«Το τρένο που με έφερε στη ζωή», ένα διήγημα της Μαρίας Ξανθοπούλου Κανελλιάδου για τη λογοτεχνική δράση «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Ξεκίνησα για το σταθμό, για το μεγάλο  ταξίδι που ονειρευόμουν πολύ καιρό. Παρατηρούσα τις φιγούρες των πεζών που βάδιζαν τυλιγμένοι στην πρωινή εφήμερη ομίχλη. Μια αδιάκοπη κίνηση, με τα βήματα της επιθυμίας στα γρανάζια αντιφάσεων μπλεγμένα.

Στην αποβάθρα του τρένου ξετυλίγονται απλές ιστορίες καθημερινής τρέλας. Ένας λαβύρινθος σκηνών με ισχυρές δονήσεις στα βλέμματα. Αγγίγματα σε αρμονικές δόσεις τρυφερότητας. Ατέλειωτα φιλιά αποχωρισμού. Στήθη γεμάτα από οξυγόνο δράσης. Αδένες που φουσκώνουν στο άκουσμα της σφυρίχτρας της επιβίβασης στο προκαθορισμένο δρομολόγιο.

Ο σιδηροδρομικός σταθμός βουίζει από τις φωνές του κόσμου. Στεκόμουν σε μια άκρη του  σταθμού και άκουγα όλο αυτό το θόρυβο. Μου άρεσε πάντα να παρατηρώ τις αντιδράσεις των ανθρώπων. Να παρατηρώ το κάθε τι.

Το ταξίδι αυτό το είχα σχεδιάσει και το ονειρευόμουν από καιρό. Πάντοτε έλεγα ναι στα ταξίδια. Ένα ταξίδι δίνει την ευκαιρία να δει κανείς πολλές περιοχές, διαφορετικούς ανθρώπους, έτσι όπως τους βλέπει ένας ταξιδευτής, που διαρκώς μετακινείται και απορεί με όλα όσα υπάρχουν. Η ποικιλία, η πληθώρα των εντυπώσεων, είναι αυτό που αξίζει στο ταξίδι.

 Είχα προετοιμάσει  το ταξίδι μου  με πολύ σχολαστικότητα όλο αυτό τον καιρό, με όλη μου την άνεση. Στην εποχή μας οι άνθρωποι υποφέρουν από έλλειψη χρόνου. Ο τρόπος της ζωής τους τούς υποχρεώνει σε μια βιασύνη τέτοια, που καθιστά την ταχύτητα υπέρτατο δυνάστη της ανθρώπινης ζωής.

 Μόνο οι έφηβοι έχουν άλλους ρυθμούς.

Είναι ο ύποπτος  του αιώνα μας η εφηβεία. Μια ηλικία από την οποία δεν γιατρεύεται κανείς ποτέ. Για τους νέους η ζωή ξημερώνει κάθε μέρα με κάτι καινούριο. Κάτι εκπληκτικό μέσα τους και γύρω τους. Οι νέοι μένουν για αρκετό καιρό σ αυτή τη φάση και δεν οικειοποιούνται τις προβλεπόμενες αντιδράσεις και την ταχύτητα των μεγάλων. Φυσικά κανείς δε μπορεί να μείνει για πάντα παιδί. Απλά υποχρεώνεται να κάνει συμβάσεις. Κι εγώ επειδή δεν είμαι πια παιδί και δεν μπορώ τις συμβάσεις, θέλοντας να αποφύγω την τρέλα, διαβάζω και γράφω, για να διορθώσω την πραγματικότητα. Διάβαζα λογοτεχνία από πολύ μικρή. Μου άνοιξε πόρτες και παράθυρα για να μπαίνει ο ήλιος, για να μπαίνει ο κόσμος όλος σφιχταγκαλιασμένος. Κατάλαβα ότι σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης οι άνθρωποι κλαίνε ή γελάνε, λυπούνται ή χαίρονται για τους ίδιους ακριβώς λόγους.

Ζω με πάθος τα όνειρά μου, στοχεύω πάντα στο ανέφικτο και πιστεύω στο θαύμα. Δεν ξέρω ποια είμαι, ούτε τι θέλω να κάνω. Θέλω να βλέπω τον εαυτό μου με καινούρια ματιά. Να αποφασίζω κάθε μέρα γιατί πολλά πράγματα βρίσκονται ακόμα σε κίνηση και πολλά μπορούν να αλλάξουν. Η ζωή είναι τόσο περίπλοκη.

Άφησα στο σπίτι μου, στην Οσάκα, το δωμάτιο που είχα γεμίσει με χαρταετούς, ηλεκτρικά τρενάκια, τηλεκατευθυνόμενα αεροπλάνα, μπαλαρίνες, κούκλες, ζωάκια, που όταν ήμουν παιδί τα ονειρευόμουν μπροστά σε μια βιτρίνα. Στο σπίτι που μεγάλωσα βρίσκεται η καρδιά μου, εκεί έχουν ανθίσει οι πιο γλυκές αναμνήσεις, οι άνθρωποι που αγάπησα παράφορα. Μεγάλωσα όμως πια και χρειάζομαι απελπισμένα να πιστέψω στην αιωνιότητα του έρωτα, στη διάρκεια του πόθου, στη νίκη του πάνω στη φθορά του χρόνου.

Και τώρα να που βρίσκομαι πάνω στο shinkansen,   που τρέχει αδάμαστο πάνω στις ράγες. Μου δίνει την αίσθηση ότι ταξιδεύω με αεροπλάνο. Προορισμός μου η Νάρα, ιερή πόλη της Ιαπωνίας.

Κοιτάζω έξω από το παράθυρο του τρένου και αποχαιρετώ την Οσάκα, που όλο και απομακρύνεται. Ανοιξιάτικο πρωινό. Μια γλύκα απλώνεται, που βγαίνει μέσα από τη σιωπή, που την σπάει η λάμψη του πρωϊνού ήλιου. Ήσυχο γλυκό τοπίο. Βουνά χαμηλά, πλημμυρισμένα ήρεμο φως.  Κάτασπρα σύννεφα σε διάφορους σχηματισμούς περνούν  από τον ουρανό και δύο μεγάλα πουλιά πετούν στο γαλάζιο που δεν τελειώνει πουθενά.  Ανάμεσα στα πράσινα δέντρα ξεπροβάλλει ένα τριανταφυλλένιο φως. Η πρώτη ανθισμένη κερασιά. Αυτή είναι η Ιαπωνία! Αυτή είναι η Ιαπωνία!

Το άνθος της κερασιάς  είναι έμβλημα των Σαμουράι, γιατί κρατιέται καλά πάνω σε δυνατό κλαδί και πεθαίνει πέφτοντας στη γη πριν μαραθεί, όπως πεθαίνει κι ο Σαμουράι πριν ντροπιαστεί. Το διακριτικό  άρωμα της κερασιάς έρχεται να  ανακουφίσει τη φύση, την ίδια πάντα κατάλληλη στιγμή. Τότε που ο χειμώνας αρχίζει να υποχωρεί. Παρατηρώ τη δροσιά στα φύλλα  των δέντρων.

Το τρένο έκοψε ταχύτητα. Κοίταζα μαγεμένη από το παράθυρο. Περνάμε μια ατέλειωτη γέφυρα πάνω από ένα ποτάμι.  Απέραντη μου φάνηκε η έκταση της αντανάκλασης του ήλιου στα ορμητικά νερά. Τα πρώτα ποτάμια που είδα ήταν σε ζωγραφιές, εικονογραφήσεις σε παιδικά βιβλία και σε μυθιστορήματα του Ιούλιου Βερν. Υπάρχει κάτι το μαγικό στα ποτάμια. Δεν μπορώ να εξηγήσω αλλιώς το πόσο με καθηλώνει η θέα τους. Ώρες μπορώ να κάθομαι ακίνητη, σαν υπνωτισμένη και να κοιτάω το ρεύμα τους να κυλά. Κάπου μέσα μου αυτή η ροή συντονίζεται με τη ροή του συνειδητού μου. Το ποτάμι και εγώ γινόμαστε ένα.

Το τρένο μειώνει ταχύτητα. Ακούω τη σφυρίχτρα του σταθμάρχη. Μια συγκίνηση με συνεπήρε στην ανάμνηση του μπαμπά μου. Αυτή ήταν η δουλειά του για τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια. Σταθμάρχης στο σταθμό των τρένων της Οσάκα. Θυμάμαι τότε που ήμουν μικρή, με πήγαινε η μαμά στο σταθμό να δω τον μπαμπά και τα τρένα. Πόσο καμάρωνα για τον μπαμπά μου, που με ένα σήκωμα του χεριού του, κρατώντας ένα κόκκινο σημαιάκι, σταματούσε ολόκληρη αμαξοστοιχία και με το σφύριγμά του ξεκινούσε. Θυμάμαι με πόση εγκαρδιότητα τον χαιρετούσαν οι μηχανοδηγοί.

Η σχέση μου με τα τρένα είναι μια σχέση ζωής. Και τώρα να που βρίσκομαι ολομόναχη σε ένα βαγόνι πρώτης θέσης άδειο, με τις κυριακάτικες εφημερίδες δίπλα μου. Το τρένο σταμάτησε σε ένα  σταθμό για να πάρει επιβάτες. Θα ξεκινούσε σε δέκα λεπτά. Παρακολουθούσα τους λιγοστούς επιβάτες που προχωρούσαν, ψάχνοντας για τον αριθμό του βαγονιού τους.

Έξω είχε ζέστη, μέσα όμως ο κλιματισμός με δρόσιζε και μου έφερνε ευεξία. Σκέφτηκα πόσο γρήγορα πέρασαν τα χρόνια. Με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη από αυτήν του shinkansen.   Ασυναίσθητα κοίταξα το ρολόι. Τρία λεπτά έμεναν ακόμα. Δεν ήθελα να ταξιδεύω μόνη μου, αν και θα μπορούσα να τραγουδήσω και να χορέψω, να μιλήσω στον εαυτό μου δυνατά, κάνοντας ερωτήσεις και δίνοντας εύστοχες απαντήσεις. Έκανα μεγάλο λάθος να κλείσω σε βαγόνι πρώτης θέσης. Έμενε ακόμα ένα λεπτό. Πόσο παρακαλούσα να έμπαινε κάποιος. Μόνη μου σ’ όλη τη ζωή, μόνη και στο ταξίδι; Αλλιώς το είχα ονειρευτεί. Με συντροφιά και αγάπη.

Μόλις ξεκίνησε το τρένο, σύρθηκε η πόρτα και ένα μεσήλικας άντρας μπήκε και κοίταξε ήρεμα το βαγόνι. Κάθισε απέναντί μου. Είχε ένα βλέμμα ευγενικό με πολύ αυτοπεποίθηση. «Θα πρέπει να έχει διευθυντική θέση» σκέφτηκα. Φορούσε μπεζ λινό κοστούμι, άσπρο πουκάμισο, μπεζ γραβάτα και άσπρα σπορ παπούτσια με κορδόνια. Κρατούσε εφημερίδες και ένα καφέ δερμάτινο μικρό τσαντάκι. Με χαιρέτισε με ένα νεύμα και ένα συγκρατημένο χαμόγελο. Κάθισε άνετα στη θέση του και άνοιξε μια από τις εφημερίδες.

Όταν διαβάζω εφημερίδες, μου φέρνουν μια λύπη, μια απογοήτευση. Κουβαλάνε υπόγειες δυνάμεις που προσπαθούν να μου σπάσουν τα νεύρα. Μου δημιουργούν φόβους. Διαφημίζουν την καταστροφή. Σπάνια θα διαβάσεις μια ευχάριστη είδηση. Θέλουν με  να πείσουν πως χανόμαστε, ό,τι και να κάνουμε. Λοιμοί, καταποντισμοί, σεισμοί, τρύπα του όζοντος, ρύπανση θαλασσών, εξαφάνιση ειδών. Κόλαση η ζωή. Τις διαβάζω όμως.

Παρατηρώ το συνεπιβάτη μου. Πρόσεξα ότι διαβάζει στα πεταχτά. Μάλλον τίτλους. Κάπου κάπου ρίχνει αστραπιαίες ματιές προς το παράθυρο, που φαντάζει σαν οθόνη με κινούμενες πολύχρωμες εικόνες.

Καθώς το shinkansen ανέπτυξε σταδιακά μεγάλη ταχύτητα, άφησε την εφημερίδα. Κοιτάζαμε τώρα από τα παράθυρά μας σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Ο ένας αριστερά, ο άλλος δεξιά. Βλέπαμε διαφορετικά τοπία, αν και είμασταν στο ίδιο τρένο, με την ίδια κατεύθυνση και -φαντάζομαι- τον ίδιο προορισμό. Αυτό που βλέπαμε έμοιαζε με πίνακα, που τα χρώματα είχαν μπερδευτεί και έμπαινε το ένα μέσα στο άλλο. Ήταν αποτέλεσμα της μεγάλης ταχύτητας του τρένου.

Αργότερα ο καθένας μας θα είχε διαφορετικές αναμνήσεις από την ίδια διαδρομή. Άλλωστε ο  καθένας βλέπει ό,τι τον ενδιαφέρει, ανάλογα μ’  αυτά που έχει ζήσει, γιατί οι βιωματικές  εμπειρίες δημιουργούν συνειρμούς στη θέα διάφορων γεγονότων.

Πέρασαν κάπου δεκαπέντε λεπτά όταν, ξαφνικά και απρόσμενα, μου μίλησε.

«Πολιτισμένα έγιναν τα τρένα» είπε. «Είχα έρθει πριν πολλά χρόνια και ταλαιπωρήθηκα πολύ»

«Πράγματι!» Είπα. «Και τις Κυριακές ταξιδεύουν σχεδόν άδεια»

Με κοίταξε τώρα ερευνητικά.

«Είστε η συγγραφέας Αϊ Άκεμι Σαν; Σας είδα πριν λίγο καιρό σε μια παρουσίαση κάποιου βιβλίου σας. Δεν θυμάμαι τον τίτλο. Ντρέπομαι που το λέω, αλλά δεν έχω διαβάσει τίποτε δικό σας. Είμαι τόσο πιεσμένος αυτή την περίοδο!»

«Δεν πρέπει να ανησυχείτε καθόλου. Πολλοί με έχουν ακουστά, αλλά λίγοι έχουν διαβάσει  τα βιβλία μου. Είμαι πιο γνωστή στο όνομα παρά στο έργο»

«Εγώ πάντως έχω μια δικαιολογία» συμπλήρωσε. «Στην Ιαπωνία είμαι μονάχα ένα χρόνο. Γεννήθηκα και ζω στην Ελλάδα.»

«Τα Ιαπωνικά σας όμως είναι άψογα!»  Είπα. «Πώς γίνεται αυτό;»

Αμέσως σηκώθηκε. Έκανα και εγώ  το ίδιο.

«Να σας συστηθώ είπε. Νικόλας Κανελλάκης. Δημοσιογράφος.»

«Εμένα με ξέρετε ήδη» είπα, δίνοντάς του το χέρι μου. Το άγγιγμά του με έκανε να αναριγήσω. Κάτι είχε αυτός ο Έλληνας που με μαγνήτιζε, με αναστάτωνε.

Μία ώρα έμενε ακόμα ώσπου να φτάσουμε στο τέλος της διαδρομής. Στην ιστορική πόλη Νάρα. Πόσο θα ήθελα το ταξίδι αυτό να μην τελείωνε ποτέ. Μου προξενούσε τόσο ενδιαφέρον ο άντρας που καθόταν απέναντί μου.  Είχε αρχίσει να αποκτά  ενδιαφέρον το ταξίδι.  Ήθελα να του μιλήσω γενικά για διάφορα θέματα, κάτι όμως με κρατούσε, με αποτέλεσμα να μην τολμάω να το κάνω.

Ακολούθησε μια μεγάλη σιωπή. Υπήρχε γενικά στον αέρα μια αμηχανία. Τη σιωπή έσπασε η γεμάτη μελωδία φωνή του.

«Πηγαίνετε στη Νάρα για δουλειές;»

Μετά το πρώτο ξάφνιασμα στο άκουσμα της φωνής του, είπα:

«Ναι, στη Νάρα πηγαίνω αλλά όχι για δουλειές. Πηγαίνω για να θαυμάσω το χάλκινο άγαλμα του Βούδα και τις άλλες αρχαιότητες. Η Νάρα ήταν η παλιότερη πρωτεύουσα της Ιαπωνίας. Ξεκίνησα σήμερα από την Οσάκα για την  Νάρα και θα μείνω για μια ολόκληρη εβδομάδα. Αν και είναι πατρίδα μου η Ιαπωνία, πηγαίνω για πρώτη φορά σ’ αυτήν την πόλη με την τόσο σημαντική ιστορία. Εσείς, στη Νάρα πηγαίνετε;»

«Ναι, πηγαίνω να κάνω ένα ρεπορτάζ για λογαριασμό μιας εφημερίδας της πατρίδας μου. Σε ποιο ξενοδοχείο θα μείνετε;»

«Στο Lightning Hotel Nara. Εσείς;»

«Τι όμορφη έκπληξη! Θα μείνουμε στο ίδιο ξενοδοχείο. Χαίρομαι τόσο πολύ που θα έχω την ευκαιρία να σας ξαναδώ» είπε και με κοίταξε με τα κατάμαυρα μάτια του. «Με έχει συγκινήσει τόσο πολύ η φυσική ευγένεια των Γιαπωνέζων. Είστε εύθυμος λαός, με καθαρές φυσιογνωμίες  και με έμφυτη αρχοντιά»

Από την ταραχή και το τρακ που ένοιωθα καθώς μου μιλούσε και με κοίταζε ίσια στα μάτια, άρχισα να λέω διάφορα για την πόλη που πηγαίναμε. Ότι είναι ιερή πόλη και η πρώτη πρωτεύουσα της Ιαπωνίας  από το 710-780 μ.Χ.. Για τους περίφημους βουδιστικούς ναούς, το γιγάντιο άγαλμα του Βούδα και το μοναδικό σε φήμη πάρκο της. H Νάρα είναι η Μέκκα της Ιαπωνίας.

Όση ώρα μιλούσα, με άκουγε με προσοχή. Ζυγώναμε στη Νάρα.  Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Δεν μπορούσα να διαχειριστώ όλη αυτή μου την αναστάτωση. Να ήταν άραγε επειδή θα έβλεπα  επιτέλους τη Νάρα με τη θαυμαστή ιστορία της;  Ή μήπως η αναστάτωσή μου οφειλόταν στην παρουσία του Νικόλα;

Mε έβγαλε από τις σκέψεις μου η φωνή του, όταν ευγενικά με ρώτησε αν με περιμένει κάποιος στην Νάρα.

«Όχι!» Είπα και ακούστηκε αλλόκοτα η φωνή μου.

Τα μάγουλά μου τα ένιωθα να καίνε. Αισθανόμουνα σαν να είχα πυρετό.

Προσπαθούσα  να μην τον κοιτάξω στα μάτια γιατί δεν το άντεχα.

«Θα θέλατε τότε να πάμε μαζί στο ξενοδοχείο;»

Κατάπια τη γλώσσα μου. Απάντησα με ένα χαμόγελο κι ένα νεύμα του κεφαλιού.

Μόλις κατεβήκαμε από το τρένο σταθήκαμε ξαφνιασμένοι. Ένα πολύβουο ποτάμι από ένα πλήθος ανθρώπων με πολύχρωμα φανταχτερά ρούχα βάδιζαν σαν σε λιτανεία. Άντρες και γυναίκες ανέβαιναν με ταμπούρλα τον ανηφορικό δρόμο για τη Νάρα.

«Είναι σήμερα η γιορτή των λουλουδιών!» Μας εξήγησε ευγενικά ο σταθμάρχης με μια βαθιά υπόκλιση.

Ο οδηγός του ταξί ευγενέστατος, με ένα ανοιχτόκαρδο χαμόγελο, τακτοποίησε τις βαλίτσες μας στο πορτ-μπαγκάζ, την ώρα που εμείς μπαίναμε στα πίσω καθίσματα του αυτοκινήτου. Ο ένας δίπλα στον άλλον. Φοβόμουν ότι θα άκουγε την καρδιά μου που χτυπούσε σαν τρελή.

«Είμαι γοητευμένος μαζί σας. Θα ήθελα, να δειπνήσουμε μαζί το βράδυ, αν δεν έχετε αντίρρηση»

 Τι αντίρρηση να είχα, που εγώ πέταξα μέχρι τον έβδομο ουρανό από τη χαρά μου;

«Σας ευχαριστώ πολύ» είπα «μου αρέσει πολύ η ιδέα σας!»

 Η επιγραφή του ξενοδοχείου φάνηκε με κάτι έντονα χρώματα που αναβόσβηναν διαδοχικά στο βάθος του δρόμου. Μπροστά στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου έγιναν οι σχετικές διατυπώσεις και σε λίγο με το κλειδί στο χέρι έσκυψα να πάρω τη βαλίτσα μου.

 Δεν πρόλαβα. Ο Νικόλας πήρε τη βαλίτσα λέγοντας:

«Μπορώ να σας συνοδέψω; Σε ποιόν όροφο πηγαίνετε;»

«Στο δεύτερο» μπόρεσα να πω.  «Στο διακόσια δέκα τρία.»

«Όλο ευχάριστες συμπτώσεις!» Είπε. «Το δωμάτιο μου είναι στον ίδιο όροφο.  Το διακόσια δέκα τέσσερα.»

 Βιαζόμουν τόσο πολύ να βρεθώ μόνη στην ησυχία του δωματίου μου! Να βάλω σε μια σειρά τις σκέψεις μου, να κλείσω τα μάτια μου και να δω σαν σε όνειρο όλα αυτά που είχα ζήσει σήμερα. Έγιναν μέσα σε λίγες ώρες τόσα, όσα δε θα μπορούσαν να γίνουν σε χρόνια! Γνωριμίες, συγκινήσεις,  απρόοπτα, συμπτώσεις…

«Σας ευχαριστώ πολύ» είπα σαν υπνωτισμένη.

 «Θα σας περιμένω το βράδυ στις εννιά στο εστιατόριο του Ξενοδοχείου. Μην το ξεχάσετε» είπε προσπαθώντας να ανοίξει την απέναντι πόρτα, στο διακόσια δέκα τέσσερα. Την πόρτα του δωματίου του.

«Δεν θα το ξεχάσω» απάντησα. «Θα σας δω στις εννιά!» Κι έκλεισα κάπως βιαστικά την πόρτα.

Επιτέλους μόνη μου. Να φανταστώ, να σχεδιάσω, να ονειρευτώ. Δεν είχα όμως πολύ χρόνο στη διάθεσή μου για ονειροπολήσεις. Έπρεπε να βιαστώ! Σε δύο ώρες από εκείνη τη στιγμή θα τον ξανάβλεπα. Και είχα τόσα να κάνω. Πρώτα  έπρεπε να ηρεμήσω τους χτύπους της καρδιάς μου. Να γαληνέψω τα σκιρτήματα που είχα καιρό να νιώσω.

Μετά από χρόνια άρχισα να σιγοτραγουδάω στο μπάνιο. Έπρεπε στο δείπνο να είμαι λαμπερή και ευχάριστη. Έπρεπε οπωσδήποτε να τον εντυπωσιάσω. Ήθελα τόσο πολύ  να τον ξαναδώ!  Είχε ενεργοποιηθεί όλο μου το είναι μέχρι  το πιο μικρό μου κύτταρο. Ζούσα τις στιγμές που θα χώριζαν τη ζωή μου στο πριν και το μετά.

Από μικρή όταν βρισκόμουν σε αμηχανία έγραφα. Κάθισα στο γραφειάκι.

Φυλακισμένη

στα θέλω και τα πρέπει

δίχως όνειρα

Τα βέλη του έρωτα

διαγράφουν το στόχο.

Ήμουν σχεδόν έτοιμη για το δείπνο. Αισθανόμουν σαν κοριτσάκι που ετοιμάζεται για το πρώτο του ραντεβού.

Πήρα το ασανσέρ για το εστιατόριο. Με περίμενε με μια αγκαλιά κατακόκκινες ανεμώνες.

Πρώτη μου φορά, ενώ πεινούσα πολύ, δεν μπόρεσα να φάω σχεδόν τίποτε.

Τον άκουγα να μιλάει, με πολύ ενδιαφέρον.

 Ήταν η φωνή του που με μαγνήτιζε, οι εκφράσεις που έπαιρνε το πρόσωπό του, ο τρόπος που έβαζε τη μια λέξη δίπλα στην άλλη σε ένα τέλειο γειτόνεμα;  Δεν μπόρεσα να φάω, το κρασί όμως που ήπια μου άρεσε τόσο πολύ! Είχε ένα ιδιαίτερο άρωμα κι ένα χρώμα ρουμπινί. Έλαμπε στο ποτήρι! Πρέπει να έκανε και τα μάτια μου να λάμπουν. Έτσι νόμισα, γιατί ο Νικόλας με κοίταζε συνέχεια δίχως να παίρνει ούτε για μια στιγμή το βλέμμα του από τα μάτια μου. Τα μάγουλά μου έγιναν κατακόκκινα σαν τις ανεμώνες που ήταν πλάι μου.

Κάποια στιγμή του έδωσα το σημείωμα με το τάνκα. Το διάβασε.

Δίχως να μιλήσει, προς έκπληξή μου, πήρε το μολύβι, γύρισε το χαρτάκι του σημειώματος από την άλλη μεριά και έγραψε:

Μπρος στο ποίημα

Ξεγυμνώνονται στο φως

σώμα και ψυχή

Ζωγραφιά ο έρωτας

Στους καθρέφτες των ματιών

Ήταν η δική του απάντηση με ένα τάνκα!

Το καινούριο ταξίδι ήδη είχε ξεκινήσει!

 


Μάθετε περισσότερα για τη λογοτεχνική μας δράση εδώ: «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»                               

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη