«Φοίβος», γράφει η Μαριάννα Γληνού

Πάντα με τον εαυτό του κανείς μιλά τις πιο σταράτες κουβέντες. Τις πιο αληθινές. Το κέντημα αρχίζει να γίνεται λάθος απ’ τη στιγμή που νομίζεις πως με τον ίδιο τρόπο μπορείς τις σκέψεις να τις βάλεις σε λέξεις. Εκεί, καρδιά μου, φαίνεται, θολώνει το μάτι και το μετρητό της βελονιάς χάνεται. Κι άντε έχοντας κεντήσει το μισό καμβά, να πάρεις είδηση το λάθος και να θαρρευτείς το ξήλωμα… Αρχίζουν να ιδρώνουν τα χέρια, νερώνει η κλωστή, τεντώνει το ύφασμα, χάνεις την υπομονή σου, αρχίζεις να τραβάς, ξεβάφει και κομματάκι η κλωστή στα βρεγμένα σου δάκτυλα, παίρνεις το ψαλιδάκι και νιώθεις πασάς! Σαν ταξιδιώτης που έκοψε κάβους. Σε πλοία φορτηγά, μεγάλα, θηρία, φορτωμένα άδικους κόπους…

Για όλους, μα όλους, φτάνει η στιγμή που αυτά που μολογάνε με λέξεις ακαταλαβίστικες από τους πάντες, φτάνει λοιπόν η στιγμή λέω που στα λόγια αυτά για απάντηση δεν ακούγεται μήτε ένας ψίθυρος. Η ζυγαριά δείχνει μηδέν. Κι η εξίσωση με λύση δεκτή. Αν τώρα, εσύ έχεις σπαταλήσει μια ζωή, τι; Δικιά σου ήταν και κλαις; Κλαίνε οι κόκκοι της άμμου  όταν τα καλοκαίρια, έχοντας χαρεί τη δροσιά της, κάθεσαι εκεί στην άκρη της και παίρνοντας φούχτες άμμο, να ζεσταθεί το χέρι σου, να χαρείς το λαμπύρισμα των μικρών χρυσοκίτρινων κόκκων, τους αφήνεις σιγά-σιγά να πέσουν λίγο πιο δίπλα, αλλάζοντας στιγμιαία κι ανερώτητα τη  μορφολογία της παραλίας;  Σε κράτησε κανείς υπεύθυνο για αυτήν την αυθαίρετη ελευθερία να μετακινήσεις μια φούχτα άμμο μόνο και μόνο για να την χαρείς; Γιατί κλαις πάνω απ’ το χυμένο γάλα; Κόκκος της άμμου είσαι μανίτσα μου, στα χέρια του Θεού!

Αυτόν τον επικαλείτο η αφεντιά του σε στιγμές που στράβωνε το κέντημα. Με πολλή ευρηματικότητα στις λέξεις. Άφριζαν μέσα απ’ το στόμα οι λέξεις σα θεριά, απλώνονταν στον χώρο σα μεγάλοι φόβοι, έλεγες, θα αφρίσει, θα αφρίσει, θα ξεθυμάνει το θεριό, θα γίνει και πάλι ησυχία… Πόσο μεγάλες οι φωνές των ανθρώπων μπορούνε  να γίνουν! Να κυνηγάνε τη ζωή στο κατόπι κι εκείνη πάντα να τους ξεφεύγει. Γι’ αυτό, λέω, πως γίνονται οι άνθρωποι θεριά. Για κείνο που νομίζανε και δεν τους βγήκε έτσι…

Ή θεριά, ή θύματα. Μέσο δεν έχει. Ανάμεσα σε τούτους δω τους πόλους κουτρουβαλιάζεται  καθημερινά η ζωή στην αξία της. Στην απλότητά της. Στο μεγαλείο της. Στη δύναμή της. Όλοι μας χάνοι. Και πριν και μετά από μας θα έχει. Εμείς νιώθουμε σπουδαίοι και υπερ-εκτιμάμε αυτό που μας ανήκει. Πού πας ρε Καραμήτρο; Εσύ κι άλλος κανείς; Και το μωβ, ψιλό ανθάκι στο ατίθασο χορτάρι του κήπου σου, τίποτα; Το κουβαδάκι σου, το φτυαράκι σου, η τσουγκρανίτσα σου και πάπαλα; Εκεί τελειώνει ο κόσμος; Κι εκείνα τα έρημα τα σπουργίτια που ‘βαζες στόχο με τη σφεντόνα; Από πούθε ήρθαν και στάθηκαν αντίκρυ σου για να ‘χεις εσύ να στοχεύεις;

Συνέβαινε λοιπόν κάτι απόλυτα παράλογο. Αυτόν  τον άνθρωπο, ίδια αφρισμένη θάλασσα με νοτιά, αυτόν τον  Φοίβο της, τον μισούσε. Ένα μίσος που φωλιά είχε τον φόβο. Κι έναν φόβο που’ χε για μάνα , για αδελφή , για θεία, για ολόκληρο σόι την  ανάγκη.  Τον φοβόταν όταν άφριζε και κύματα θεόρατα έπεφταν πάνω της το’ να μετά τ’ άλλο κι ανάσα δεν έπαιρνε να φωνάξει: «Πνίγομαι! Βοήθεια!» Λέτε να νοιάζονται τα κύματα για τους ανθρώπους που πνίγουν; Μα τον αγαπούσε κιόλας. Μοναδικά. Απόλυτα. Έτσι όπως αγαπάνε οι μάνες μόνο. Ο Θεός δεν την είχε τιμήσει με το δώρο του. Δεν είχε, παρότι είχε μετρημένες αρκετές προσπάθειες,  καταφέρει να έχει ένα δικό της παιδί. Ένα μέρος της, ένα κομμάτι της,  από το σώμα της βγαλμένο. Όμως, την είχε φωτίσει να σκεφτεί να υιοθετήσει ένα. Από αυτά που μένουν και περιμένουν λιγάκι απ’ αγάπη. Και τ’ όνομα αυτού Φοίβος. Το φως στη ζωή της. Η ελπίδα της. Η χαρά της. Η συνέχειά της. Γιός της Λητούς, θεάς της έναστρης νύχτας. Έλαμπαν τ’ αστέρια στις άκρες από τα καστανόξανθα σγουρά μαλλάκια  του Φοίβου σαν ήταν μικρός. Κι έλαμπαν κι οι μέρες της. Ποια μάνα δεν νιώθει βασίλισσα κρατώντας στα χέρια της το παιδί της;  Σαν πριγκιπόπουλο μεγάλωνε το καμάρι της. Εξοπλισμός δωματίου και ρουχισμός από τα καλύτερα κι ακριβότερα μαγαζιά. Λάμψη και φωταγώγηση του σπιτιού τις μέρες που γιόρταζε, ετοιμασίες, ζωντανή ορχήστρα να συνοδεύει τις φωνές των παιδιών, μπουφές πλούσιος με λογιών- λογιών λιχουδιές, διακοσμημένες σε παιδικά σχέδια, απαραίτητα ελεγμένης ποιότητας,  και δωράκια στο τέλος της φιέστας για κάθε παιδάκι, να ευχαριστήσουμε για την παρουσία. Ή άλλες, ακόμα περισσότερη χλιδή. «Έκλεινε» μία από τις πιο ακριβές αίθουσες για διοργάνωση πάρτυ, με μπουφέ ανάλογο, έναν για τους μικρούς κι έναν για τους μεγάλους που συνόδευαν. Άρχιζε  από καφέ και βουτήματα και κατέληγε σε μεσημεριανό , εμφιαλωμένα κρασιά, κόκκινο κι άσπρο,  για να καλυφθούν όλα τα γούστα. Πώς το λέει εκείνη η αθυρόστομη παροιμία; «Γαμιέσαι νύφη χαίρεσαι, θα ‘ρθει κι ο καιρός της γέννας». Ε, ήρθε, δεν θα ‘ρχόταν;  Έχει βγει απ’ το στόμα καμιάς και δεν το ξέρω;  Μόνο η Αθηνά από το κεφάλι του Δία. Αλλά αυτοί ήταν Θεοί. Κι αυτός άντρας. Και μάλλον και χοντροκέφαλος γιατί η μυθολογία δεν αναφέρει καμία μόνιμη βλάβη μετά το πέρας της γέννας!

Πέρασε λοιπόν ο καιρός, όπως περνάει πάντα. Στιγμή στη στιγμή και ξαφνικά έχεις γεράσει. Φορτωμένος τα γονίδιά σου και τις ανημποριές σου. Τα πάρτυ σχολασμένα .Άλλα τώρα. Φουρτουνιασμένα. Ανήμπορα. Ποιους κάβους να κόψεις;  Κι αν τους κόψεις, τι; Αφού το τσιμέντο του λιμανιού είσαι πια. Σε πατάνε κάθε μέρα χιλιάδες επιβάτες όνειρα που έντυσες χρυσοποίκιλτα, λες και σου ζητήσανε χλίδα και πρώτο τραπέζι πίστα… Τα παιδιά, αγάπη θέλουν και νοιάξιμο. Όχι παροχές σε είδη.  Ήθελες τα και παθές τα. Χέστα. Να είσαι περασμένος , ανήμπορος, με το μυαλό σκαλωμένο στην αίγλη ενός χτες που είναι φευγάτο, να νιώθεις πως έπραξες τίμια και με μπούσουλα την ψυχή σου και την ανάγκη σου να προσφέρεις και να καταλήγεις να ζεις ανάμεσα σε μπόρες. Αχ, κυρά Νίτσα μου!  Ήλιους ήθελες να φέγγουν στη ποδιά σου! Να ακούνε το τραγούδι σου. Να σε φωτίζουν απαλά τις νύχτες, να σε ζεσταίνουν με τα χνώτα τους  τα φθινόπωρα κι εσύ ν’ αχνίζεις με  την αγάπη σου, να σε καλομαθαίνουν τα καλοκαίρια, μετριάζοντας τη δύναμή τους, και τις άνοιξες, εκεί στο λιόγερμα να σε μπουκώνουν ζεσταμένο άρωμα από βιολέτες και γιασεμιά ανθισμένα…  Ό,τι δόθηκε στον καθένα μας. Αχ, Νίτσα! Αυτό μόνο!

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Τον Μάρτιο του 2016 ίδρυσα τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής», με εφαλτήριο την αγάπη μου για τις τέχνες και τον πολιτισμό αλλά και την ανάγκη μου για μια καλαίσθητη παρουσίαση και μια ευγενική διαχείριση και επικοινωνία και προς αυτή την ίδια τη λογοτεχνία αλλά και προς τους δημιουργούς της. Σε μία πορεία παγκοσμιοποίησης που όλα φαντάζουν να φτωχαίνουν, η πνευματική ένδεια είναι χειρότερη κατ’ εμέ. Η συναισθηματική στειρότητα. Η αναλγησία. Και έναντι αυτών μάχομαι. Όσοι αγαπάτε τη γραφή και μ’ αυτήν εκφράζεστε, είστε ευπρόσδεκτοι στη σελίδα μας. Μέσω της γραφής δημιουργούμε, επικοινωνούμε και μεταδίδουμε πολιτισμό. Φροντίστε τα κείμενά σας να έχουν τη μορφή που θα θέλατε να δείτε σε αυτά σαν αναγνώστες. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music