδικού Νέα Εποχή.

Το 2017 του απονεμήθηκε το βραβείο «Γ.Φ.Πιερίδης» από την Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου για τη συνολική προσφορά του στα Κυπριακά Γράμματα. Το 2019 ανακηρύχθηκε επίτιμο μέλος από τον  Σύνδεσμο Πολιτισμού Ελλάδας Κύπρου.]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη