«Υπάρχει  Άγιος Βασίλης;», ένα διήγημα της Λιάνας Μιχελάκη

Έφυγε από το γραφείο νωρίς σήμερα. Το κρύο τσουχτερό και το ψιλό χιονόνερο διαβεβαίωνε τους περαστικούς πως μέχρι το βράδυ τα πάντα θα είχαν ντυθεί στα λευκά. Πόσο πολύ του άρεσε το λευκό χρώμα. Λευκό, δηλωτικό της καθαρότητας και της αγνότητας. Σαν την καθάρια και αγνή καρδιά του Υιού του θεού, που απαρνήθηκε τη Θεία του φύση, για να γίνει αδελφός των ανθρώπων, προσφέροντας σε όλους, ως θυσία, τον ίδιο του τον εαυτό.

Οι ίδιες πάντα σκέψεις τον ακολουθούσαν κάθε τέτοια μέρα, παραμονή της γεννήσεως του Μεσσία. Φέτος, όμως, όλα ήταν διαφορετικά ή φάνταζαν σε αυτόν διαφορετικά. Ο διευθυντής στο γραφείο, τους έδωσε ως δώρο Χριστουγέννων, μία επιπλέον μέρα στην  καθιερωμένη τους άδεια, γεγονός που τους χαροποίησε όλους ανεξαιρέτως, ώστε διά μιας να ενεργοποιήσουν τους μηχανισμούς για την απαλοιφή κάθε πιεστικής από μέρους του συμπεριφοράς. Άλλωστε, η πάροδος του χρόνου και η συνήθεια είναι εκείνη που έρχεται να αμβλύνει ακόμη και τις πιο δύσκολες σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, όπως αυτή ανάμεσα σε διευθυντή και υφισταμένους. Ο δικός τους διευθυντής, όμως, δεν έχανε ποτέ ή δεν επέτρεπε στον εαυτό του να χάσει την ανθρωπιά και την καλοσύνη. Αξίες, που εδώ και χρόνια έτειναν να σβηστούν από τον κοινωνικό χάρτη, που ορίζει τις διαπροσωπικές  σχέσεις. «Ας είναι λοιπόν καλά γι’ αυτήν τη μέρα-δώρο» σκέφτηκε, καθώς αποχαιρετούσε τους συναδέλφους του, ανταλλάσσοντας όμορφα λόγια και ευχές, όπως άλλωστε άρμοζαν εκείνη τη μέρα, παραμονή της γεννήσεως του Μεσσία.

Περπατούσε στο δρόμο σκυφτός, σφίγγοντας συνεχώς το παλτό του. Το  κρύο τσουχτερό και διαπεραστικό,  ένιωθε να παγώνει μαζί με το σώμα και την ίδια τη σκέψη του. Έδινε όμως στον εαυτό του κουράγιο, σε όλη τη διαδρομή, για να συνεχίσει το περπάτημα μέσα στην παγωμένη, αλλά γεμάτη γιορτινά στολίδια πόλη του. Δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να πάρει μεταφορικό μέσο. «Πώς θα ένιωθε άραγε και ο Υιός του Θεού, ως βρέφος, μέσα στη φτωχική του φάτνη, πριν τόσα πολλά χρόνια;» αναρωτιόταν και συνάμα ενδυνάμωνε τον εαυτό του για  να συνεχίσει την πορεία του μέσα στο αδιάφορο πλήθος, που τον προσπερνούσε.

Όλοι, όπως παρατήρησε με τρόπο διακριτικό, κρατούσαν τουλάχιστον από μία γιορτινή τσάντα. Κάποιοι μάλιστα περισσότερες. Σίγουρα θα πήγαιναν σε κάποιο ρεβεγιόν απόψε, για να γιορτάσουν με συγγενείς και φίλους τη γέννηση του Θεανθρώπου. Έτρεχαν τότε στο νου του εικόνες με σπίτια στολισμένα, πανύψηλα έλατα, τραπέζια με γιορτινά τραπεζομάντηλα και όλα τα καλούδια φορτωμένα. Τα παιδιά σίγουρα θα περίμεναν με ανυπομονησία μεγάλη τον ερχομό του  Άγιου Βασίλη και θα ανυπομονούσαν για τα δώρα τους, όπως ακριβώς τα είχαν περιγράψει στο γράμμα τους προς τον Άγιο, αφού προηγουμένως είχαν εκθέσει έναν αψεγάδιαστο εαυτό.

