«Χάιδω και Σωτηράκης – Ο λόγος», γράφει η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα

– Εγώ τ’ς έταξα πως θα την ζητήξου. Και τουν λόγου μ’ δεν τον επαίρνω πίσου μάνα, πάει κι τέλειουσι!

– Τι ειν’ αυτά απ’ λιες παιδάκι μ’; Ακόμα δεν την ίειδαμι την βάφτιτσες και νύφη μ’; Μπα κι το ‘χ’ς απουλέσ’ ντιπ; Μίλα κι συ βρι Γιώργου, διν τουν ακ’σες τι είπε τώρα γιας;

– Ιμένα Ματούλα μ’ μι μ’ ανακωτών’ς ντιπ! Ουλόκληρους άντρας τον είναι, ιμείς θα τον πούμ’ ποιάν θα πάρ’;

– Α, γειά σ’ βρι πατέρα λιβέντη μ’, ισύ μι νιώθ’ς!

– Α, έτσ’ ‘ια το ‘χ’τε κι οι δυό σας, α; Να μι σκάσ’τι για σ’μαδ’! Να μι σκάσ’τι θέλιτε!

– Βρε μάνα μ’, βρε κοκόνα μ’, βρε ιέχου ιγώ άλλιη εξόν απού σένα κουρώνα στου κεφάλι μ’; Μ’ αφού την αγάπ’σα σι λέου, θα τ’ν αγαπίησ’ κι ισύ! Θα ιδείς! Ιέλα κι μι μι χουλουσκάς τουν μουναχογιό σ’!

– Άει, τώρα θ’μ΄θ’κες πους είσι ου μουναχογιός μ’! Απ’ πήγις κι έδουκις τουν λόγου σ’ στ’ν μάνα τ’ς πρωτού μας ιπείς ιμάς τίπ’τα! Έτσ’ α μας λουγαριάζ’ς; Κι που ξέρου ιγώ πως δεν λιμπίσ’κε τα φράγκα σ’ κι του βιός σ’; A; Για μουλόγα τώρα να σι ιδώ τι θα ιπείς!

– Μάνα, του κουρίτσ’ είναι από καλιή οικουγένεια σι λέου, διν καρτιράει τα θ’κα μ’ φράγκα, ιέχουν του βιος τ’ς κι αυτοί! Δεν την είνι ξιβράκουτ’! Πες κι συ πατέρα!

– Α, σώνει κι μι τ’ς δυο σας! Να μι κάν’τι τιν χάρη! Ότ’ έγιν’ έγιν’! Αν κι δω απ’ τα λιέμε, ιένα δίκιου το ‘χει κι η μάνα σ’ Σουτήρ’. Ιέπριπι πρώτα να ‘ρθεις να κουβιντιάσουμ’. Ιένα πιδί σ’ έχουμ’…

– Σχώρνα μι πατέρα μ’, διν ήθιλα ιγώ να σας πικράνου… Κι αν είναι να μι λέτε τέτοιες κουβέντις καλιύτερα να μην παντριυτώ ποτέ μ’! Ας μείνου μαγκούφ’ς κι δυστυχισμένους. Γιατ’ να του ξέριτι, ιγώ άμα διν πάρου τη Χάιδου, άλλιην διν παίρνου. Αλλά όπους αγαπάτι. Θα τουν πάρου πίσου τουν λόγου μ’, κι ας μαυριστεί τ’ όνουμα του Καρανασέικου, παρά να σας στενοχωρέψου ιγώ ισάς! Ας μην ιέχου μούτρα να ξαναπιρπατήσου στην κενωνία, δεν πειράζ’, ας γέν’ όπους θέλ’τε ισείς…

– Μπα, Χάιδου την λέν’ την… νυφαδιά; Δεν είν’ κι κακουό το όνομα τ’ς, ιε Γιώργου, τι λιές κι συ; Κι έπ’τα, ιγώ τουν μιγάλουσα τουν Σωτήρ’ να τουν είνι άντρας κι εφόσον έδωκε τουν λόγου τ’…

– Ματούλα, εφόσον έδωκε ου γιός ο θ’κός μ’ τουν λόγου τ’, θα πάμε να γνωριστούν τα σόγια, ιέτσι πρέπ’. Ιέχουμι κι ένα όνομα κι μεις Ματούλα. Κι ύστερα που ξέρ’ς, μπουρεί κι να του είνι καλό του κουρίτσ’.

Κάπως έτσι ήταν η συζήτηση ανάμεσα στον Σωτηράκη και τους γονείδες του, τον Γιώργο Καρανάσιο και την Ματούλα Καρανάσιου (Γραμματούλα την είχαν βαπτισμένη, το γένος Τούλια). Και πότε με το άγριο, πότε με το μαλακό, ε, έναν γιό τον είχαν, τους κατάφερε να πάνε να γνωρίσουν το κορίτσι που του ‘χε κλέψει την καρδιά.

Μόλις πέντε μέρες είχαν περάσει από το Σάββατο που είχε μιλήσει στο παζάρι με την κυρά Λένη, τη μάνα της Χάιδως, ο Σωτηράκης. Ούτε την ίδια μέρα είχε μιλήσει στους γονείδες του. Και τις υπόλοιπες τέσσερις τις πέρασαν με ετοιμασίες για να πάνε στην Αργιθέα την Παρασκευή, να γνωρίσουν τους γονείς της κοπέλας, να συζητήσουνε, να δούνε τι καπνό φουμάρανε.

Και τα ίδια ακριβώς διαδραματίστηκαν και από την πλευρά των γονιών της Χάιδως. Κι άπαξ και συμφώνησε κι ο πατέρας της να δεχτεί να γνωρίσει τα συμπεθέρια, χτύπησε η κυρά Λένη γενική επιστράτευση! Όλοι με τα μούτρα στις δουλειές! Και να τα ασβεστώματα. Και φτιάξε και γλυκό καρπούζι (είχαν ακόμα από τα δικά τους τα μποστάνια κι ας ήτανε τέλος Σεπτέμβρη). Και στρώσε τα καλά τα κεντήδια. Και πάστρεψε από τις αυλές μέχρι κι όλο το δρόμο μέχρι κάτω τη ρεματιά, απ’ όπου θα περνούσανε τα συμπεθέρια για να ‘ρθουν στο σπίτι. Και ‘τοίμασε και η κυρά Λένη τις πιο καλές τους τις φορεσιές, αυτές που κράταγε για την Ανάσταση. Όχι πως δεν είχαν κι άλλες, μα ήθελε να τους μπει στο μάτι γιατί είχε φροντίσει κι είχε μάθει από πού κρατούσε η σκούφια του γαμπρού. Κι είχε πολλούς παράδες κι αυτός. Αλλά η κυρά Λένη ήταν περήφανη, ήθελε να τους δείξει πως δεν είχαν να κάνουν με τίποτα παρακατιανούς!

– Κυρά Λεν’! Κυρά Λεν’! Κυρ Στέφο!

– Τι ‘ναι βρε συφοριασμένου κι φουνάζ’ς έτσ’; Βγήκε η κυρά Λένη στην πόρτα, στο μπαλκονάκι, για να δει τι είχε πάθει το παιδί της γειτόνισσας και έσκουζε σα να ‘χε μάσει ξύλο.

– Ήρθαν σι λέου, τριχάτε! Τους είνι κάτ’ στη ρεματιά!

– Μπα! Κι γι’ αυτό ξεσήκουσις όλου του χουριό στου πόδ’ πανάθιμάσι; Άει τράβα στ’ μάνα σ’ κι να κοιτάς τι δ’λειά σ’!

– Μα ισύ μι ‘πις να σ’ πω όταν τ’ς δω!

– Είπα- ξείπα! Απ’ θα μι κάν’ς κι κουμάντου! Στη μάνα σ’ γλήγουρα!

Όλα τα κουτσούβελα είχαν μαζευτεί απ ‘εξω απ’ τον μαντρότοιχο που έκλεινε την αυλή από το αρχοντικό του κυρ-Στέφου Κοτιά (αν κι όλοι το έλεγαν «τ’ αρχοντικό της Λένης»). Εμ, βλέπεις, μαθεύτηκαν ταχιά τα νέα πως θα ερχόντουσαν να ζητήσουν την Χάιδω! Και πρώτη φορά θα έβλεπε το χωριό τους τέτοια γεγονότα! Ο γαμπρός λέγανε πως ερχότανε από πολύ μακριά, πέρα, απ’ ένα χωριό του κάμπου!

Κι εμφανίστηκε η σούστα, ζωσμένη σε δυο άλογα που αστραφτοκοπούσαν λες κι ήταν ψεύτικα. Τόσο καθαρά! Κι απάνω ένας νέος όμορφος σαν άγγελος, κρατούσε τα γκέμια. Κι έμειναν όλα τα μικρά να κοιτάνε θαμπωμένα τ’ άλογα και οι γειτόνισσες να κοιτάνε θαμπωμένες τον Σωτηράκη. Κι η μάνα του με τον πατέρα του πίσω στο κάρο, αρχοντάνθρωποι, καλοβαλμένοι. Κι ανάμεσά τους ένα σεντούκι σφραγισμένο, πεσκέσι για τη νύφη και τους γονείδες της.

Κρυφοκοίταζε η κυρά Λένη απ’ το παραθύρι της σάλας στον πάνω όροφο. Και στριμωχτά από πίσω της η Χάιδω.

– Πω πω μάνα! Κοίτα τον τον λεβέντη μ’!

– Μ! Καλός είνι του λόγου τ’ διν μπουρώ να πω τ’ αντίθετου… Α γιεμ! Τι είν’ τουτ’!!!

– Τι είνι μάνα, τι είνι;

– Μάλλουν είνι η πεθερά σ’… Έτσι απ’ την είναι στουλισμέν’ την Άρτα κι τα Γιάννινα, νόμ’σα πους βγήκι η Μεγαλόχαρ’ περιφουρά, μ’ ούλα τα τάματα ψηλά τ’ς!

– Αντρουπή σ’ Λέν’! Χάιδου! ‘Αει πάφτε κι οι δυό σας! Γλήγορα να υποδιχτούμι τ’ς ανθρώπ’! Ισύ Χάιδου μέσα, μην ξεμ’τησ’ς αν διν σι πω ιγώ!

– Μα πατέρα!… έκανε να διαμαρτυρηθεί το κορίτσι.

– Αυτό απ’ σ’ λέου ιγώ! της αποκρίθηκε εκείνος αυστηρά κι οι αντιρρήσεις κόπηκαν μαχαίρι.

Έτσι ήταν το έθιμο. Η νύφη κρύβονταν, δεν επιτρεπόταν να είναι μαζί και να την δουν τα συμπεθέρια κι ο γαμπρός την μέρα του λόγου. Γιατί λογαριάζανε κείνα τα χρόνια την τιμή και την υπόληψη του κοριτσιού. Για να πήγαινε κάποιος να την ζητήσει σε γάμο, πήγαινε να πει πως ήξερε τι κορίτσι ζήταγε. Και γίνανε όλα όπως της έπρεπαν της Χάιδως, με την σειρά τους και με την τάξη τους. Υποδέχθηκαν τον γαμπρό και τους γονείς του. Τους πέρασαν στη σάλα. Τους τράταραν πρώτα γλυκό του κουταλιού και νερό κρύο πάνω σε δίσκο σκαλιστό ασημένιο, που τον στόλιζε ασπροκεντήδι πλεκτό στο βελονάκι. Και τα ποτήρια κρύσταλλο. Και τα πιατάκια. Και τα κουτάλια του γλυκού μασίφ ασήμι. Κι έπειτα φέρανε μεζέδες αρνί ψητό στη σούφλα, πίτες, τυριά, τσαλαφούτι, γιαούρτι, ψωμί φρέσκο και κρασί και τσίπουρο. Όλα δικά τους, απ’ τα ζα και τα χωράφια τους και τα χεράκια της κυρά Λένης φτιαγμένα.

Και σ’ όλη τη διάρκεια λέξη δεν ανταλλάξανε πέρα από τα απαραίτητα. Ζυγίζονταν μονάχα. Στο τέλος μίλησε ο κυρ Γιώργος.

– Απόψι ήρθαμι ιδώ να ζητήσουμι το χέρι τ’ς κόρισ’ τ’ς Χάιδους. Ιγώ είμι ου Γιώργους Καρανάσιους, απ’ ιδώ είνι η γ’ναίκα μ’ η κυρά Ματούλα. Είμαστι νυκοκοιραίοι άνθρουποι, κι μι τα χουράφια μας κι μι τα σπίτια μας κι όχι για να του πινιυτού μ’ αλλά ούτι τα γρόσια μας λείποντι. Ιένα μουναχουπαίδ’ το ‘χουμ’, ιδώ ου Σουτήρης μ’. Σαν θ’κο μας πιδί θα τ΄ν έχομ’ την θυχατέρα σ’, τίποτις διν θα τ΄ς λείψ’.

– Καλώς ουρίσατι κι πάλι κυρ Γιώργου. Ιγώ είμι ου Στέφους, ου πατέρας τ’ς Χαϊδούλας μ’, του πρώτου του κουρίτσι μ’ του μεγαλύτερου. Η χαϊδιμένη μας. Κι απ’ εδώ η κυρά μ’, η Λένη. Ιγώ έχου άλλα πέντι, μια τσούπρα μικρότερ’ κι τέσσιρα πιδιά. Βγες όξου απ’ του μπαλκόν’ κι αγνάντιψι. Όπ’ πέσ’ του μάτι σ’ είναι θ’κά μας ούλα. Κι η Χάιδω μ’ είνι η αρχόντισσα απ’ τα ορίζει.

Της μάνας του Σωτήρη κόντεψε να της έρθει κόλπος μόλις άκουσε αυτή την κουβέντα. Άναψε, κόρωσε, μα δεν έβγαλε άχνα. Ακούς εκεί, κορίτσι πράμα να διαφεντεύει τόσο βιός! Από την άλλη όμως, της άρεσε που ο γιός της δεν στραβώθηκε μοναχά απ’ τους έρωτες και διάλεξε κορίτσι  από σπίτι και με τέτοια προίκα. Α! Η προίκα! Τώρα που το θυμήθηκε έπρεπε να το συζητήσουνε κι αυτό, να έχουνε καλούς λογαριασμούς από αρχής. Δίνει μια κλωτσιά στο πόδι στον άντρα της.

– Ωχ! Βόγγηξε ο κυρ Γιώργης, γιατί τον πέτυχε στο κότσι.

Την κοίταξε παραξενεμένος και μετά σαν να του ήρθε η Θεία Επιφοίτηση θυμήθηκε τι το είχε δασκαλέψει απ’ το σπίτι.

– Ε… ναι… μάλιστα. Θαύμα. Σας φέραμε φιλέματα κι μεις για τα καλουρίζικα, δυο βιλέντζις και μια θ’λιά λίιρες χρυσές για του κουρίτσ’. Κι τώρα απ’ είπα λίιρες σ’μπέθιρε, πρέπ’ να κανονούσιμ’ κι τα τ΄ς προίκας…

Και κει πετάχτηκε πρώτη φορά ο Σωτήρης, όρθιος.

– Τίποτις διν γιρεύουμ’ για προίκα κυρ Στέφου. Ιγώ την Χάιδου θα την πάρου μόνο με την ευχή σ’. Κι μι την ευχή τ’ς μάνας τ’ς βιβαίους.

Η κυρά Ματούλα άλλαξε δέκα χρώματα και κόντεψε να γκουρλωθεί με μια μπουκιά κολοκυθόπιτα. Ο κυρ Γιώργος καμάρωσε τι λεβέντη γιο είχε βγάλει. Έτσι κι αλλιώς με τους υπολογισμούς του κι απ’ ότι είχε καταλάβει, δεν θα την άφηναν έτσι την χαϊδεμένη την κόρη τους. Και δόξα τω Θεώ, παράδες είχαν και τα συμπεθέρια, όλα θα τα ‘βρισκαν στην πορεία, χαμένοι δεν βγαίνανε.

Η κυρά Λένη αν και θα προτιμούσε κι αυτή να τα ξεκαθάριζαν όλα τώρα, δεν μπόρεσε να μην τον θαυμάσει τον γαμπρό της και να χαρεί που της έδειξε πως την λογαριάζει. Για τα άλλα είχανε καιρό και στους αρρεβώνες να τα μιλήσουνε.

– Ε τότες δεν έχουμι να πούμι τίποτις άλλο, αποκρίθηκε ήρεμα και σοβαρά ο κυρ Στέφος. Γαμπρέ μου έλα να σε φιλήσω.

– Να ‘χ’ς την ευχή μο λεβέντη μ’, του είπε η κυρά Λένη και του άπλωσε το χέρι της για να το φιλήσει και να πάρει την ευχή της. Το κορίτσι μ’ και τα μάτια σ’. Ιμένα να θ’μάσι μι λεν Λέν. Μη κι δω πως μου το στενοχώριψες θα μι βρεις μπρουστά σ’!

Και γέλασαν επιτέλους όλοι. Και φώναξε ο κυρ Στέφος την Χάιδω. Και μπήκε η Χάιδω στη σάλα με τα μάγουλα κόκκινα απ’ τη συστολή και το χαμόγελο κρυφό κι άστραψε ο τόπος ομορφιά! Και της πέρασε η πεθερά της στο λαιμό μια θηλιά λίρες χρυσές, αφού έσκυψε η Χάιδω και προσκύνησε και τους φίλησε το χέρι, πρώτα τον πεθερό της και μετά την πεθερά της. Και πέρασε κι ο πατέρας της στο Σωτήρη χρυσό σταυρό, με χοντρή καδένα, κι ας είχε τον βαφτιστικόν του. Έτσι πρόσταζε το έθιμο.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Τον Μάρτιο του 2016 ίδρυσα τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής», με εφαλτήριο την αγάπη μου για τις τέχνες και τον πολιτισμό αλλά και την ανάγκη μου για μια καλαίσθητη παρουσίαση και μια ευγενική διαχείριση και επικοινωνία και προς αυτή την ίδια τη λογοτεχνία αλλά και προς τους δημιουργούς της. Σε μία πορεία παγκοσμιοποίησης που όλα φαντάζουν να φτωχαίνουν, η πνευματική ένδεια είναι χειρότερη κατ’ εμέ. Η συναισθηματική στειρότητα. Η αναλγησία. Και έναντι αυτών μάχομαι. Όσοι αγαπάτε τη γραφή και μ’ αυτήν εκφράζεστε, είστε ευπρόσδεκτοι στη σελίδα μας. Μέσω της γραφής δημιουργούμε, επικοινωνούμε και μεταδίδουμε πολιτισμό. Φροντίστε τα κείμενά σας να έχουν τη μορφή που θα θέλατε να δείτε σε αυτά σαν αναγνώστες. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music