«Φωτιά στα Σαββατόβραδα», γράφει η Στεφανία Ρουλάκη

Είμαστε πόσο, τέσσερις σχεδόν μήνες στη δεύτερη καραντίνα, δηλαδή σε καρα-καραντίνα και εκτός όλων των άλλων δεινών, τα μαγαζιά ανοιγοκλείνουν, ενώ αυτό που με τσούζει πολύ εμένα, είναι ότι τα κέντρα διασκέδασης είναι παντελώς κλειστά. Θα μου πεις «εδώ ο κόσμος χάνεται, ψαρόβαρκες πού πάτε;» και θα σου απαντήσω ότι δίκιο έχεις. Άκου με όμως πριν με κρίνεις.

Είμαι γέννημα θρέμμα παιδί λαϊκό. Οδηγός φορτηγού τριάντα περίπου χρόνια. Ο δρόμος είναι το δεύτερο σπίτι μου. Μη σου πω και το πρώτο. Πιο πολλές ώρες έχω περάσει στη δουλειά, παρά με τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Για πότε μεγάλωσαν κι αυτά, ούτε και πήρα πρέφα. Ούτε το γυναικάκι μου έχω χαρεί, γιατί όταν γύρναγα από τη δουλειά, έπεφτα ξερός για ύπνο.

Για να είμαι ειλικρινής, δεν γύρναγα ακριβώς από τη δουλειά… Τις καλές εποχές, μαζί με τα υπόλοιπα τζιμάνια του σιναφιού, με το που παρκάραμε τα φορτηγά μας, γυρνάγαμε στο σπίτι που το είχαμε κάνει ξενοδοχείο, να τα λέμε κι αυτά -μεταξύ κατεργαρέων ειλικρίνεια-, κάναμε ένα μπανάκι, βάζαμε τα καθαρά και καλοσιδερωμένα μας ρουχαλάκια και παίρναμε σβάρνα τα μπουζουκομάγαζα. Η δυνατή μουσική, η νυχτερινή ζωή, το ντέρτι, ήταν το αντίδοτο στην πίεση της δουλειάς. Δεν ήταν λίγες οι φορές, ιδιαίτερα τότε που τα ξενυχτάδικα ήταν ανοιχτά καθημερινά, που γυρνάγαμε ξημερώματα σπίτι, να αλλάξουμε πάλι ρούχα και να φύγουμε κατευθείαν για δουλειά.

Μπορεί να έχουμε μεγαλώσει πια για τέτοια, όμως, αυτές οι εποχές μου έχουν λείψει. Η δουλειά παραμένει ίδια. Άντε, κοτσάρουμε και μια μάσκα για προστασία από τον κορωνοϊό και δεν τρέχει τίποτα. Μετά όμως, μαντρωνόμαστε στο σπίτι κι εκεί που είχαμε μάθει να ξεπορτίζουμε, τώρα μασάμε τα σίδερα. Πώς να το κάνουμε ρε μάγκα μου; Νιώθω σαν πεκινουά του καναπέ! Δεν μπορώ άλλο την παντόφλα! Σε λίγο, δε θα μου μπαίνει το σκαρπίνι.

Ένα μπουζούκι, λοιπόν, το γουστάριζα πολύ. Το έφερνα από εδώ, το έφερνα από εκεί, βούτηξα μια μέρα το αμάξι, πήγα σούπερ μάρκετ και πήρα τα ουίσκια μου, τα ξηρά καρπά μου και είπα στη γυναίκα μου να καλέσουμε την αδερφή της με τον άντρα της, που μένουν παραδίπλα και που είναι και ξηγημένα παιδιά, να έρθουν το Σάββατο το βράδυ να το κάψουμε. Δε θα έχουν να γυρίσουν πίσω στις έξι το απόγευμα -ήμαρτον δηλαδή- και θα περάσουμε φίνα!

Έχω φτιάξει μία λίστα με τραγούδια – “φωτιά στα Σαββατόβραδα”. Και τι δεν έχει μέσα. Κατερινιώ, Άντζελα, Νότη, Καρά, Νατασάκι, όλα τα σουξέ! Θα αρχίσω πρόγραμμα με καψουροτράγουδα. Θα πάμε στα ζεμπέκικα και θα περάσουμε στα τσιφτετέλια. Χαμός θα γίνει! Σα να το βλέπω ταινία. Το τραπέζι, μπροστά στην τηλεόραση, γιατί έχω συνδέσει το κομπιούτερ με δαύτη για να βλέπουμε και τα βιντεοκλίπ πρώτο τραπέζι πίστα και καλά.

Πού είχαμε μείνει; Α ναι! Το πιοτί με τα ξηροκαρπίδια και τους πάγους μπροστά μας, τσιγάρα να καίνε κρεμασμένα στα χείλη κι εγώ να τραγουδάω, όξω φωνή με ανοιχτό, λευκό πουκάμισο: “Δεν έχω περιθώρια, στενέψανε τα όρια, χωρίς καρδιά δεν θέλω να γυρίζωωωω. Σιγά-σιγά πεθαίνουμε, στα ίδια πάντα μένουμε, μα μια ζωή καλύτερη αξίζωωωωω. Σου δίνω πίσω, σου δίνω πίσω την αγάπη που μου δάνεισες, δώσε μου πίσω, δώσε μου πίσω τη ζωή μου και ξοφλάμεεεε”!

Ναι, ναι, ωραία πράγματα… Στάσου, μια στιγμή, τα λουλούδια δεν έχω σκεφτεί! Φτου σου. Δεν τρέχει μία. Να είναι καλά τα λουλουδάδικα. Θα πάω να πάρω γαρύφαλλα, πολλά όμως, να τα μαδήσουμε και να τα βάλουμε σε κάνα δυο καλάθια. Θα σηκώσουμε και τα χαλιά, μην τα κάνουμε και όλα μαντάρα κι έχω γκρίνιες…

Κι όταν το κέφι θα ανάψει, θα ρίξουμε και τις σβούρες μας και τα τσιφτετέλια μας και τα όλα μας. Δεν κρατιέμαι σου λέω! Και ούτε μάσκες, ούτε μηνύματα, ούτε αποστάσεις, ούτε απαγορεύσεις κυκλοφορίας… Όχι θα κάτσω να σκάσω! Τι ψυχοθεραπείες και κουραφέξαλα. Θα το ρίξουμε λίγο έξω, ακόμα και μέσα που είμαστε κλεισμένοι! Αλλιώς, μας βλέπω να τα σκάμε σε ψυχοφάρμακα. Αμάν ρε! Την ψυχή μας φάγανε!

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη