«Φωνής πέπλο», γράφει ο Γιάννης Βατικιώτης

Εγώ. Εγώ είμαι εγώ, εσύ είσαι εσύ και ο διπλανός μας που καπνίζει στο παγκάκι είναι σίγουρα κάποιος άλλος. Κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει αυτό, κανείς δεν μπορεί να σου πάρει και να μου πάρει το δικαίωμα της χρήσης και ιδιοκτησίας του ίδιου μας του εαυτού. Μου ανήκω, μου ανήκει το σώμα, το μυαλό και η καρδιά μου να τα ταΐζω, να σκέφτομαι και να τα χρησιμοποιώ όπως εγώ θέλω την κάθε μέρα της ζωής μου. Είμαι, είσαι, είμαστε κύριοι του εαυτού μας, η μόνη ιδιοκτησία μας.

Αυτό που προσδιορίζει τον εαυτό μας είναι σίγουρα οι πράξεις μας, οι επιλογές που κάνουμε στην καθημερινότητά μας, ορμώμενες φυσικά από τον εσωτερικό μας κόσμο, την ιδεολογία μας για τη ζωή, τις θεωρίες και τις παρορμήσεις μας, με λίγα λόγια τις σκέψεις μας, όλα αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που συντελούν το εγώ μας. Πόσο σίγουρος είσαι όμως ότι μέσα σε αυτό το σώμα, σε αυτές τις σκέψεις, είσαι μόνο εσύ; Είσαι πραγματικά ο κύριος του εαυτού σου, ο χειριστής της σκέψης  σου;

Από μικρό παιδί ήμουν κοινωνικός. Πάντα μέσα σε όλα. Μιλούσα, έτρεχα, έπαιζα και τσακωνόμουν αλλά κυρίως μιλούσα. Μιλούσα και άκουγα. Θεωρώ την ανθρώπινη επαφή από τα μεγαλύτερα δώρα που μας έκανε η φύση αλλά και τον μέγιστο πλάστη χαρακτήρων αφού μέσα από τον διάλογο και την ανταλλαγή απόψεων οι άνθρωποι δίνουν και παίρνουν κομμάτια του εαυτού τους στους άλλους και τούμπαλιν.

Μιλούσα, μιλούσα, καμιά φορά πλάτειαζα και άκουγα και έπαιρνα, κατάπινα πληροφορίες και σκέψεις άλλων, μέχρι που μια μέρα αφαιρέθηκα. Πάνω σε μια συζήτηση απλά αφαιρέθηκα από έναν τόσο δα μικρό ήχο, σαν να έτριζε μια πόρτα από γειτονικό διαμέρισμα στην ησυχία ενός βραδινού καλοκαιριού. Ήταν σαν κάποιος να είπε κάτι φευγαλέα, σιγανά και εσύ να μην το πρόλαβες, σαν έναν περαστικό που μιλάει στο τηλέφωνο στον πανικό του μετρό και εσύ το μόνο που άκουσες ήταν ένας ψίθυρος. Δεν μπορούσα να συμφωνήσω ή να διαφωνήσω με μια σκέψη που πέρασε τόσο γρήγορα από το κεφάλι μου, ειδικά όταν μιλάει τόσο καταραμένα χαμηλόφωνα, όταν δεν έχει το θάρρος της γνώμης της και δεν ορθώνει τον ανάστημά της μέσα μου για να μπει στην συζήτηση που διέκοψε, κάνοντας με να αφαιρεθώ. Το νεαρό της ηλικίας μου τότε μου επέτρεψε να μην της δώσω και πολύ σημασία και να συνεχίσω την  κουβέντα. Παιδική αθωότητα.

Άκουσα μια φωνή. Είναι σιγανή, ψιθυριστή, μα νομίζω την άκουσα. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που νομίζω πως άκουσα κάποιον να μιλάει σχεδόν δίπλα μου. Φυσικά είχαν περάσει πολλά χρόνια από όταν ήμουν μικρός και η κακή βραδιά μου σε συνδυασμό με την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ δεν βοηθούσε να καταλάβω τι έλεγε, ούτε και να θυμάμαι το επόμενο πρωί. Το μόνο που θυμόμουν ήταν ότι δεν μου άρεσε ο τόνος της και το ηχόχρωμά της. Ήταν βραχνή, στυφή και καλυμμένη από τον θόρυβο του μαγαζιού, σαν κάποιος να μιλούσε πίσω από ένα πέπλο, ένα διάφανο πέπλο που φιμώνει και αλλοιώνει τόσο τα χαρακτηριστικά του προσώπου τού ομιλητή όσο και την φωνή του. Μουρμούρισμα θα το έλεγε κανείς. Ήρθε και ξανάρθε στα επόμενα χρόνια το πρόσωπο με το πέπλο και δεν ρώτησα ποτέ ποιος είναι ή τι θέλει από εμένα. Έλεγε πάντα κάτι και έφευγε, δεν περίμενε να της μιλήσω ακόμα και αν το ήθελα. Το μόνο που κατάλαβα από την περίεργη φίλη μου ήταν ότι της άρεσε η μοναξιά, ότι δεν μπορούσε να είναι με άλλους με πολλούς, ότι προτιμούσε να είμαστε μόνοι. Έτσι απλά το ήθελε, να μου λέει κάτι που με ενοχλεί και να φεύγει, και να μην έχει αντίλογο, να μην κάνει κουβέντα, να περιμένει να κουραστώ από τον χορό, από το ποτό, από την δουλειά, να κάτσω σε μια καρέκλα.

Καθώς μεγάλωνα έμαθα να την αγνοώ, να την απωθώ, να την ξορκίζω με θετικές σκέψεις, με συζητήσεις, με φίλους και παρέες αλλά και με σχέσεις. Κατάφερα να καταλάβω ότι ένα καλό φίμωτρο για το στόμα της ήταν οι σχέσεις. Τα συναισθήματα, βλέπεις, πάντα όριζαν και διαμόρφωναν την καθημερινότητά μας με τέτοιο τρόπο που δεν σου άφηναν και πολλές ευκαιρίες να μείνεις μόνος, να κάτσεις να σκεφτείς το οτιδήποτε πέρα από τον άνθρωπο που έχεις επιλέξει να έχεις δίπλα σου.

Δύσκολα θα βρεθείς μόνος όταν έχεις κάποιον, δύσκολα θα έρθει. Η τελευταία μου βέβαια της άρεσε. Ήταν μια σχέση δύσκολη, όμορφη, ρομαντική, μα δύσκολη. Προσπάθησε πολύ να την κρατήσει μακριά και μπορώ να πω ότι το έκανε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, μα η παλιά μου φίλη ήξερε τα πάντα για εμάς, για εμένα. Ήξερε ότι δεν θα αντέχαμε, ότι δεν θα άντεχα, ότι δεν μπορούσε και περίμενε υπομονετικά στη γωνία τρίβοντας τα χέρια της σε κάθε διένεξη, σε κάθε τσακωμό, σε κάθε βράδυ.

Τα πράγματα έχουν πια πάρει την φυσική τους ροή και κάθομαι στο μπαλκόνι μου απαλλαγμένος από τα βάρη και τις χαρές που μπορεί να προσφέρει ένας άλλος άνθρωπος στη ζωή σου. Είναι αργά, έχει ησυχία και πίνω μόνος το ποτό μου πριν κοιμηθώ. Άκουσα μια φωνή. Τώρα σίγουρα την άκουσα. Και δεν μπορώ να αφαιρεθώ τώρα από καμία κουβέντα και συνεχίζει να μιλάει κάτω από το διάφανο πέπλο της, μόνο που τώρα έχει πια τόση ησυχία που την ακούς καθαρά και σου τα λέει όλα. Όλα όσα δεν ήθελες να ακούσεις, όλα όσα έκανες λάθος, όσα έκανες σωστά, όλα όσα σου συνέβησαν από μικρό παιδί και εσύ να προσπαθείς να της θυμίζεις, να σου θυμίζεις ότι δεν έφταιξες σε όλα και να της τα λες βουβά μα αυτή να μιλάει. Να μιλάει και να μιλάει και να μιλάει, σχεδόν να πλατειάζει όπως πλάτειαζες εσύ όταν ήσουν παιδί. Την επόμενη μέρα με ακολούθησε στο διάλειμμα της δουλειάς και μετά στο αμάξι. Μου είπε ότι δεν την πειράζει πια να είναι και άλλοι γύρω μας γιατί πια την άκουσα, της έδωσα το ελεύθερο να μιλάει ακόμα και αν μου μιλάνε και άλλοι. Μου είπε ότι τώρα πια θα αφαιρούμαι πιο συχνά και ότι θα ακούω λιγότερα από όσα μου λένε οι άλλοι παρ’ όλες τις καλές προθέσεις τους.

Ένα βράδυ μεθυσμένος από την έλλειψη του ανθρώπου μου, με χτύπησε. Με πλήγωσε με λόγια μου, με πράξεις μου, με λάθη μου και με στιγμές μας. Έχοντας φτάσει στο τέλος της ανθρώπινης υπομονής μου αποφάσισα να λογαριαστούμε μια και καλή. Ποια είσαι και τι θέλεις.

Μου συστήθηκε σαν μοναξιά. Μου είπε ότι έχει πολλά ονόματα. Ότι μπορώ να διαλέξω αν θέλω. «Δεν είμαι άνθρωπος, ούτε και ιδέα. Δεν είμαι αντίληψη, ούτε και θεωρία. Ήμουν εκεί όταν γεννήθηκες, είμαι και θα είμαι εκεί μέχρι να φύγεις. Τώρα μεγάλωσες και το ποδήλατο σου είναι μικρό πια για εσένα, ο δρόμος έχει πια φανάρια, τελειώσανε οι αλάνες. Είμαι η σκιά που δεν χρειάζεται τον ήλιο, είμαι η ευθύνη της ανευθυνότητας τού κόσμου, το τραγούδι στο γράμμα, στο πρώτο σου φιλί, είμαι ο ίσκιος σου.»

 Έβγαλε το πέπλο και άνοιξα τα μάτια.

Κοιτούσα στον καθρέφτη.

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music