«Υπάρχει Άγιος Βασίλης γιαγιά;» νομίζει τότε πως ακούει το μικρό αγόρι, που κρύβεται ακόμη μέσα του και που δειλά και συνεσταλμένα ξεπροβάλλει κάθε Χριστούγεννα. «Και βέβαια υπάρχει ο Άγιος Βασίλης» απαντά εκείνη με όλη τη σοφία που διακρίνει έναν άνθρωπο σαν τη γιαγιά του. Τη γιαγιά των παιδικών του χρόνων, που του διάβαζε παραμύθια με ήρωες και μάγους της Ανατολής. Που του έφτιαχνε κουλουράκια, μόνο για εκείνον, κι ένα σωρό λιχουδιές. Που τον παρηγορούσε και τον ενθάρρυνε σε κάθε δυσκολία του, μα κυρίως, που του έλεγε να προχωρά στη ζωή του, χωρίς να κοιτάζει πίσω. «Η ζωή κυλά,  σαν τα νερά του ποταμού. Ένας είναι ο δρόμος, βαθιά χαραγμένος και δεν υπάρχει επιστροφή. Σε αυτόν το δρόμο μπορείς να κάνεις πολλά, μόνο να προσέχεις, γιατί τα ήσυχα νερά είναι βαθιά» συμπλήρωνε τέλος, ανοίγοντας τη ζεστή αγκαλιά της, για εκείνον, που τόσο πολύ την αγαπούσε. «Τι ζεστή που είναι η αγκαλιά σου γιαγιά, σαν τη φάτνη του μικρού Χριστούλη» θυμάται πως της είπε κάποια Χριστούγεννα, όταν της παρέδωσε το γράμμα για τον Άγιο Βασίλη. Η γιαγιά τον αγκάλιασε  ακόμη πιο σφιχτά και με ένα και μόνο νεύμα της τον διαβεβαίωσε πως θα ταχυδρομούσε, το συντομότερο δυνατόν, το γράμμα του στον Άγιο.

Η κάθε επίσκεψη στη γιαγιά ήταν απλά ένα όνειρο για τον ίδιο και ακόμη περισσότερο τα Χριστούγεννα, που τα σχολεία ήταν κλειστά και είχε αρκετό  χρόνο ελεύθερο, να περάσει μαζί της. Πόσο όμορφα και ζεστά κυλούσαν οι μέρες στο σπίτι της. Ένα σπίτι στολισμένο τόσο, που ένιωθες να ζεις στην παραμυθοχώρα. Χριστουγεννιάτικα στολίδια, φώτα και γιρλάντες κάλυπταν και την πιο μικρή και ασήμαντη γωνιά του σπιτιού ή καλύτερα απλώνονταν σαν τα νήματα της αράχνης σε όλα τα δωμάτια. «Δεν είναι πολλά τα στολίδια γιαγια;» νομίζει πως ακούει ακόμη και τώρα το μικρό αγόρι να τη ρωτάει. «Είναι πολλά, αλλά έτσι θα μας ξεχωρίσει ο Άγιος Βασίλης, καθώς έρχεται από το μακρινό ταξίδι του.» «Και από πού έρχεται ο Άγιος Βασίλης γιαγιά;» ρωτούσε πάλι το μικρό αγόρι, με όλη την αθωότητα που κρύβει ένα παιδί αυτής της ηλικίας. «Από την Καππαδοκία έρχεται παιδί μου, για να μοιράσει δώρα στα μικρά παιδιά σαν κι εσένα και την αγάπη του στους μεγάλους σαν κι εμένα» συμπλήρωνε εκείνη με μάτια δακρυσμένα. «Είναι που θυμάμαι την πατρίδα μου, την Καππαδοκία, γι’ αυτό συγκινούμαι… Έλα να με βοηθήσεις να φτιάξουμε τα γλυκά του Αγίου. Θα έρθει κουρασμένος κι εμείς θα πρέπει να τον φιλέψουμε» έλεγε με πειθώ, για να δικαιολογήσει τα δάκρυα της. Πράγματι, εκείνες τις ημέρες, τις γιορτινές, η κουζίνα φάνταζε, σαν η οικοδέσποινα του σπιτιού, με τα θεσπέσια αρώματα από τη μαγειρική και κυρίως τη ζαχαροπλαστική της γιαγιάς. Όλη η κουζίνα σε δράση. Πιατέλες με καλοαχνισμένους κουραμπιέδες και καλομελωμένα μελομακάρονα. Δίπλες και λαχταριστά γλυκά περίμεναν τους επισκέπτες, μα κυρίως τον Άγιο Βασίλη, τον ξεχωριστό επισκέπτη, που θα ερχόταν από τη μακρινή Ανατολή, την αγαπημένη και ιδιαίτερη πατρίδα της γιαγιάς.

Σαν κινηματογραφική ταινία φαντάζουν τώρα όλες αυτές οι σκέψεις και οι εικόνες από το μακρινό παρελθόν, που έρχονται να συνταράξουν το καλά τακτοποιημένο, αλλά πολύ μοναχικό παρόν του. Μα αλήθεια, πώς πέρασαν τώρα τόσα χρόνια; Σαν να ήταν χθες, που περίμενε κι αυτός με αγωνία, όπως όλα τα παιδιά άλλωστε, το δώρο από τον  Άγιο Βασίλη.  Μπήκε με βήματα βαριά στο σκοτεινό και αφιλόξενο διαμέρισμά του. Πόσο άδεια και παγερά φάνταζαν τώρα στα θλιμμένα μάτια του όλα τα δωμάτια του μικρού του διαμερίσματος. Δεν είχε διάθεση ούτε ένα στολίδι να κρεμάσει στους παραπονεμένους τοίχους. Κάθισε στην πολυθρόνα του, έτσι όπως ήταν, με το πανωφόρι και το κασκόλ. Είχε ανάγκη από λίγη ζεστασιά. Δεν είχε δύναμη για τίποτε άλλο. Έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε στο όνειρο, να τον οδηγήσει πίσω στο χρόνο, στο σπίτι της γιαγιάς, που φάνταζε πάντα σαν μεγαλόπρεπο αρχοντικό, μπροστά στο μικροσκοπικό του ανάστημα. Ένα ταξίδι πίσω, στο γεμάτο χρώματα και αρώματα Χριστουγεννιάτικο παρελθόν του, ήταν πανάκεια στο άχρωμο παρόν του.

Όταν άνοιξε τα μάτια είχε για τα καλά νυχτώσει. Το σκοτάδι πνιγηρό  και η παγωνιά είχε προλάβει, για τα καλά, να απλώσει το βαρύ της πέπλο σε όλα τα δωμάτια του σπιτιού. Μόνο τα Χριστουγεννιάτικα στολίδια του δρόμου χάριζαν λίγη από τη λάμψη τους στο άδειο του σπίτι και οι χαρούμενες φωνές των περαστικών ήταν  αντίλαλος θλιβερός, που τον ενοχλούσε. Ξάφνου, μπόρεσε να διακρίνει μία μικρή πυγολαμπίδα πάνω ακριβώς στο μπράτσο της πολυθρόνας, όπου καθόταν. «Πυγολαμπίδα μες στο χειμώνα;» αναρωτήθηκε. Ίσως, αναζητούσε κι αυτή λίγη συντροφιά. Ίσως, αναζητούσε τη δική του συντροφιά, σκέφτηκε και ανασηκώθηκε ελαφρά. Την άφησε να ανέβει στο μπράτσο του, είχε ανάγκη από την παρουσία της. Το χρυσό της φως απλωνόταν γενναιόδωρα σε όλο το πρόσωπο του και συνάμα τον ζέσταινε. Κάπως έτσι θα ήταν, σκέφτηκε, η λάμψη του αστεριού εκείνου που οδήγησε του μάγους της Βηθλεέμ στη φάτνη του μικρού Χριστού, λαμπερή και φιλόξενη συνάμα.

«Τι κάνεις σε αυτό το σκοτεινό και παγερό σπίτι;» άκουσε ξάφνου τον ίδιο του τον εαυτό να απευθύνεται στην πυγολαμπίδα. «Γιατί δεν κοιμάσαι στο δέντρο της γιαγιάς;» Αμέσως τον επισκέφτηκαν οι γνωστές  εικόνες από το παρελθόν, αυτή τη φορά στον ξύπνιο του. Ήταν καλοκαίρι κι ίδιος όλο χαρά έπαιζε στον κήπο της γιαγιάς. Προσπαθούσε να σκαρφαλώσει στη μουριά της αυλής και να πιάσει μία πυγολαμπίδα. Πράγματι, το κατάφερε. Ύστερα, την εγκλώβισε σε ένα μικρό κουτάκι και την έδωσε δώρο στη γιαγιά. «Δεν φυλακίζονται οι ζωές σε κουτιά, μικρέ μου» νομίζει πως την ακούει, ακόμη και τώρα, να τον συμβουλεύει καθώς απελευθέρωνε τη μικρή πυγολαμπίδα από τη φυλακή της.

Σηκώθηκε απότομα από την πολυθρόνα του. Ένιωθε να ασφυκτιά στο μικρό του διαμέρισμα, όπως κάποτε, θα ένιωθε σίγουρα και η πυγολαμπίδα στο κουτί, όπου την είχε εγκλωβίσει. Είχε ανάγκη από αέρα καθαρό. Κράτησε στην παλάμη του, όσο πιο απαλά μπορούσε, τη νέα πυγολαμπίδα και βγήκε από το διαμέρισμα, έξω στο δρόμο. Στο πρώτο δέντρο που συνάντησε, την απέθεσε απαλά. «Καληνύχτα μικρή μου» της ψιθύρισε. Πέτα να φτιάξεις τη φωλιά σου. Έχεις αρκετό χρόνο για να κοιμηθείς, μέχρι να έρθει η άνοιξη.»

Το κρύο και πάλι τσουχτερό, πιο πολύ από το μεσημέρι, μα αυτός είχε ανάγκη από την αγκαλιά του ανέμου. Οι δρόμοι σκοτεινοί, μα τα σπίτια έλαμπαν από τα πολύχρωμα στολίδια τους. Είχαν όλοι προνοήσει να καλοδεχτούν το Μεσσία με στολίδια, φώτα και γιρλάντες. Σε λίγο θα κατέφθανε από την Καισάρεια και ο Άγιος της Ανθρωπιάς, ο Βασίλειος ο Μέγας. Μόνο αυτός δεν είχε προνοήσει να καλοδεχτεί ούτε τον ένα ούτε τον άλλο. Μπορεί και να τον συγχωρούσαν σκέφτηκε, προχωρώντας στο δρόμο του, με βήμα γοργό. Ήθελε οπωσδήποτε να φτάσει στον προορισμό του.

Κάποτε, έφθασε έξω από το σπίτι. «Τι όμορφη μονοκατοικία» σκέφτηκε. Από τα λίγα σπίτια, που είχαν απομείνει στην περιοχή, μέσα στην εξάπλωση της πολυκατοικίας ως μίας νέας μορφής κατοικίας για το σύγχρονο άνθρωπο. Φάνταζε ακόμη πιο μεγαλόπρεπο, ανάμεσα στα πολυώροφα κουτιά, που όλο και ξεπρόβαλλαν γύρω του. Άνοιξε την ξεκλείδωτη εξώπορτα και δια μιας βρέθηκε στην αυλή. Όλα τα λουλούδια, με τα φύλλα πεσμένα προς τη γη, είχαν παραδοθεί σε ένα γλυκό χειμερινό ύπνο. Το δέντρο στη μέση φάνταζε μεγαλόπρεπο, μα  του φάνηκε υπερβολικά στολισμένο. «Ίσως οι νέοι κάτοικοι να μην διακρίνονταν για το λεπτό τους γούστο»  προβληματίστηκε. Προχώρησε με βήμα γοργό και συνάμα αποφασιστικό μέχρι την κύρια είσοδο και χτύπησε το κουδούνι. Προς στιγμή σκέφτηκε να φύγει, μα μία αδιόρατη δύναμη τον κρατούσε ακόμη εκεί.

Όταν κάποια στιγμή η βαριά ξύλινη πόρτα άνοιξε, εμφανίστηκε ένα μικρό αγόρι, με βλέμμα σπινθηροβόλο. Τον κοίταξε όλο απορία και φώναξε τη μητέρα του. Εκείνη με βλέμμα ανήσυχο, αλλά και με το πιο καλοσυνάτο χαμόγελο που είχε ποτέ συναντήσει, τον ρώτησε αν ήθελε βοήθεια. Θα πρέπει να ήταν αξιολύπητη η όλη παρουσία του. Της εξήγησε τότε πως το μόνο που ήθελε, ήταν να δει το σπίτι, όπου πέρασε τις πιο ευτυχισμένες μέρες της ζωής του. Μέσα σε λίγη ώρα είχε περιπλανηθεί σε όλα τα δωμάτια. Τίποτα βέβαια δε θύμιζε το γιορτινό παρελθόν του. Μάταια αναζητούσε έστω και κάποια μικρά σημάδια. Αντιθέτως, ένα περιβάλλον αρκετά λιτό για τα δικά του δεδομένα, εμπνευσμένο από το μινιμαλισμό της σύγχρονης εποχής, προσπαθούσε να κερδίσει την εύνοια του. Μάταια όμως. Οι δεσμοί με το παρελθόν ήταν ακλόνητοι.

Λίγο πριν τους αποχαιρετίσει, το μικρό αγόρι έτρεξε να τον προλάβει στην έξοδο. Φαινόταν αρκετά προβληματισμένο και πως ήθελε, με κάθε τρόπο, να του εκμυστηρευτεί μία σκέψη που το βασάνιζε, εδώ και αρκετό καιρό.

«Υπάρχει Άγιος Βασίλης;» Ρώτησε όλο αγωνία.

«Γιατί με ρωτάς;» Απάντησε εκείνος.

«Ένας φίλος, στο σχολείο, μου είπε σήμερα πως όλες οι ιστορίες με τον Άγιο Βασίλη είναι παραμύθια» απάντησε το μικρό αγόρι, αρκετά προβληματισμένο αυτή τη φορά.

Εκείνος, αφού έσκυψε στο ύψος του αγοριού, για να τον βλέπει στα μάτια και παίρνοντας το πιο σοβαρό ύφος που θα μπορούσε να έχει ένας ενήλικας, είπε με στόμφο και σιγουριά:

«Υπάρχει Άγιος Βασίλης κι αν θέλεις να ξέρεις, έρχεται από το μακρινό αστέρι της γιαγιάς μου».

Το μικρό αγόρι τότε σήκωσε ασυναίσθητα το κεφαλάκι του ψηλά, στον κεντημένο από τα αστέρια, καταφώτιστο ουρανό.

«Και ποιο είναι το αστέρι της γιαγιάς σου;» Ρώτησε ανακουφισμένο αυτή τη φορά.

«Το αστέρι της γιαγιάς μου είναι το πιο λαμπερό απ’ όλα τα αστέρια του ουρανού. Είμαι σίγουρος πως κάποια στιγμή θα το ανακαλύψεις μέσα στο πλήθος των άλλων αστεριών» είπε εκείνος, με βεβαιότητα, λίγο πριν τους αποχαιρετήσει.

Βρισκόταν και πάλι στο μοναχικό δρόμο της πόλης του. Ένιωθε όμως ιδιαίτερα ανακουφισμένος, ύστερα από αυτήν την επίσκεψη. Πολύχρωμες εικόνες από το παρελθόν είχαν για τα καλά κυριεύσει τη σκέψη του, σαν τα Χριστουγεννιάτικα στολίδια πάνω στα δέντρα. Λίγο πριν φθάσει στην είσοδο της πολυκατοικίας του, σήκωσε το κεφάλι ψηλά, προσπαθώντας να ταξιδέψει το βλέμμα του στο αστέρι της γιαγιάς.

«Υπάρχει Άγιος Βασίλης γιαγιά;» Σιγομουρμούρισε, καθώς ξεκλείδωνε. Απάντηση δεν πήρε…

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη