«Φερνάντο Αραμπούρου», γράφει ο Τόλης Αναγνωστόπουλος

Φερνάντο Αραμπούρου/Μικρό βιογραφικό

Ο Φερνάντο Αραµπούρου γεννήθηκε στο Σαν Σεµπαστιάν το 1959. Σπούδασε ισπανική φιλολογία στο Πανεπιστήµιο της Θαραγόθα και από το 1985 ζει στη Γερµανία. Υπήρξε µέλος του Grupo CLOC de Arte y Desarte. Είναι ένας από τους σηµαντικότερους Ισπανούς πεζογράφους. Έχει τιµηθεί, µεταξύ άλλων, µε το Βραβείο Biblioteca Breve 2014 για το Avidas Pretensiones, καθώς και µε το Βραβείο της Βασιλικής Ισπανικής Ακαδηµίας, το Βραβείο Mario Vargas Llosa και το Βραβείο Dulce Chacόn για τη συλλογή διηγηµάτων του Los peces de la amargura (2006). Για τα Χρόνια της βραδύτητας (Anos Lentos, 2012, Εκδ. Πατάκη, 2020) έχει τιµηθεί µε το Bραβείο Tusquets και το Βραβείο Βιβλιοπωλών της Μαδρίτης. Το 2016 κυκλοφόρησε το µυθιστόρηµά του Patria (Πατρίδα, Εκδ. Πατάκη, 2018), βιβλίο που θεωρείται ήδη ένα από τα σηµαντικότερα ισπανόφωνα βιβλία της εποχής µας. Μεταφράστηκε σε περισσότερες από 35 γλώσσες και έχει τιµηθεί µε κάποια από τα σηµαντικότερα βραβεία στις χώρες όπου έχει κυκλοφορήσει, ανάµεσά τους και µε το Athens Prize for Literature 2019 του περιοδικού δέκατα. Η Πατρίδα µεταφέρθηκε το 2020 στη µικρή οθόνη ως σειρά από το δίκτυο HBO Europe, σε συνεργασία µε το HBO Latin America, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Aitor Gabilondo.

Αναλύοντας τον Αραμπούρου – Συγγραφικό ισοζύγιο

Καιρό ήθελα να γράψω για τον συγκεκριμένο συγγραφέα αλλά πάντα το ανέβαλλα για δύο  λόγους. Ο πρώτος είναι γιατί θεωρούσα -και θεωρώ- πως η κριτική μου ματιά  θα είναι κατώτερη του τεράστιου συγγραφικού επιτεύγματος του συγγραφέα. Ο δεύτερος αφορά τη στενή μου σχέση με τη χώρα των Βάσκων και τη δυνατή φιλία που έχω αναπτύξει με δύο οικογένειες εξ αυτών, οι οποίες -όπως και στην «Πατρίδα»- έχουν διαφορετικές θέσεις για το ρόλο της ΕΤΑ και τον τριακονταετή ένοπλο αγώνα της με στόχο την ανεξαρτησία.

Αρχικά επιτρέψτε μου μια μικρή «ξενάγηση» στη χώρα των Βάσκων για να μπούμε και στο κλίμα των δύο τελευταίων βιβλίων του συγγραφέα. Ξεχάστε τον καυτό ήλιο και το μεσογειακό κλίμα. Η χώρα των Βάσκων είναι μια σκληρή καταπράσινη γη, με ορεινούς όγκους που χτυπιέται από τον ωκεανό, τον άνεμο και το μόνιμο χαρακτηριστικό της, χειμώνα – καλοκαίρι, είναι το «σιριμίρι», το ασταμάτητο και εκνευριστικό ψιλόβροχο. Αυτό που απεικονίζεται και  στα δύο εξώφυλλα (Πατρίδα, και Χρόνια της βραδύτητας). Ειδικά στο πρώτο, η βροχή που πέφτει στην κόκκινη ομπρέλα (συμβολισμός του αίματος) αποτελεί την καλύτερη παρουσίαση του έργου.

Είναι λαός σκληρός, καταπιεσμένος από την κεντρική ισπανική κυβέρνηση και με νωπές τις μνήμες του εμφυλίου. Πολύ δεμένες οικογένειες, κυρίως μητριαρχικές, με τη γυναίκα να μην είναι ποτέ υπό (το αντίθετο θα έλεγα). Και με ένα μόνιμο αίτημα για ανεξαρτησία. Τα τελευταία χρόνια στα επίσημα αιτήματά τους προτάσσουν δύο δικά τους  χαρακτηριστικά, που τους κάνουν να ξεχωρίζουν: Τη γλώσσα και την ομάδα αίματος (ισχυρίζονται πως η πλειοψηφία αυτών έχει Rhesus).

Αυτή η εισαγωγή ίσως  βοηθήσει να καταλάβετε καλύτερα το γενικότερο κλίμα και την ψυχοσύνθεση των πρωταγωνιστών. Τα χρόνια της βραδύτητας είναι ένα πιο ανάλαφρο βιβλίο σε σχέση με την Πατρίδα καθώς αποτελεί την εξομολόγηση μιας ιστορίας ενός Βάσκου στον ίδιο τον Αραμπούρου  με σκοπό ο δεύτερος να την κάνει βιβλίο. Πολύ έξυπνο σαν σύλληψη. Το βιβλίο κυλάει σαν μια εύθυμη ιστορία προάγγελος σε όλα του μεγάλου μυθιστορήματος της Πατρίδας που είναι ναι μεν βαρύ και ασήκωτο σε πολλά σημεία, παραμένει δε -κατά την προσωπική μου άποψη- το βιβλίο της δεκαετίας στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Και θα μου επιτρέψετε με βάση αυτό να στηρίξω την ανάλυσή μου στον Αραμπούρου.

Ο Αραμπούρου είναι  μια  κατηγορία συγγραφέα από μόνος του. Τρομερή αφηγηματική τεχνική, λιτή γραφή, χωρίς έντονα συναισθηματικά ξεσπάσματα αν και στα βιβλία του καταπιάνεται με δύσκολα θέματα και ειδικότερα το θέμα της ΕΤΑ, που κάνει τζιζ.  Στο Πατρίδα δεν είναι αυτός ο άρχων και ο ξερόλας αφηγητής. Κάνει ένα παμπόνηρο τέχνασμα βάζοντας εννέα αφηγητές τα μέλη των οικογενειών να πουν την ιστορία καθένας με το δικό  του τρόπο, τις δικές του πεποιθήσεις και εμμονές, τα δικά του στερεότυπα και κόμπλεξ.  Έτσι πετυχαίνει, αν και από απόσταση, μια ψυχολογική εμβάθυνση στους ήρωές του, οι οποίοι και κινούν τα νήματα σαν μαριονέτες τόσο  αριστοτεχνικά, που νομίζεις ότι κάθε ένας από αυτούς έχει γράψει τη δική του νουβέλα μέσα σε ένα μεγάλο μυθιστόρημα.

Ο Αραμπούρου, χωρίς πολύ μπουρουμπούρου -παρά τις 714 σελίδες- παραδίδει στο αναγνωστικό κοινό ένα εξαιρετικό, πολυσύνθετο, πολιτικό και κοινωνικό μυθιστόρημα με λογοτεχνικές ακροβασίες, που όμως όλες μα όλες, του βγαίνουν. Πολλά ονόματα, πολλά μπρος-πίσω στο χρόνο, εναλλαγή αφήγησης από  τριτοπρόσωπη σε πρωτοπρόσωπη, αλλού εσωτερικός μονόλογος και αλλού κουτοπόνηρα και υπογείως  η ξεκάθαρη γνώμη του για τα γεγονότα.

Συγγραφικά guts στο φουλ όταν ο τύπος κινείται σε ναρκοπέδιο, όπως όλοι όσοι τολμούν να γράψουν για εμφύλιο. Στο μυαλό του έχει κατασταλάξει για  την ιστορία που θα πει και πώς θα την πει. Στα μάτια με πολυεστιακούς φακούς

θα την διηγηθεί από την οπτική γωνία κάθε ήρωα του μυθιστορήματος και στο χέρι με μια πένα που ζωγραφίζει χαρακτήρες και τα σκληρά τοπία της χώρας των Βάσκων.

Κανένας χαρακτήρας δεν είναι ιδιαίτερα συμπαθής, ούτε ιδιαίτερα αντιπαθής. Για όλες τις αντιδράσεις, εξηγούνται επαρκώς τα κίνητρά τους. Οι ήρωες, αν και μονολογούν, δεν κρίνουν ούτε κρίνονται. Λένε απλά την ιστορία από τη δική τους πλευρά.

Σαφώς υπερισχύει η προσωπικότητα των δύο γυναικών -Μπιτόρι και Μίρεν- οι οποίες αποτελούν τους δύο πυλώνες της αντιπαράθεσης. Με την ΕΤΑ ή με τους άλλους. Δεν υπάρχει ενδιάμεσο, ούτε μπορεί να υπάρξει σε χωριά που ο φόβος επικρατεί έναντι κάθε άλλου συναισθήματος. Και εκεί έρχεται ο τσαμπουκάς και τα κότσια της Μπιτόρι όταν γυρνάει στο χωριό που σκότωσαν το άνδρα της και αντί συμπόνιας εισπράττει αδιαφορία από όλους τους κατοίκους που την βλέπουν σαν τρελή (και ειδικά η Μίρεν, η παλιά επιστήθια φίλη της). Όχι, δεν θα τους κάνει το χατίρι θα μείνει εκεί, απέναντι από το σπίτι της πάλαι ποτέ κολλητής τους  οικογένειας. Εκεί που μάλιστα ένα μέλος της, ο Χοσέ Μάρι, κατηγορείται για τη δολοφονία του συζύγου της. Πηγαίνει καθημερινά στον τάφο του και του λέει ότι δεν θα φύγει αν δεν κάνει  τον Χοσέ Μάρι να ζητήσει συγγνώμη  για αυτό που του έκανε.

Μοναδική η αφήγηση των υπόλοιπων έξι εμπλεκόμενων μελών των οικογενειών. Καμία σχέση με την αμετακίνητη και σκληρή στάση των δύο μανάδων και τον ένοπλο αγώνα του Χοσέ. Τα παιδιά της Μπιτόρι φεύγουν μακριά μην μπορώντας να αντέξουν την κατάσταση αλλά ταυτόχρονα δεν μπορούν να ορθοποδήσουν και αλλού. Τα παιδιά της Μίρεν απεμπλέκονται τελείως από τον φανατισμό της και ο άνδρας της για να γλυτώσει τις εμμονές και την γκρίνια της, καταφεύγει σε ένα μικρό περιβόλι μιλώντας με τα κουνέλια του.

Προσέξτε το άλλο. Είπαμε στην αρχή για τη γλώσσα. Η Μπιτόρι, αν και βλέπει τον αγώνα για την ανεξαρτησία από απόσταση και μάταιο, μιλάει άψογα βασκικά. Ο Χοσέ Μάρι, επαναστάτης και ενταγμένος στην ένοπλη ομάδα, αισθάνεται μειονεκτικά που δεν μπορεί να μιλήσει καλά Βασκικά.

Ο συγγραφέας με το απόλυτο αυτό μυθιστόρημα περνά νοήματα όπως αυτά του φανατισμού, του φόβου, της πολιτικής εκμετάλλευσης, της διχόνοιας, του εθνικισμού και του ρόλου του παπαδαριού και των  αξιωματούχων της Καθολικής Εκκλησίας σε αυτόν, της τρομοκρατίας και το σημαντικότερο που είναι και η ουσία του βιβλίου:

Της συγχώρεσης.

Πάλι με μαεστρία την χειρίζεται ο συγγραφέας, χωρίς κορώνες για να μη φανεί τελείως κενός ο αγώνας του Χοσέ Μάρι. Με τη συνειδητοποίηση από αυτόν της ματαιότητας δεδομένου πως σε κάθε εμφύλιο χάνουν οι άνθρωποι, ο λαός  και από τις  δύο πλευρές.

Με πόσο μεγαλείο ψυχής περιγράφει όμως αυτή τη συγχώρεση ο Αραμπούρου; Με ένα γράμμα του Χοσέ Μάρι. Με ένα  βλέμμα  και μια γρήγορη αγκαλιά της Μίρεν στη Μπιτόρι.

Το πιο θετικό ισοζύγιο συγγραφέα από εμένα έως τώρα για τον Αραμπούρου. Κατάφερε να μου δώσει όλα τα παραπάνω που ανέφερα και να με βγάλει από το αναγνωστικό αδιέξοδο ετών δείχνοντάς μου ότι η μεγάλη λογοτεχνία επιτέλους επιστρέφει. Μα θα μου πει κάποιος, δεν έχει μειονεκτήματα;

Έχει, γιατί κανένα πολιτικό, ιστορικό μυθιστόρημα δεν μπορεί να ξεφύγει από τον υποκειμενισμό. Λένε ότι παίρνει  θέση κατά του αγώνα της ΕΤΑ και μάλιστα «έξω από το χορό» αφού ζει μόνιμα στη Γερμανία. Σε ένα βαθμό το κάνει, ναι. Γιατί αν  και περιγράφει παραστατικά τα βασανιστήρια των μελών της ΕΤΑ, προσπαθώντας να τηρήσει πολιτική ίσων αποστάσεων, δεν μας λέει το βασικό: Πώς ξεκίνησε ο επαναστατικός αγώνας της ΕΤΑ; Δεν μας λέει για την εκμετάλλευση και την καταπίεση της Κεντρικής Κυβέρνησης, που ακόμα και σήμερα σε κάποιο βαθμό το κρατάει  «μανιάτικο». Με χαμηλότερα κονδύλια από τον κρατικό προϋπολογισμό προς τους τρελούς Βόρειους. Με υπεροπτικό πάντα βλέμμα όταν τους αντιμετωπίζει στη Βουλή. Μετά από τόσα χρόνια και ένα απλό αίτημα των οικογενειών των μελών της ΕΤΑ παραμένει ανικανοποίητο. Η μεταφορά  τους σε φυλακές στη χώρα τους και όχι διάσπαρτους σε απομακρυσμένες φυλακές ανά την επικράτεια. Κάθε Παρασκευή μεσημέρι γίνεται πορεία από τις οικογένειές τους στο Μπιλμπάο αλλά η Κυβέρνηση κωφεύει.

 Άρα ο Αραμπούρου παίρνει σαφή θέση υπέρ μίας πλευράς;

Όχι αγαπητοί μου. Ο Αραμπούρου γράφει το εμβληματικό βιβλίο «Πατρίδα» παίρνοντας την πλευρά των θυμάτων και από τις δύο πλευρές.

Υ.Γ.: Βιβλία σαν το «Πατρίδα» πρέπει εμάς τους Έλληνες που ακόμα υπάρχει μέσα μας  ο πόνος, η καχυποψία, που δεν έχουμε καταφέρει να αποστασιοποιηθούμε ψυχολογικά από τις μνήμες του εμφυλίου, να μας αγγίζουν.  Έχουμε αυτό το κατακάθι μέσα μας, ναι, ισχύει. Αλλά έχουμε και την εμπειρία που λέει ότι στον εμφύλιο όπως και σε κάθε εμφύλιο δεν συγκρούστηκαν τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα αλλά οι αντιπρόσωποι αυτών, αθώα θύματα που έχυσαν το αίμα τους. Που, πολλές φορές  μάλιστα, είχε σχεδόν πανομοιότυπο dna.

Τα έργα μιλάνε, όχι τα λόγια

ΠΑΤΡΙΔΑ

Η “Πατρίδα”, το μεγάλο μυθιστόρημα της Χώρας των Βάσκων, είναι το μεγάλο μυθιστόρημα της εποχής μας.
Η ιστορία δύο πάλαι ποτέ στενά συνδεδεμένων οικογενειών, που κατασπαράχθηκαν μέχρι θανάτου, είναι η καρδιά της “Πατρίδας” του Αραμπούρου, που ανατέμνει τα γεγονότα τριάντα χρόνων στη Χώρα των Βάσκων, από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 έως το 2011, όταν η εθνικιστική και αυτονομιστική οργάνωση ΕΤΑ (Euskadi Ta Askatasuna) ανακοίνωσε την οριστική παύση της ένοπλης δράσης.
Την ημέρα που η ΕΤΑ καταθέτει τα όπλα, η Μπιτόρι πηγαίνει στο νεκροταφείο για να ανακοινώσει στον άντρα της πως αποφάσισε να γυρίσει στο χωριό και στο σπίτι τους, που εκείνη εγκατέλειψε μετά τον θάνατό του. Θα καταφέρει να συμβιώσει με όσους την παρενοχλούσαν πριν και μετά τη δολοφονική επίθεση που έφερε τα πάνω κάτω στη ζωή τη δική της και της οικογένειάς της; Θα καταφέρει να μάθει ποιος ήταν ο κουκουλοφόρος που μια βροχερή μέρα σκότωσε τον άντρα της, στον δρόμο για τη δουλειά του; Η παρουσία της Μπιτόρι θα διαταράξει την επιφανειακή ηρεμία του χωριού, κυρίως της γειτόνισσάς της, της Μίρεν, άλλοτε στενής φίλης της και μητέρας του Χόσε Μάρι, ενός φυλακισμένου τρομοκράτη και ύποπτου για τους χειρότερους φόβους της Μπιτόρι. Τι συνέβη ανάμεσα σ’ εκείνες τις δύο γυναίκες; Τι δηλητηρίασε τη ζωή των παιδιών και των συζύγων τους, τόσο δεμένων στο παρελθόν;
Με τις συγκαλυμμένες ρήξεις και τις ακλόνητες πεποιθήσεις της, με τις πληγές και τις παλικαριές της, η παράφορη ιστορία της ζωής τους πριν και μετά το χάσμα που άνοιξε ο θάνατος του Τσάτο μάς μιλάει για το ανέφικτο της λήθης και για την ανάγκη της συγχώρεσης σε μια κοινωνία διαιρεμένη από τον πολιτικό φανατισμό. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΒΡΑΔΥΤΗΤΑΣ

Στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ο οχτάχρονος Τσίκι πηγαίνει να ζήσει με τους θείους του στο Σαν Σεμπαστιάν. Μέσα από τα αθώα μάτια του παρακολουθούμε πώς κυλούν οι μέρες στην οικογένεια και στη γειτονιά: Ο θείος του ο Βιθέντε, άνθρωπος αδύναμου χαρακτήρα, μοιράζει τη ζωή του ανάμεσα στο εργοστάσιο και στο μπαρ, και στην πραγματικότητα κουμάντο στην οικογένεια κάνει η θεία του η Μαριπούι, γυναίκα με έντονη προσωπικότητα αλλά προσκολλημένη στις κοινωνικές και θρησκευτικές συμβάσεις της εποχής· η ξαδέρφη του η Μάρι Νιέβες ζει έχοντας συνεχώς το μυαλό της στα αγόρια, ενώ ο δύστροπος και λιγομίλητος ξάδερφός του Χουλέν, επηρεασμένος από τη συστηματική κατήχηση του ιερέα της ενορίας, προσχωρεί στην ΕΤΑ, που διανύει τα πρώτα στάδια της ζωής της. Η μοίρα όλων αυτών των ανθρώπων -κοινή με τόσων άλλων κομπάρσων της Ιστορίας, στριμωγμένων ανάμεσα στην ανάγκη και στην άγνοια- θα υποστεί, χρόνια αργότερα, μια δραματική αλλαγή. Εναλλάσσοντας τις αναμνήσεις του πρωταγωνιστή με τις σημειώσεις του συγγραφέα, τα Χρόνια της βραδύτητας προσφέρουν επιπλέον μια έξοχη απεικόνιση για το πώς η ζωή διυλίζεται για να μετατραπεί σε μυθιστόρημα, πώς η συναισθηματική ανάμνηση μεταμορφώνεται σε συλλογική μνήμη, ενώ η διαυγής γραφή αφήνει να διαφανεί το ζοφερό υπόβαθρο ενοχής πίσω από την πρόσφατη ιστορία της Χώρας των Βάσκων. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Και για το τέλος:

ΑΤΑΚΑ ΚΑΙ ΕΠΙΤΟΠΟΥ

Η βία δεν είναι η απάντηση, αλλά το πρόβλημα. Και αυτό δεν αφορά αποκλειστικά την Ισπανία. Με τη βία δεν οικοδομείται μια καλύτερη κοινωνία. Με τη βία γεννιούνται μόνο πόνος, ιστορικές αδικίες και περισσότερες συγκρούσεις. Δεν υπάρχει άλλο αντίδοτο από την αποδοχή νόμων που να είναι ίσοι απέναντι σε όλους, κάτι που συνεπάγεται τον σεβασμό τους, ακριβώς αυτό που καθιστά περιττή τη βία.

Είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι έξω από τη δημοκρατία ξεκινά η κόλαση, δηλαδή ο ολοκληρωτισμός, που κατά τη γνώμη μου σημαίνει παλινδρόμηση του πολιτισμού. Ωστόσο, η δημοκρατία (με την ισονομία, τους πολίτες με δικαιώματα, την ελευθερία της έκφρασης και τους ανεξάρτητους δικαστές) δεν παρέχεται από τη Φύση. Η δημοκρατία είναι μία από τις πιο όμορφες εφευρέσεις του ανθρώπου, πρέπει να τη μάθει και να τη φροντίζει. (Από συνέντευξη στη Γιούλη Τσακάλου στην Athens Voice 3-2-2021)

Είμαι της άποψης ότι πρέπει να  αναζητούμε και να καλλιεργούμε την ευτυχία στις πιο ταπεινές και καθημερινές μορφές της: ένα καλό κρασί, ένα εξαιρετικό βιβλίο, μια αγκαλιά, ένα άρωμα…

Εγώ δεν γράφω για να κερδίζω βραβεία. Τώρα, αν μου τα παραχωρούν, πηγαίνω να τα παραλάβω και να πω ευχαριστώ. Θεωρώ τα βραβεία ως μια χειρονομία αναγνώρισης για κάτι που κάποιος έχει προσφέρει σε άλλους, κάτι που κρίνεται ουσιαστικό, ακόμη και συναρπαστικό. Αυτό είναι όλο. Σκέφτομαι επίσης τους γονείς μου, οι οποίοι παίρνουν μεγάλη χαρά που το παιδί τους κερδίζει βραβεία και βγαίνει στις εφημερίδες.


[Πηγή φωτογραφίας: athensvoice.gr]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη