«Φασολάκια φρέσκα», γράφει η Λένα Μαυρουδή-Μούλιου

Καλωσορίζουμε απόψε στη Λόγω Γραφής τη νέα Σειρά διηγημάτων «Πέρσα Βουδούρη, η Ελληνίδα Miss Marple», με την υπογραφή της αγαπημένης μας συνεργάτιδας Λένας Μαυρουδή-Μούλιου.
Το αστυνομικό δαιμόνιο της Πέρσας Βουδούρη θα απολαμβάνουμε -μέσα από τις ιστορίες της Λένας- κάθε δεύτερη Τετάρτη στις 9 το βράδυ.
Καλή σας ανάγνωση!
Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα

 


Η Πέρσα, σηκώθηκε βαρύθυμη εκείνο το πρωινό, θες γιατί την πονούσαν τα πόδια και η μέση της, θες γιατί ήταν η μέρα της Λαϊκής, θες γιατί έπρεπε να κάνει γεμιστά όπως τής παρήγγειλε η κόρη  της, τελειωμό δεν είχαν τα ‘’θες’’.

Ξεχουζουρεύτηκε λοιπόν απρόθυμα και μουρτζούφλικα, έκανε έναν ντεκαφεϊνάτο  Λουμίδη, στη συνέχεια  το  ντους της και άρχισε τη  μέρα της που προμηνύονταν κουραστική.

‘’Αρχίζουμε από  τη Λαϊκή’’, είπε φωνακτά στον εαυτό  της. ’’Να πάω τώρα  το πρωί,  να βρω φρέσκες κολοκυθοκορφάδες να τις τηγανίσω με κουρκούτι, όπως μου είπε η Μυρσίνη.   Δεν τις έχω φτιάξει  ποτέ και μου έχει πει ότι είναι  νοστιμότατες.»

Εκεί στη Λαϊκή, ο κόσμος πολύς, υποτίθεται ότι ψωνίζεις φθηνότερα και φρεσκότερα, στην ουσία ξοδεύεις πολύ περισσότερα με  το να πάρεις και τούτο να πάρεις και τ’ άλλο και έως ότου τα φας θα έχουν μπαγιατέψει του σιχαμού, ένα στομάχι είναι αυτό τι να πρωτοφάει;

Η Πέρσα είδε και δυο φίλες παλιές της που είχε μήνες να τις δει και πολύ χάρηκε. Αχ, αχ αυτές οι ανθρώπινες σχέσεις… Σχεδόν στην ίδια περιοχή έμεναν και θαρρείς κατοικούσαν στο εξωτερικό! Τι να πεις;

Έπιασε μαζί τους τα λόγια όπως ήταν φυσικό και η ώρα πέρασε χωρίς να το καταλάβει. Πω, πω! Και τα γεμιστά; Ας έτρωγαν λίγο αργότερα, δεν θα  κτυπήσει και κάρτα, αμάν πια…

Απτόητη άρχισε να περιδιαβαίνει μπροστά από   τους πάγκους με τα ελέη του Αβραάμ  και  του Ισαάκ, θαυμάζοντας τα προϊόντα της Ελληνικής γης. Αγόρασε αυτά που ήθελε, γέμισε το καρότσι της που να φάνε πέντε νοματαίοι όλη την εβδομάδα και με πολύ καλύτερη  διάθεση γύρισε στο  σπίτι της.

Άρχισε να τακτοποιεί τα ζαρζαβατικά της στο ψυγείο, όταν… αμάν και τ’ είναι τούτοοοο;

‘’Αυτό κυρία Πέρσα μας είναι ένα πορτοφόλι, μα ό,τι και να πεις ΔΙΚΟ ΣΟΥ ΠΟΡΤΟΦΟΛΙ  ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΔΕΝ ΕIΝΑΙ! Και αφού δικό σου δεν είναι, τίνος  είναι; Φουσκωτό και γιομάτο! Ε ρε φουκαρά εσύ άνθρωπε που το ‘χασες, τι στενοχώρια τραβάς τη στιγμή τούτη’’ μονολόγησε η γυναίκα αναστατωμένη  για τα καλά.

Το ανοίγει. Πάνω από 1.000 ευρώ το περιεχόμενο. Αλλά ναι μεν γεμάτο χρήματα αλλά μήτε ένα όνομα, μια διεύθυνση,  κάτι ενδεικτικό του  ιδιοκτήτη του.

‘’Και σαν   τι κάνω τώρα;’’ αναρωτήθηκε η κ. Πέρσα. ’’Αν πάω στο αστυνομικό τμήμα πάει και η  μέρα  μου. Καταθέσεις, ανακρίσεις,  να σε βλέπουν και με μισό μάτι και συ πια να αισθάνεσαι σαν τον Αλ  Καπόνε που πιάστηκε στα πράσα. Ποιος να πιστέψει  την απίθανη  ιστορία σου ότι σε  μια  σακούλα με αμπελοφάσουλα, τα οποία και  δεν είχες εσύ αγοράσει, υπήρχε και ένα ωραιότατο πορτοφόλι, που όμως δεν είχε καμία σχέση με το αδειανό δικό σου;

Το πιθανότερο ήταν ότι ο  Χριστιανός που έχασε το  πουγκί του, είχε μόλις εισπράξει από την Τράπεζα  τη σύνταξη  του και πήγε στη Λαϊκή να κάνει τα ψώνια του. Και την ώρα που πλήρωνε για τα φασολάκια, το απόθεσε στη σακούλα  και ο μανάβης έσπευσε να βοηθήσει,  κάνοντας όμως λάθος σε ποιανού το καρότσι την έβαλε.

«Βρε μπελάς που με βρήκε’’ μονολόγησε και μεγάλο μέρος της βαρυθυμίας  της τής πρωινής επέστρεψε δριμύτερη. ’’Μωρέ καλά το λένε ότι η καλή μέρα από το πρωί  φαίνεται’’ ξανά μανά μουρμούρισε απελπισμένα η συμπαθέστατη κυρία Πέρσα μας.

Αφού είχε ήδη τακτοποιήσει  τα πράγματά της στο ψυγείο, παίρνει την επίμαχη ξένη σακούλα με τα φασολάκια και επιστέφει στην Λαϊκή Αγορά.

Δεν άρχισε βέβαια να ρωτά σαν χαζοβιόλα ποιος έχασε ένα γεμάτο πορτοφόλι, γιατί το πιθανότερο ήταν ότι οι περισσότεροι πελάτες να νομίζουν ότι ίσως έχασαν το δικό τους.

Θυμήθηκε πολύ καλά τον πάγκο που είχε αγοράσει τις κολοκυθοκορφάδες της, που είχε όπως και οι περισσότεροι βουνά από φασολάκια, μα δεν είδε καμιά ιδιαίτερη κίνηση κλαμένου πελάτη ή άλλη   τέτοια δραστηριότητα απελπισίας. Αδιάφορα τάχα μου δε, ρωτάει τον μανάβη αν βρέθηκαν κάτι κλειδιά που της είχαν  κάπου πέσει.

«Και συ κυρά μου απολεσθέντα; Μα καλά τι πάθατε όλες σας σήμερα; Και καλά κλειδάκια, εύκολα φτιάχνεις καινούρια, μα καινούρια λεφτά πώς να φτιάξεις;»

«Δεν σε καταλαβαίνω  άνθρωπέ μου, μίλα καθαρά».

«Μωρέ εγώ, ολοκάθαρα μιλώ. Τώρα, πώς   γίνεται και φτάνουν τα λόγια μου λερωμένα στ’ αυτιά σας, είναι κάτι που εγώ δεν καταλαβαίνω».

«Καλά, σε κουβέντα να βρισκόμαστε. Μία ερώτηση έκανα, αν βρέθηκαν κάτι κλειδιά κι εσύ έπιασες να μου διηγείσαι τους Άθλιους του Βίκτωρος Ουγκώ».

«Του ποιανού; Ούτε που τον ξέρω τον τύπο. Τι είναι ελόγου του μας λες μανταμίτσα;»

«Άσε δεν σου λέω. Γιατί και να σου πω, άκρη με τα κλειδιά μου δεν θα βγει, ε; Ή μήπως γίνεται με ένα ΝΑΙ ή ένα ΟΧΙ να μου πεις  φίλε μου αν βρέθηκαν τίποτα κλειδιά;»

«Α, για να σου πω κερία μου. Φίλη μου δεν είσαι, πελάτισσα ίσως ναι, μα φίλη μου από πού και ως πού; Όχι…»

«Το όχι σου πού κολλάει βρε Χριστιανέ μου; Στα κλειδιά;»

«Ώχου! Όχι μαντάμ, το όχι πάει στο ότι δεν είσαι φίλη μου.»

«Α, γεια σου. Τώρα μάλιστα, συνεννοηθήκαμε απόλυτα.»

«Γεια και σε εσένα.»

«Τα πιάσαμε τα λεφτά μας.»

«Τι κάναμε;»

«Α, τίποτα. Ας πάμε πάρα κάτω. Σ’ αυτή τη γειτονιά νόημα δεν βγαίνει.»

Και φεύγει η κ. Πέρσα και πηγαίνει στον παραδιπλανό πάγκο με φασολάκια που, από βουνό που ήταν πριν μια ώρα, πρόλαβε και  έγινε πια ένας αξιοπρεπής λοφίσκος έτοιμος προς ισοπέδωση. Εμ, φασολάκια είναι αυτά, ωραίο καλοκαιρινό φαγητό, από τα λαδερά που τώρα τα τρως ολόφρεσκα και  το χειμώνα κατεψυγμένα.

Ησυχία και εδώ. Κανείς δεν κλαίει και οδύρεται ως όφειλε να κάνει με ένα χαμένο πορτοφόλι με σούπερ ντούπερ περιεχόμενο. Δύο τινά συμβαίνουν πιθανόν. Είτε ο παθών δεν έχει   ακόμη αντιληφθεί ότι είναι  παθών, είτε έχει τόσο άφθονο χρήμα και δεν σκάει η ζαχαρένια του  για αυτό που απώλεσε.

Η κ. Πέρσα άρχισε να περιδιαβαίνει  τους πάγκους προβληματισμένη και ούτε που κατάλαβε για πότε έφτασε και στον  τελευταίο της Λαϊκής. Και εκεί βλέπει μια κυρούλα να κάθεται σε ένα αδειανό κασόνι και να κλαίει με πικρό δάκρυ. Να ‘ναι άραγε η  παθούσα; Το  κλάμα της σε αυτό που είχε η Πέρσα στο μυαλό της παρέπεμπε και μακάρι να ήταν ΑΥΤΗ που έψαχνε.

«Τι έχεις καλή μου και κλαις;» τη ρωτά καλοσυνάτα.

«Το ’χασα και πάει, πάει. Έχασα  το βιος μου και πώς να ζήσω από δω και ομπρός; Και ποιος να με κοιτάξει και ποιος να με νοιαστεί τη μαύρη;»

«Τι έχασες καλή μου τι έχασες, έλα και πες μου.»

Ο μανάβης που άκουγε την στιχομυθία επεμβαίνει και λέει διακριτικά στην Πέρσα:

«Για τον γιο της κλαίει που  τον έχασε εδώ  και χρόνια και  της έχει σαλέψει της έρμης και με τα δίκια της.»

Η Πέρσα με το που είχε προηγουμένως ακούσει για ‘’χαμό,’’ το μυαλό της πήγε στο χαμένο πορτοφόλι. Μα επρόκειτο για άλλον χαμό που γιατρειά δεν παίρνει. Έτσι εξέλειπε και τούτη της η ελπίδα ότι θα ξεμπέρδευε με  το ξένο πορτοφόλι που της έκαιγε την τσέπη μα και το μυαλό.

Και εκείνη τη στιγμή, βλέπει έναν αστυφύλακα, να έχει πιάσει έναν νεαρό από το μανίκι της ξεχειλωμένης του μπλούζας και να τον σέρνει αγριεμένα λέγοντάς του:

«Λέγε ρε τσόγλανε του κερατά, τι το έκανες;»

«Δεν πήρα εγώ τίποτα κυρ Αστυνόμε, τίποτα  σου λέω».

Άρχισε να μαζεύεται κόσμος και λαός και ως συνήθως τα έβαλαν με το όργανο  της τάξης που τραβολογούσε  έτσι άσπλαχνα ένα φτωχοδιάβολο κλεφτρόνι προφανώς, που ευτυχώς έκλεψε τον γείτονα και όχι τους ίδιους… Γιατί αν συνέβαινε αυτό, τότε φίδι που τον έφαγε τον αλητάμπουρα και μπράβο στο ένστολο παλικάρι που έκανε το καθήκον  του… Επί του παρόντος όμως ‘’κατακαημένη κοινωνία, που άλλους τους ανεβάζεις και άλλους τους κατεβάζεις στα κάτω-κάτω σαπιόσκαλα και το κάνεις με περίσσιο σαδισμό και χωρίς έλεος. Όπως καλή ώρα κάνεις με τούτο  το παιδόπουλο, ναι μεν επαγγελματία κλεφτρόνι με ειδικότητα στις Λαϊκές και ενίοτε τις Παιδικές Χαρές για να παίρνει μια γεύση της χαμένης παιδικής του αθωότητας, αλλά που δεν παύει να είναι ένα παιδί αδερφέ… Τς, τς, τς… Αυτά κάνει η άτιμη η κρίση που φταίει ΚΑΙ γι’ αυτή  την κατάντια.’’

«ΠΕΣ ΡΕ ΣΥ ΤΙ ΤΟ ‘ΚΑΝΕΣ ΤΟ ΠΟΡΤΟΦΟΛΙ πριν σε πάω στον ανακριτή που, όπως ξέρεις από άλλες φορές, δεν αστειεύεται. Θα σου ρίξει καμιά δεκαριά μήνες στο κολέγιο και από κει θα αποφοιτήσεις με Phd και ανώτατες γνωριμίες της κοινωνίας τέτοιες, που η ίδια η μάνα σου δεν θα σε αναγνωρίζει. Για τέτοια (παρα)μόρφωση μιλάμε και νομίζω έγινα κατανοητός. Νταξ;»

«Μπέσα αρχηγέ;»

«Μπέσα ρε τσογλάνι.»

«Αν σου πω, τη σκαπούλαρα;»

«Μόνο για τούτη τη φορά. Αν σε ξαναπιάσω να ξαφρίζεις πορτοφόλια και να τα εξαφανίζεις σαν ταχυδακτυλουργός, θα εισηγηθώ όχι δέκα μήνες στης φυλακής τα σίδερα, αλλά δέκα χρόνια, σαν περίπτωση ιδιαζόντως ειδεχθή που βλάπτει σοβαρά την υγιή Κοινωνία μας. Ξηγηθήκαμε;»

«Δεν τα κατάλαβα όλα όσα είπες αλλά τα περισσότερα τα έπιασα και ξέρω ότι το λόγο σου τον κρατάς. Το λοιπόν, το έριξα στη σακούλα με τα φασολάκια που ψώνισε η κυρά για να μη το βρεις πάνω μου. Από ‘κει και ύστερα ήταν δική μου δουλειά πώς θα το ξανάπαιρνα πίσω. Μα κάτι στράβωσε και δεν έγινε τίποτα από ό,τι σχεδίασα. Άφαντη η σακούλα με τα φασούλια και το πορτοφόλι μαζί».

Η κ. Πέρσα ένιωσε τον κόσμο να χάνεται από τα πόδια της κάτω.

‘’’Ωχου και τι κάνω τώρα; Σίγουρα για το συγκεκριμένο πορτοφόλι μιλάει ο μικρός. Μα αν το φανερώσω πώς θα αποδείξω ότι δεν είμαι συνεργός του ή κάτι σαν κλεπταποδόχος ένα πράμα;»

Ευχήθηκε να μην είχε πάει στην Λαϊκή την ημέρα εκείνη που θέλησε να μαγειρέψει κολοκυθοκορφάδες.

Για καλή της τύχη, πάνω στην ώρα, εμφανίστηκε και η παθούσα ανάστατη και υπό το κράτος σοκ, προσπαθούσε να φερθεί αξιοπρεπώς. Μα προφανώς και η σκέψη και μόνο ότι όλη η σύνταξη  του μήνα δεν θα  επιστρέψει ποτέ στην δικαιούχο την έκανε να βουρκώνει.

«Και πού το έβαλες είπες το κέρατό μου μέσα, κωλόπαιδο;»

«Στη σακούλα με τα φασολάκια για να μη το βρεις επάνω μου. Από ‘κει και  ύστερα θα εύρισκα  τον τρόπο να το ξαναβουτήξω».

«Κι εσύ κυρά μου πού στην ευχή την έβαλες την σακούλα σου;»

«Χμ… δεν θυμάμαι κυρ αστυνόμε. Εκείνο που θυμάμαι είναι ότι πλήρωσα τα φασολάκια και από ‘κει και μετά τόσο το πορτοφόλι μου όσο και τα ζαρζαβατικά μου πέταξαν και πάνε».

«Στο δικό μου καρότσι την έβαλε κατά λάθος ο μανάβης κυρία μου και ορίστε την» παρενέβη η κ. Πέρσα.

«Σώθηκα αρχηγέ, σώθηκα. Εκεί μέσα είναι πες της να ψάξει σου λέω.»

«Σκασμός στο πλήθος. Κυρά μου για να ρίξουμε μια ματιά…»

«Θεέ και Κύριε. Αλήθεια λέει ο μικρός. Να το. Δεν το πιστεύω.»

«Για να μας πεις τώρα αν λείπουν από μέσα χρήματα.»

«Εγώ πάντως κυρ αστυνόμε δεν πήρα ούτε ευρώ. Αν πήραν άλλοι δεν ξέρω.»

«Για μισό λεπτό. Όλα εδώ είναι κυρ αστυφύλακα και δόξα σοι ο Θεός!»

Όλοι ανάσαναν με ανακούφιση και μέσα στα επιφωνήματα και την γενική  ιλαρότητα, βρήκε και η κ. Πέρσα την ευκαιρία να εξαφανιστεί, γιατί αν παρέμενε εκεί, πιθανόν να μην απέφευγε τα διαδικαστικά, για να έχει και μια περεταίρω ταλαιπωρία. Και ορκίστηκε, άλλη φορά στη Λαϊκή με καρότσι δεν θα ξαναπήγαινε ποτέ. Μια – δυο σακουλίτσες που θα άντεχαν τα χεράκια της να σηκώσουν, χωρίς να κινδυνεύει να πάρει και καμιά ξένη και να τραβάει τα σημερινά, αρκετή λαχτάρα πήρε στα καλά καθούμενα…


 

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα: Η Λένα Μαυρουδή Μούλιου γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Είναι μουσικός, Πτυχιούχος Πιάνου, Δασκάλα του Εθνικού Ωδείου Αθηνών και Συνθέτις. Έγραψε πάνω από διακόσια τραγούδια σε στίχους ως επί το πλείστον δικούς της. Μελοποίησε επίσης μια σειρά ποιημάτων  της για παιδιά, καθώς και νανουρίσματα. Μπορεί κάποιος να ακούσει τα τραγούδια της στο ΙΝΤΕΡΝΕΤ – sound cloud lenamm. Διασκεύασε επίσης γνωστά παιδικά παραμύθια. Διηγήματά της και ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί στο διαδίκτυο. Μουσικά αλλά και λογοτεχνικά έργα της έχουν λάβει πολλές διακρίσεις σε διαγωνισμούς.  Έχει γράψει πληθώρα βιβλίων. Τα τελευταία χρόνια συνεργάζεται με τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής», δημοσιεύοντας σειρές διηγημάτων της [«Της Λένας τα διηγήματα»] αλλά και ποιήματά της.

 


[Η φωτογραφία που συνοδεύει τη Σειρά «Πέρσα Βουδούρη, η Ελληνίδα Miss Marple» προέρχεται από το dailymotion και απεικονίζει την ηθοποιό Margaret Rutherford στην ταινία Murder Most Foul (1964).

Η Τζέιν Μαρπλ (Jane Marple) ή Μις Μαρπλ (Miss Marple), είναι λογοτεχνικός χαρακτήρας – δημιούργημα της μυθιστοριογράφου αστυνομικής λογοτεχνίας Αγκάθα Κρίστι. Η Μις Μαρπλ, πρωταγωνιστεί εξιχνιάζοντας μυστήρια και εγκλήματα, σε 12 μυθιστορήματα της Κρίστι και σε 21 διηγήματα. (πηγή: Βικιπαίδεια)]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Τον Μάρτιο του 2016 ίδρυσα τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής», με εφαλτήριο την αγάπη μου για τις τέχνες και τον πολιτισμό αλλά και την ανάγκη μου για μια καλαίσθητη παρουσίαση και μια ευγενική διαχείριση και επικοινωνία και προς αυτή την ίδια τη λογοτεχνία αλλά και προς τους δημιουργούς της. Σε μία πορεία παγκοσμιοποίησης που όλα φαντάζουν να φτωχαίνουν, η πνευματική ένδεια είναι χειρότερη κατ’ εμέ. Η συναισθηματική στειρότητα. Η αναλγησία. Και έναντι αυτών μάχομαι. Όσοι αγαπάτε τη γραφή και μ’ αυτήν εκφράζεστε, είστε ευπρόσδεκτοι στη σελίδα μας. Μέσω της γραφής δημιουργούμε, επικοινωνούμε και μεταδίδουμε πολιτισμό. Φροντίστε τα κείμενά σας να έχουν τη μορφή που θα θέλατε να δείτε σε αυτά σαν αναγνώστες. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music