«Το χρυσαφένιο λιβάδι», μια ιστορία για παιδιά της Λιάνας Μιχελάκη

Κάποτε, πριν πολλά χρόνια, σε έναν τόπο μακρινό, υπήρχε ένα μεγάλο λιβάδι, με πανέμορφα λουλούδια κι ένα πελώριο δέντρο, στη μέση ακριβώς. Το λιβάδι αυτό ήταν χρυσαφένιο, γιατί ο ήλιος φρόντιζε να στέλνει τη χρυσή του καλημέρα σε όλους τους κατοίκους του. Από την ώρα, λοιπόν, που ξυπνούσε, μέχρι να πάει να  κοιμηθεί, στο χρυσό του το παλάτι, δεν σταματούσε να καλημερίζει τα λουλούδια, το δέντρο και φυσικά όλα τα ζώα, που κατοικούσαν εκεί. Έτσι, όλοι σε αυτό το λιβάδι, αγαπούσαν τον ήλιο και δεν έπαυαν να του το υπενθυμίζουν καθημερινά. Τα λουλούδια κάθε πρωί άνοιγαν διάπλατα τα πέταλά τους, στέλνοντας στον ήλιο ένα πολύχρωμο, ευωδιαστό φιλάκι. Το δέντρο ύψωνε στον ουρανό τα μακριά του χέρια, στέλνοντας στον ήλιο μια καταπράσινη αγκαλιά. Τα ζώα -τέλος- έστελναν με τη βοήθεια των πουλιών, το γέλιο τους, το δυνατό, για να ακούει ο ήλιος και να γελάει, όταν κάποιο γκριζωπό συννεφάκι ήθελε να τον στεναχωρήσει με τα καμώματα του.

Μια μέρα, όμως, συνέβη κάτι πολύ παράξενο. Το χρυσαφένιο λιβάδι έπαψε να είναι χρυσαφένιο, σαν δια μιας ένα μαύρο πέπλο να βρήκε καταφύγιο εκεί, όπου κάποτε μόνο το γέλιο και η χαρά κατοικούσαν.

«Μα πού κρύφτηκε ο ήλιος;» Ακούστηκε η φωνή του κόκορα από μακριά.

Ο κόκορας, όπως πάντα, πολύ τυπικός στην ώρα του, σηκώθηκε με βιάση εκείνη την ημέρα, από το ζεστό του κρεβάτι, πλύθηκε με δροσερό νεράκι, περιποιήθηκε το λειρί του και βγήκε από τη φωλιά του.  Έπρεπε να ξυπνήσει όλα τα ζώα, που κατοικούσαν στο λιβάδι, προτού ο ήλιος βγει από το χρυσό του παλάτι, ώστε να είναι όλοι έτοιμοι, πριν εκείνος στείλει την καλημέρα του. Τη μέρα όμως εκείνη ο ήλιος ήταν άφαντος και το σκοτάδι πυκνό. Το μόνο, που μπορούσε να διακρίνει ήταν η λάμψη από τη ματιά των ζώων, που όλο απορία τον κοιτούσαν. Ξάφνου, άρχισαν όλα μαζί να φωνάζουν: «Μα πού κρύφτηκε ο ήλιος σήμερα;»

«Μα πού κρύφτηκε ο ήλιος, κι έχω να βάλω μπουγάδα σήμερα. Ποιος λοιπόν θα στεγνώσει τα ρούχα μας;»  Άρχισε να φωνάζει, όλο αγανάκτηση, η κυρία κότα, με τα κλωσόπουλά της.

«Μα πού είναι ο ήλιος, να ζεστάνει τα νερά της λίμνης;  Πώς θα κολυμπήσουν τώρα τα παπάκια μου μέσα στα παγωμένα νερά;» Φώναζε η κυρία πάπια, αρκετά θυμωμένη.

«Είναι δυνατόν να εξαφανίστηκε ο ήλιος; Πώς θα καθαρίσω, τόσο σκοτεινά που είναι, το μικρό μου σπιτάκι;» Διαμαρτυρήθηκε η κυρία χελώνα.

«Τι συμφορά κι αυτή. Πώς θα μαζέψω χορταράκια μες στο πυκνό σκοτάδι, για να ταΐσω τα αρνάκια μου;» Αναρωτήθηκε η κυρία προβατίνα, αρκετά θυμωμένη.

«Μα κι εμείς δεν βλέπουμε να κατέβουμε από το δέντρο» αγανάκτησαν όλα μαζί τα μυρμηγκάκια. «Πώς θα βρούμε τώρα την τροφή μας;»

«Έχουν δίκιο τα μυρμήγκια, έχουν δίκιο» αναφώνησε και η αράχνη του δέντρου. «Πώς θα πλέξω κι εγώ το νέο μου σπίτι  στο δέντρο!» Συμπλήρωσε όλο θυμό.

«Πολύ σωστά διαμαρτύρεστε όλοι σας» φώναξε κι ο σκύλος, όσο πιο δυνατά μπορούσε. «Πώς θα επισκευάσω κι εγώ τα κεραμίδια του σπιτιού μου; Αφού από το σκοτάδι δεν μπορώ ούτε την ουρά μου να διακρίνω» συμπλήρωσε περίλυπος.

«Έτσι είναι» συμφώνησε και η γάτα. Με τόσο σκοτάδι, θα αναγκαστώ να αναβάλλω τον περίπατο μου στην ψαραγορά, αφού δεν βλέπω ούτε τα μουστάκια μου. Πάλι νηστική θα μείνω!»

«Πράγματι, είναι τρομερό αυτό που μας συμβαίνει, αναφώνησε και η κυρία κουνέλα. Πώς θα μαζέψω καροτάκια, έτσι σκοτεινά που είναι, για τα κουνελάκια μου;»

«Κρα, κρα!» Άρχισαν να κρώζουν και οι καρακάξες του δέντρου. «Σήμερα δεν θα μπορέσουμε να πετάξουμε. Το σκοτάδι είναι πυκνό και θα χαθούμε.»

«Έχετε όλοι δίκιο» αναφώνησε έκπληκτο και το σκιάχτρο, που εδώ και ώρα άκουγε με υπομονή μεγάλη τα ζώα να διαμαρτύρονται. «Τι θα κάνω κι εγώ χωρίς το φίλο μου τον ήλιο; Ποιος θα με ζεσταίνει τώρα τις κρύες μέρες του χειμώνα, όταν ο αέρας θα φυσάει θυμωμένος; Ποιος θα με στεγνώνει, όταν τα σύννεφα θα είναι λυπημένα και θα κλαίνε απαρηγόρητα, βρέχοντας με τα δάκρυά τους τα ρούχα μου;  Ποιος θα μου λέει αστεία, για να με παρηγορεί, όταν θα νοιώθω μοναξιά και ποιος θα γελάει με τα αστεία μου…» Συμπλήρωσε τέλος το σκιάχτρο αρκετά προβληματισμένο.

«Πράγματι» αναφώνησαν τέλος και τα λουλούδια. «Ποιος θα μας προσφέρει τη ζεστή του κάπα, όταν ο αέρας θα καταφθάνει παγερός από τις χιονισμένες βουνοκορφές; Mα πού εξαφανίστηκε επιτέλους ο φίλος μας ο ήλιος;» Αναρωτήθηκαν για άλλη μια φορά τα λουλούδια, αποφασίζοντας σήμερα να μην ανοίξουν τα πέταλά τους.

«Μα κι εγώ» φώναξε το δέντρο «ποιον θα αγκαλιάζω τώρα, που εξαφανίστηκε ο ήλιος;» Έτσι, τα μεγάλα πράσινα χέρια του έπεσαν στη γη. Δεν είχαν πια δύναμη να ανοίξουν.

«Νομίζω, πάντως, πώς απ’ όλους σας, μόνο εγώ είμαι χαρούμενος, με την εξαφάνιση του ήλιου!» Αναφώνησε εκείνη τη στιγμή ο τυφλοπόντικας, καθώς ξετρύπωνε από τη φωλιά του, κάτω από το δέντρο. «Τώρα, με τόσο σκοτάδι, δεν θα χρειάζεται να φοράω τα γυαλιά μου» είπε τέλος και βάλθηκε να χοροπηδά χαρούμενος.

«Μα τι λόγια είναι αυτά;» Φώναξαν τότε όλα τα ζώα πολύ θυμωμένα, μα ο τυφλοπόντικας εξακολουθούσε να γελά και να χοροπηδά. Κάποια στιγμή μάλιστα, από τη μεγάλη του χαρά, αποφάσισε να πετάξει τα γυαλιά του στο βυθό της μικρής λιμνούλας.

«Αντίο γυαλάκια μου» είπε όλο καμάρι, καθώς αυτά βυθίζονταν στα παγωμένα νερά. «Από εδώ και στο εξής, με τόσο πυκνό σκοτάδι, δεν θα μου είστε χρήσιμα. Ίσως, κάποιο ψαράκι του βυθού σας χρειαστεί, γι’ αυτό και εγώ σας αποχαιρετώ, χωρίς κανέναν δισταγμό» είπε τέλος ο τυφλοπόντικας, ανοιγοκλείνοντας με πονηριά τα μικρά του ματάκια.

Εκείνη τη στιγμή το μαύρο πέπλο, που σκέπαζε το χρυσό λιβάδι, έγινε ακόμη πιο μαύρο και τότε ακούστηκαν λόγια σκληρά, αλλά αληθινά, από τον αέρα, τον πολυταξιδευτή, που μόλις εκείνη τη στιγμή κατέφθανε από ταξίδι μακρινό, από τον έναστρο ουρανό.

«Εδώ και πολλή ώρα σας ακούω να διαμαρτύρεστε και να φωνάζετε, πως δεν θα μπορείτε σήμερα με τόσο πυκνό σκοτάδι να κάνετε τις δουλειές σας, αλλά κανένας από εσάς δεν αναρωτήθηκε μήπως έχει συμβεί κάτι κακό στο φίλο μας τον ήλιο.»

Όλοι τότε κοιτάχτηκαν αμήχανα μεταξύ τους, συνειδητοποιώντας πόσο δίκιο είχε ο αέρας. Τα λόγια του, σαν νιφάδες, χοντρές, χιονιού, ήρθαν να παγώσουν την ψυχή όλων των κατοίκων του χρυσαφένιου λιβαδιού.

Ξάφνου, μία λάμψη δυνατή άρχισε να ξεχύνεται δειλά, δειλά, μέσα από το φύλλωμα του δέντρου, σαν να ήθελε να σκορπίσει σε όλους την ελπίδα.

«Κάποια λύση θα υπάρχει» είπε τότε η κουκουβάγια και αφού σκέφτηκε για λίγο, ανέβηκε στο πιο ψηλό κλαδί του δέντρου και  φώναξε με όλη της τη δύναμη, για να την ακούσει και ο τελευταίος κάτοικος του χρυσαφένιου λιβαδιού.

«Μόνη θα πετάξω ψηλά στον ουρανό και θα εξιχνιάσω, όσο πιο γρήγορα μπορώ, το μυστήριο της εξαφάνισης του φίλου μας του ήλιου». Αυτά λοιπόν είπε και ανοίγοντας διάπλατα τις φτερούγες της, χάθηκε μέσα στο πυκνό σκοτάδι του ουρανού. Είχε δώσει την υπόσχεσή της και ήθελε οπωσδήποτε να την τηρήσει.

Πράγματι, η κουκουβάγια φτερουγίζοντας από αστέρι σε αστέρι και ακολουθώντας το ουράνιο εκείνο μονοπάτι, όπως της είχε υποδείξει κάποτε το φεγγάρι, κατόρθωσε  να φτάσει, έξω ακριβώς από το χρυσό παλάτι του ήλιου. Πώς όμως θα έμπαινε μέσα; Η βαριά χρυσαφένια πόρτα ήταν κλειστή και τα παράθυρα καλά σφαλισμένα. Άρχισε λοιπόν να πετά όλο απόγνωση γύρω από το χρυσαφένιο παλάτι, χωρίς να ξέρει τι να κάνει. Κάποια στιγμή όμως κι ενώ ήταν αρκετά απογοητευμένη, άκουσε μία λεπτή φωνούλα να την προσκαλεί

«Εεε! Κουκουβάγια! Τι φτερουγίζεις  γύρω από το παλάτι του ήλιου;»

Η κουκουβάγια τότε, σηκώνοντας ψηλά το κεφάλι της, είδε να κάθεται πάνω στη  στέγη του παλατιού ένα μικρό, πολύ μικρό αστεράκι.

«Καλό μου αστεράκι» απάντησε αμέσως η κουκουβάγια «έρχομαι από πολύ μακριά, από το χρυσαφένιο λιβάδι. Ανησυχούμε πολύ όλοι οι κάτοικοι εκεί, καθώς ο φίλος μας ο ήλιος δεν ήρθε σήμερα να μας επισκεφτεί. Ξέρεις μήπως τι έχει συμβεί;»

To αστεράκι τότε, ακούγοντας με πολύ συμπάθεια τα λόγια της κουκουβάγιας, άρχισε να εξιστορεί όλα όσα είχαν συμβεί το προηγούμενο βράδυ.

«Μέχρι εχθές, καλόκαρδη κουκουβάγια μου, ήμασταν όλοι πολύ ευτυχισμένοι, εδώ ψηλά στον ουρανό. Να φανταστείς κάναμε και μία μεγάλη γιορτή για τα γενέθλια της σελήνης. Έτσι λοιπόν συγκεντρωθήκαμε με γέλια και χαρές, για να γιορτάσουμε το υπέρλαμπρο αυτό γεγονός. Όλα τα αστέρια του ουρανού τραγουδούσαν κι έπαιζαν μελωδική μουσική. Ενώ ο ήλιος δεν σταματούσε  να χορεύει με την όμορφη σελήνη. Ο ίδιος  φορούσε τη χρυσαφένια κάπα του κι εκείνη την ασημένια. Έλαμπαν από ομορφιά και οι δύο. Ο ήλιος από τη χρυσαφένια λάμψη του και η σελήνη από την ασημένια λαμπρότητά της.

Λίγο πριν τελειώσει όμως η γιορτή και ανταλλάξουμε τις καληνύχτες μας όλα τα αστεράκια του ουρανού, είδα με τα μικρά λαμπερά μου ματάκια, τον ίδιο τον ήλιο να πετά με δύναμη και αποφασιστικότητα τη χρυσή του κάπα, κάτω στη γη. Ήθελε οπωσδήποτε να ζεστάνει κάποια μικροσκοπικά λουλουδάκια, που τουρτούριζαν τα καημένα από το πολύ το χιόνι πάνω σε μια χιονισμένη βουνοπλαγιά… Δεν υπολόγισε όμως ο ήλιος, πως αυτή ήταν η τελευταία χρυσή του κάπα, αφού όλες τις είχε μοιράσει στους κατοίκους της γης, ώστε να μην κρυώνουν, τώρα που είναι χειμώνας και κάνει κρύο. Έτσι, μετά τη γιορτή, μπήκε στο παλάτι του και δεν ξαναβγήκε. Όπως καταλαβαίνεις, νιώθει μεγάλη λύπη, που δεν έχει κι άλλες κάπες, για να στείλει σε όλα τα πλάσματα της γης, που έχουν ανάγκη από φως και ζεστασιά».

Η κουκουβάγια τότε συγκινημένη από τα λόγια αυτά, υποσχέθηκε στο αστεράκι πως ήθελε οπωσδήποτε να βοηθήσει τον ήλιο. Θα κατέβαινε για λίγο στο χρυσαφένιο λιβάδι και ήταν σίγουρη πως θα έβρισκε μία λύση με τη βοήθεια όλων των κατοίκων του. Πράγματι, όλοι οι κάτοικοι, εκεί, περίμεναν με ανυπομονησία μεγάλη την κουκουβάγια και όταν έμαθαν τα νέα συγκινήθηκαν από τη μεγαλοψυχία του ήλιου και ήθελαν όλοι να τον βοηθήσουν. Δεν ήξεραν όμως με ποιο τρόπο θα μπορούσαν να του προσφέρουν αυτές τις χρυσές κάπες. Τότε η αράχνη, κατεβαίνοντας σιγά, σιγά από το δέντρο, ήταν εκείνη, που με τις ιδέες της, τους εξέπληξε όλους.

«Εγώ θα βοηθήσω τον ήλιο να λύσει αυτό το σοβαρό πρόβλημα που αντιμετωπίζει κι αν αναρωτιέστε με τι τρόπο, η λύση φυσικά είναι οι βελόνες μου» συμπλήρωσε με σιγουριά.

Όλοι τότε κατάλαβαν αμέσως τι είχε κατά νου η αράχνη κι ένα αχνό χαμόγελο άρχισε σιγά, σιγά να ζωγραφίζεται στα απογοητευμένα πρόσωπά τους.

Μια και δυο λοιπόν, η αράχνη πήρε τις βελόνες της και τις χρυσές κλωστές της, ανέβηκε πάνω στην κουκουβάγια και πέταξαν και οι δυο πια για το παλάτι του ήλιου. Όταν το μικρό αστεράκι τις είδε δεν πίστευε σε αυτό, που έβλεπε. Πράγματι, η αράχνη έπιασε αμέσως δουλειά. Άρχισε λοιπόν να ράβει με τις μεγάλες βελόνες της τις χρυσές  κάπες του ήλιου. Έραβε, έραβε χωρίς σταματημό και δεν ήθελε ούτε να φάει ούτε να πιει, μέχρι να τελειώσει τη δουλειά της. Πράγματι, το αποτέλεσμα ήταν εκθαμβωτικό! Κατάφερε να ράψει και να κεντήσει τις πιο όμορφες κάπες που είχε ποτέ φορέσει ο ήλιος.

Ο ήλιος, με τη σειρά του, δεν πίστευε από τη χαρά του, στο θέαμα, που έβλεπε. Ολοκαίνουριες, ολόχρυσες κάπες περίμεναν υπομονετικά, για να τις δοκιμάσει. Αφού ευχαρίστησε από την καρδιά του την αράχνη και την κουκουβάγια, φόρεσε την πρώτη, που είδε μπροστά του και ήταν έτοιμος για άλλη μια φορά να στείλει την πιο ζεστή και φωτεινή καλημέρα του σε όλα τα πλάσματα της γης. Από εδώ και στο εξής η αράχνη θα έραβε τις καλύτερες κάπες για τον ίδιο.

Έτσι, στο χρυσαφένιο λιβάδι, το σκοτεινό πέπλο δια μιας εξαφανίστηκε, γιατί ο ήλιος φορώντας τη νέα κάπα του, έστελνε κι εκεί μία ολόχρυση καλημέρα. Τότε, όλα τα ζώα εκεί αποφάσισαν  να γιορτάσουν την επιστροφή του φίλου τους του ήλιου. Έκαναν μία μεγάλη γιορτή, στην οποία προσκεκλημένοι ήταν όλοι. Φυσικά από τη γιορτή αυτή απουσίασε μόνο ο τυφλοπόντικας, γιατί έψαχνε, με λαχτάρα, να βρει τα γυαλιά του μέσα στα παγωμένα νερά της λίμνης. Πώς θα έβλεπε τώρα;

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη