«Φτου ξελευθερία», ένα ευθυμογράφημα της Λένας Μαυρουδή Μούλιου

«Χαμηλό βαρομετρικό» εξαγγέλλουν οι μετεωρολόγοι, ο ουρανός ταβάνι και η Κυριακή πιο συννεφιασμένη και από εκείνην του ΤΣΙΤΣΑΝΗ. Καπάκι, η Συμφωνία της μουρμούρας σου a capella, να κάνει έναρξη της συναυλίας παρέα με τη θεία Λένα «καλημέρα σας παιδιά», πολύ πριν την άλλοτε κανονική ώρα της εκπομπής. Χιλιοστή επανάληψη.

Κυριακή Αργία. Μάλιστα.

Για λέγε μας λοιπόν Κατίνα μας τι έχεις και μουρμουράς σε la minore;

«Πώς να αντέξω ο χορευτής σ’ αυτήν την εξωγήινη κατάσταση; Να το ξέρεις Κατίνα, θα ‘ρθει γρήγορα η στιγμή που θα σαλτάρω και τότε πες μου αν βρεθεί άγιος χριστιανός να πάρει τη θέση μου ακούγοντάς σε να μουρμουράς non stop, έτσι όπως είσαι κι ελόγου σου με το ‘να πόδι στον τάφο!»

«Θανάση σκάσε και άκου με.

Δεν την αντέχω άλλο αυτήν την εφιαλτική κλεισούρα. Έχει τις ανέσεις της, δεν λέω. Ούτε σύγκριση με εκείνην της Κατοχής προς αποφυγήν των βομβών. Ναι, μα τότε είχαμε Πόλεμο και μάλιστα Παγκόσμιο. Τώρα πόλεμο έχουμε και δεν  τον πήρα χαμπάρι;»

«Αμέ και τι έχουμε λες; Πανδημία, παγκόσμια επίθεση εναντίον της ανθρωπότητας από έναν μικρό το δέμας αόρατο εχθρό, που μας παίζει μονότερμα στο δικό του γήπεδο.

»Όμως μιαν απορία βρε Κατίνα μου την έχω. Εσύ, μέχρι πριν τις απαγορεύσεις και τους αναγκαστικούς εγκλεισμούς, αρνιόσουν να βγεις και μέχρι την ηλιόλουστη αυλή μας, σε σημείο να ξεχνάς πλείστες όσες φορές το  φαγητό στη φουφού και να τη βγάζουμε με ψωμοτύρι, το μεν πρωί εξ αιτίας των πρωινάδικων εκπομπών της T.V. και τον  γοητευτικό Σεφ διδάσκοντα πώς μαγειρεύεται σωστά το ιμάμ μπαϊλντί και πώς η κολοκυθόπιτα, σε συνταγή της αξεπέραστης μαγείρισσας, που ήταν η συγχωρεμένη η γιαγιά του. Τη δε ώρα της μεσημεριανής σιέστας, επί ποινή εξοστρακισμού εκ της οικίας, εκείνου του αφελούς που θα τολμούσε να διαταράξει την ιερή ώρα της κοινής ησυχίας, εξαιρουμένων των τηλεφωνικών διαφημιστών που δε σέβονται μήτε ιερά μήτε όσια, αλλά είναι και αυτοί σαν τον ιό, αόρατοι και δεν τιμωρούνται.

»Να συνεχίσω;

»Μόλις ξυπνήσεις, καφεδάκι ελληνικό, βαρύ γλυκό μερακλίδικο, να διώξει τα τελευταία νέφη του ύπνου και στρώσιμο στην T.V. για τις απογευματινές ειδήσεις. Ακούς με προσήλωση τα όσα θλιβερά συμβαίνουν ανά την υφήλιο, αλλά αυτά δεν αφορούν ΕΜΑΣ. Το δικό μας πρόβλημα είναι η κλεισούρα.

»Μετά, η άλλη ιερή στιγμή, αυτή της τούρκικης σειράς -τη βλέπεις ανερυθρίαστα, σαν δε ντρέπεσαι γυναίκα-, ακολουθεί μια Ελληνική -για να μην έχουμε και ρατσιστικές διαμαρτυρίες- ακολουθούν οι ειδήσεις των εννιά και κατεβάζεις ρολά στις μισές από δαύτες, γιατί πλέον είσαι κατάκοπη(!). Αμέσως  μετά, αφήνεσαι να σε πάρει αγκαλιά ο Μορφέας. Να σκεφτεί κανείς ότι χαρίσαμε τον σκυλάκο μας τον Άρη στην φίλη μας την Αργυρώ, γιατί δεν είχαμε χρόνο για την περιποίησή του.

»Τώρα, λοιπόν, τι σε έπιασε και τα έβαλες με τους αρμόδιους, που στο κάτω-κάτω μάχονται αυτοί μόνον για την διαφύλαξη της πολύτιμης υγείας μας;

»Μέχρι πρότινος νομίζαμε ότι ο ύπουλος αυτός εχθρός της ανθρωπότητας τα είχε βάλει με εμάς τα γερόντια, ίσως για να ελαφρύνει τη Γη από τον υπερπληθυσμό της. Βλέπουμε όμως ότι δεν εξαιρεί κανέναν άνθρωπο, ακόμη και ζώα, όπως τα δύστυχα μινκ, που αποφασίστηκε ο αφανισμός τους.

»Κάποιος συνάνθρωπος έριξε στο τραπέζι μιαν ιδέα, μιαν υποψία, μη και καλά ο ιός τα έχει βάλει ακόμη και με τον εαυτό του και μακάρι να μην διαψευστεί και να αυτοκαταστραφεί -τα παραμύθια ανέκαθεν γοήτευαν το πλέον ανόητο, το πλέον εύπιστο ον της πανίδας. Να λοιπόν,  που ένας επουσιώδης μικροοργανισμός τού πήρε τα ηνία σε πονηράδα και μόλις ο επιστήμονας αναφώνησε τρεις «σε έπιασα», ο ιός, που του την είχε φυλαγμένη, πήρε άλλη μορφή και μην τον είδατε. Οι αρμόδιοι, λοιπόν, φροντίζουν για εμάς, εμείς γιατί να τους πηγαίνουμε κόντρα; Θέλεις να βγεις από το σπίτι, ξέροντας ότι ο άρχοντας του Σκότους καιροφυλακτεί κάπου απ’ έξω στην αυλή μας, μη σου πω και μέσα απ’ αυτήν!»

«Θανάση, δεν ξέρω τι λες, αλλά εγώ αύριο θα πάω στο κομμωτήριο και γαία πυρί μιχθήτω. Δεν μπορώ να βλέπω τα μαλλιά μου έτσι.  Κι εσύ δεν είσαι ο Σακελάριος να μου τραγουδάς «Άσε τα μαλλάκια σου ανακατωμένα».

Χθες μου είπες, όχι… θυμάσαι τι μου είπες απαξιωτικά; «Ρε συ Κατίνα, πώς είναι έτσι τα μαλλιά σου; Μήτε σχήμα έχουνε, μήτε χρώμα. Βρε μπας και έβαλες περούκα;» Εγώ τι θέλεις να κάνω μετά από αυτό; Όχι πως δεν είχες δίκιο, αλλά βρε άντρα μου, λίγο τακτ από καιρού σε καιρό, το συστήνει και σαβουαρολόγος Ζαμπούνης!»

«Μα καλά βρε κορίτσι μου… Κορίτσι!… Λέμε τώρα… Από αυτά που ακούς στις ειδήσεις, τίποτα, μα τίποτα, δεν τυπώνεται στο μυαλό σου;

Και τα κομμωτήρια  κλειστά, δυστυχώς».

«Ε και; Το ξέρω. Θα πάω ιδιωτικά στο σπίτι της Φωφώς, κατόπιν ραντεβού. Να ’ναι καλά το κορίτσι, επιτελεί κοινωνικό έργο».

«Εγώ βρε γυναίκα μου δεν υποφέρω λες που μου στερούν το υπέρτατο αγαθό,  αυτό της ελευθερίας;

»Πώς αφήσαμε όμως τη ζωή μας να κυλήσει έτσι άσκοπα, κλεισμένοι σε τέσσερις τοίχους;

»Θυμάμαι κάτι Κυριακάτικα δειλινά που πηγαίναμε στο Άλσος του Πεδίου του  Άρεως να απολαύσουμε τον Γιώργο Οικονομίδη ή να γευτούμε μια πάστα Σεράνο στο Πέτρογραδ του Νίκυ Γιάκοβλεφ, που η γλύκα της  στοίχειωνε τον ουρανίσκο μας μέχρι την επόμενη Κυριακή!

»Βέβαια, αυτά τα λέω τώρα. Γιατί και τότε όλο και κάτι βρίσκαμε για να μουρμουράμε. Είπαμε, αλλοπρόσαλλο ον ο άνθρωπος, ανικανοποίητο, επαναστατικό, ηρωικό, και… και… και…

»Επί τη ευκαιρία να πω  και κάτι που είχα διαβάσει και μου έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση που ο σκληρός δίσκος της μνήμης μου δεν του έκανε delete: «Ο ήρωας έχει μια δόση τρέλας. Την ώρα της ηρωικής του πράξης δε σκέπτεται τον θάνατο, ή τον  κίνδυνο της παρατολμίας του, εκείνη τη στιγμή δεν είναι του κόσμου τούτου. Γι’ αυτό και μετά, αν επιζήσει, αναρωτιέται και ο ίδιος, πώς ήταν ανθρωπίνως δυνατόν να κάνει ότι έκανε». Λες να κόλλησες αυτό το μικρόβιο;

»Και για να κλείνουμε την ωραία τούτη κουβέντα να πω, ότι μπορεί κάποιος να μη νιώθει ελεύθερος, κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού του, ενώ αντίθετα να νιώθει ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ, φυλακισμένος σε ανήλια φυλακή, με την καρδιά και την ψυχή του να φτερουγίζουν αδέσμευτα, με την αίσθηση ότι υπήρξε δίκαιος.

»Υποκειμενική η έννοια της ελευθερίας. Για κάποιον αρχίζει εκεί που για κάποιον άλλον τελειώνει για χ λόγους.

»Καλή σου μέρα Κατίνα, δική σου η ζωή, εσύ αποφασίζεις αν την θέλεις, ή  αν επιθυμείς να την δωρίσεις στον τσαχπίνη μικροοργανισμό, που έχει στήσει παγανιά εκεί έξω, σε όλους μας…»

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music