«Το Σώμα», ένα διήγημα της Κατερίνας Ευαγγέλου-Κίσσα

Όπως ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα, ολόγυμνος, ένιωσε να τον επεξεργάζεται αδιάκριτα ένα βλέμμα. Δύο ζεστά χέρια, ντυμένα με λάτεξ γάντια, τον ακουμπούσαν` άλλοτε τον πίεζαν, άλλοτε τον τραβούσαν, σαν να διερευνούσαν κάθε κοιλότητα και πτυχή του σώματός του. Ναι, αυτό έκαναν τα χέρια, άνοιγαν το πεδίο στα εξεταστικά μάτια με το βαθύ αδιάκριτο βλέμμα.

Το δυνατό φως του χώρου, που βρισκόταν, δεν είχε καμία σχέση με το ζεστό φάσμα φωτός, που διέχεε ο ήλιος. Αυτό ήταν άσπρο, ψυχρό και ανελέητα άπλετο. Αν είχε ανοιχτά τα μάτια του ήταν σίγουρος πως θα τον πονούσαν, έτσι όπως ήταν εκτεθειμένος ακριβώς κάτω από αυτό το φως. Όμως δεν κινήθηκε. Δεν αντέδρασε. Η ελάχιστη ζέστη, που εισέπραττε από το άγγιγμα αυτών των ξένων χεριών, του ήταν απολύτως απαραίτητη εκείνη τη στιγμή, σαν να εξαρτιόταν από αυτή την επαφή η ίδια του η ζωή. Τον χώρο στον οποίο βρισκόταν τον ένιωθε παντελώς άγνωστο και αφιλόξενα κρύο.

– Τα σημάδια φαίνεται να χωρίζουν το σώμα σε μέρη…, μια σταθερή γυναικεία φωνή ήρθε να συνδεθεί με το άγγιγμα των χεριών.

«Ώστε τα χέρια έχουν γυναικεία ταυτότητα», σκέφτηκε εκείνος, νιώθοντας μια αδικαιολόγητη ανακούφιση αντί για ένα αίσθημα συστολής, όπως θα ήταν πιο φυσικό για την κατάσταση.

Η φωνή συνέχισε την αφήγηση ανάμεσα σε ψηλαφήσεις και μακρόσυρτες παύσεις.

– Αναμένουμε τα αποτελέσματα της τοξικολογικής για να βεβαιωθούμε για το είδος και πιθανά την προέλευση της μελάνης που χρησιμοποιήθηκε. (Παύση. Ψηλάφηση στον αριστερό βραχίονα).

– Αν και αρχικά κλίναμε να πιστεύουμε πως χρησιμοποιήθηκε κάποιος τρόπος δερματοστιξίας, το ρηχό βάθος έγχυσης της μελάνης το αποκλείει. (Μακρόσυρτη παύση. Ψηλάφηση στην κοιλιακή χώρα και τον αριστερό μηρό).

– Παρατηρώ πως τα μέρη του σώματος, όπως έχουν… χμ… «οριοθετηθεί», παραπέμπουν στα διάφορα μέρη ενός σφαγίου προς βρώσιν.

«Σφαγίου προς βρώσιν… Σφαγίου προς βρώσιν…». Οι τρεις τελευταίες αυτές λέξεις ήχησαν ξαφνικά με αντίλαλο στα αυτιά του. Κάτι του φάνηκε, για πρώτη φορά, γνώριμο. Γνώριμο αλλά όχι ευχάριστο. Ένιωσε το στομάχι του να ανακατεύεται.

– Δεν υπάρχουν σημάδια πάλης, ούτε εμφανείς τραυματισμοί οιουδήποτε είδους. Η συμμετρία των δύο πλευρών και τα συγγενή χαρακτηριστικά φυσικής διάπλασης είναι εντυπωσιακά. Το σώμα σχεδόν αγγίζει την τελειότητα…, συμπέρανε η φωνή με μια αδιόρατη χροιά θαυμασμού όσο και απορίας.

Βαθύς αναστεναγμός και παύση. Δεν του άρεσαν οι παύσεις. Του δημιουργούσαν άγχος.

– Ελπίζω η νεκροτομή να μας οδηγήσει σε κάποιο συμπέρασμα αναφορικά με το αίτιο του θανάτου. Η νεκροψία των έσω οργάνων μπορεί να οδηγήσει σε…, συνέχισε η φωνή καθώς παράλληλα το αριστερό γαντοφορεμένο χέρι ακούμπησε σταθερά επάνω στο στήθος του, ενώ το δεξί οδήγησε το χειρουργικό νυστέρι να ακουμπήσει στην κορυφή του στέρνου του. Στην αίσθηση της κρύας μεταλλικής λεπίδας ο άντρας άνοιξε μεμιάς τα βλέφαρά του.

Το πρώτο πράγμα που αντίκρισε ήταν ένα ζευγάρι ανοιχτά γκρίζα μάτια πίσω από τη γυάλινη μάσκα της άσπρης στολής. Η γυναίκα στην οποία ανήκαν τα μάτια δεν έδειχνε φοβισμένη. Το συνοφρυωμένο βλέμμα της μάλλον παρέπεμπε σε θυμό ή δυσάρεστη έκπληξη, δεν μπορούσε να το διαβάσει σίγουρα.

– Πού βρίσκομαι; τη ρώτησε.

– Μη φοβάσαι, του απάντησε, δεν θα σε πειράξω. Έπειτα γύρισε το κεφάλι της προς τα πάνω, κοιτάζοντας ακριβώς πίσω από εκείνον, στο παράθυρο παρατήρησης με τον αμφίδρομο καθρέπτη και είπε κοφτά:

– Το Σώμα επανήλθε.

Έπειτα γύρισε και πάλι προς εκείνον.

-Πρέπει να σε συνδέσω στο μόνιτορ να ελέγξουμε τις μετρήσεις σου. Δεν ξέρουμε πόσον καιρό ήσουν σε κατάσταση παύσης, πρέπει να σιγουρευτούμε πως όλα λειτουργούν αρμονικά. Με καταλαβαίνεις; τον ρώτησε ήρεμα.

-Περίπου, της απάντησε εκείνος.

-Δεν θυμάσαι τίποτα, σωστά;

Εκείνος κούνησε το κεφάλι του σε άρνηση.

-Δεν θυμάμαι ούτε καν πως με λένε…, της είπε με έναν τόνο αβεβαιότητας στη φωνή του.

-Αυτό συμβαίνει επειδή δεν σε λένε κάπως, είσαι μόνο Σώμα ή τουλάχιστον αυτό προοριζόσουν να είσαι, του απάντησε εκείνη ρίχνοντάς του μια σκεπτική ματιά και συνέχισε στον ίδιο ήρεμο τόνο:

-Μόλις σιγουρευτούμε για το καλώς έχειν της υγείας σου θα ζητήσω να μετακινηθείς σε δικό σου δωμάτιο εκτός καραντίνας. Εκεί θα προσπαθήσουμε να λύσουμε αμφότεροι τις απορίες μας, συμφωνείς;

Εκείνος κούνησε το κεφάλι του σε κατάφαση.

-Ωραία. Ονομάζομαι Δόκτωρ Ρίχτερ, μα εσύ μπορείς να με φωνάζεις Άννα. Καλύτερα να προσπαθήσουμε να το πάμε βήμα – βήμα, μαζί, όοολο αυτό! Εντάξει; Τώρα του χαμογελούσε καθησυχαστικά πίσω από τη μάσκα.

-Εντάξει, συμφώνησε εκείνος.

Ξαφνικά ένιωσε να ανατριχιάζει σύγκορμος και άρχισε να τρέμει.

-Νομίζω πως κρυώνω Άννα, της είπε.

Εκείνη για πρώτη φορά τον κοίταξε κατάπληκτη.

-Κρυώνεις; τον ρώτησε και στη φωνή της ήταν έκδηλη μια έντονη απορία, σαν να μην τον πίστευε σχεδόν.

-Ναι, απάντησε εκείνος. Έλεγξε το χώρο γύρω του κουνώντας μόνο τα μάτια του.

-Δεν θα έπρεπε να κρυώνω; την ρώτησε αβέβαια.

-Δεν θα έπρεπε να γνωρίζεις τι είναι κρύο ή ακόμα κι αν το γνώριζες δεν θα έπρεπε να το αισθάνεσαι δυσάρεστα. Λογικά μέχρι τώρα έχεις περάσει όλη σου την ανάπτυξη μέσα σε μια παγωμένη θήκη. Γεννήθηκες με κρυογονική, συντηρήθηκες με κρυογονική. Κανονικά, θα έπρεπε το κρύο να σου προκαλεί οικειότητα, ένα αίσθημα άνεσης και ασφάλειας σχεδόν, θα έλεγα…, του απάντησε η Άννα μισοκλείνοντας τα μάτια της κοιτάζοντάς τον, καθώς ουσιαστικά ανέλυε φωναχτά τη σκέψη της.

-Πώς τα ξέρεις όλα αυτά; ήρθε εύλογη η ερώτησή του, ενώ παράλληλα ένα τσίμπημα αδρεναλίνης τον έκανε να νιώσει πως ίσως δεν ήταν εντελώς ασφαλής εκεί τελικά…

-Μια παλιά συνηθισμένη πρακτική που υποτίθεται ότι είχε εξαλειφθεί…, μουρμούρισε σχεδόν εκείνη. Η απότομη αύξηση των σφίξεων της καρδιάς του, που της σήμανε ξαφνικά ο παλμογράφος, την έκανε να γυρίσει να τον κοιτάξει στα μάτια κάνοντας μια μικρή παύση.

-Ηρέμησε, θα λυθούν οι απορίες σου σύντομα, εδώ είσαι ασφαλής… ασφαλής… ασφαλής…, η φωνή της έσβηνε καθώς βυθιζόταν σε μια ανήσυχη νάρκη, που δεν μπορούσε να της αντισταθεί.

Η ένεση, που του είχε χορηγήσει τόσο αριστοτεχνικώς όσο και κρυφίως η Δόκτωρ Ρίχτερ, τον έριξε σε έναν αδιέξοδο ύπνο. Ο ύπνος του, ένα συνονθύλευμα σπασμωδικών υπομνήσεων, σερβιρισμένο ωμά και ακατέργαστα από το ανεξέλεγκτο υποσυνείδητό του. Η επαναφορά του από την κατάσταση παύσης, θαρρείς και αναμόχλευσε ένα βούρκο καταπιεσμένων ερωτήσεων, που τώρα παλεύανε να ανασάνουν φρέσκο αέρα… Ποιος ήταν; Πού βρισκόταν; Ποιος τον δημιούργησε και γιατί; Από πού είχε έρθει; Πού πήγαινε; Τι σκοπό είχε; Ερωτήσεις, που κατά κανόνα παιδέψανε το ανθρώπινο είδος από αρχής κόσμου, παίρνανε σάρκα και οστά μέσα στους εφιάλτες του κι είχαν μορφή ακέφαλων σωμάτων, ανέκφραστων προσώπων και λουτρών αίματος…

-Ξύπνα, προσπαθούσε να επιβληθεί στον εαυτό του. Ξύπνα, ένας εφιάλτης είναι, ξύπνα!

Εις μάτην όμως. Από τη στιγμή που επανήλθε κατά τη διάρκεια της μελέτης, δεν είχε τύχη… Το ζοφερό του μέλλον θα συνέχιζε, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, την προδιαγεγραμμένη του πορεία προς τον θάνατο.

Είχε την ατυχία να είναι ένας από τους Έμψυχους και να βρεθεί στο χειρουργικό τραπέζι της Δόκτορος Ρίχτερ. Οι Έμψυχοι, αποτελούσαν το «περιθώριο σφάλματος» της διαδικασίας εργαστηριακής κλωνοποίησης, του Τμήματος Παραγωγής Αναλωσίμων του Υπουργείου Υγείας & Διαιώνισης του Είδους. Αρχικά προοριζόταν απλά για Σώματα, η χρήση των οποίων κάλυπτε πολλαπλές ανάγκες των ανώτατων θηλαστικών του πλανήτη, μεταξύ αυτών και τη διατροφή τους, κατά τα πρώτα χρόνια της επιβίωσης μετά το πυρηνικό ολοκαύτωμα. Οι Έμψυχοι ήταν Σώματα, που κατά τη διάρκεια της παραγωγής τους ανέπτυσσαν πλήρη συνείδηση του περιβάλλοντος και του εαυτού τους, κουβαλώντας στο D.N.A. τους ατελείωτα κομμάτια πληροφοριών, που περνούσαν στο ανθρώπινο είδος από γενιά σε γενιά. Χωρίς ποτέ να μπορέσει να εξηγήσει η επιστημονική κοινότητα, ποιος ήταν αυτός ο παράγοντας, που καθόριζε ποιά από τα Σώματα θα είχαν Ψυχή, κρατούσαν τους Έμψυχους πάντα στη λεγόμενη «παύση», μία κατάσταση υποβοηθούμενης καταστολής, προστατεύοντάς τους ως κόρη οφθαλμού, με σκοπό την επαναφορά τους σε ενεργό και πλήρη δράση, όταν το όριο θνησιμότητας άγγιζε το όριο επιφυλακής εξαφάνισης… Οι Έμψυχοι, φύσει και θέσει, ήταν η ελπίδα του ανθρώπινου γένους για επιβίωση και εξέλιξη σε έναν κόσμο που πρακτικά θα άγγιζε την τελειότητα, μιας και οι άνθρωποι είχαν προ πολλού σταματήσει, επιτέλους, να γεννάνε…

Οι ανεξήγητες δυνάμεις του Σύμπαντος, όμως, τον έφεραν αντιμέτωπο με τα ανοιχτά γκρίζα μάτια της Δόκτορος Ρίχτερ, στη θέση ενός Σώματος, που έπρεπε να είχε σταλεί κανονικά στο εργαστήριό της. Ποτέ έως τότε δεν είχε δουλέψει με έναν Έμψυχο, παρά το εύρος και το βάθος των επιστημονικών μελετών της και παρά τον διακαή της πόθο για κάτι τέτοιο… Το αντικείμενο των μελετών της, καθώς και των πειραμάτων της γι’ αυτό το σκοπό, αφορούσε τη γενετική μετάλλαξη του ανθρώπινου γονιδιώματος προκειμένου να καταστεί δυνατή η μετοίκιση σε άλλους πλανήτες με λιγότερο φιλικό περιβάλλον από αυτό που είχαν συνηθίσει. Μελέτες εγκεκριμένες από την ανώτατη διοικητική αρχή του πλανήτη και κατηγοριοποιημένες ως απολύτως μυστικές. Ακόμα και η ίδια της η ταυτότητα ήταν απολύτως μυστική και τώρα ήταν έξαλλη, που το λάθος κάποιου – προφανώς- ηλίθιου θα μπορούσε να εκθέσει ανεπανόρθωτα και την ίδια αλλά και την δουλειά της. Πώς στην ευχή θα δικαιολογούσε την λάθος παραλαβή; O νόμος για τους Έμψυχους ήταν τόσο αδιαμφισβήτητα αυστηρός ως προς την προστασία τους, που θα προτιμούσε να τον κόψει σε μερίδες εκείνη την στιγμή με τα ίδια της τα χέρια, προκειμένου να γλιτώσει τις ανακρίσεις, μέχρι να αποδειχθεί ότι δεν είχε καμία ανάμειξη σε αυτό το σφάλμα. Δεν θα ήταν εξάλλου η πρώτη φορά που θα δρούσε όχι απολύτως νόμιμα, με μόνο γνώμονα το συμφέρον των «επιστημονικών» της αναζητήσεων. Άνθρωπος αποφασιστικός και αδίστακτος η ίδια, ίσως είχε επιλεγεί τελικά για αυτή τη θέση ακριβώς για αυτά της τα χαρακτηριστικά, με έναν πακτωλό γνώσεων ως προαπαιτούμενη προίκα.

Το μυαλό της έπαιρνε χίλιες στροφές το δευτερόλεπτο. Έπρεπε να βρει μία λύση που να τη βολεύει. Κι αν δεν το ανέφερε ως σφάλμα; Κι αν καμωνότανε ότι επιτέλους της είχαν στείλει έναν Έμψυχο; Μέχρι να το παίρνανε χαμπάρι θα ήταν πλέον αλλουνού ευθύνη, που σίγουρα με τη σειρά του θα προτιμούσε να το αποσιωπήσει παρά να μπλέξει…

-Ξύπνα! Ξύπνα! οι προσπάθειές του να ξεφύγει από τη βαθιά νάρκη, που τον βασάνιζε, συνέχιζαν.

Ο παλμογράφος άρχισε να χτυπά σταθερά πιο γρήγορα, μετρώντας τούς ολοένα και αυξανόμενους σφυγμούς του – σημάδι ότι ξυπνούσε. Μπορούσε να ακούσει το μόνιτορ, μα δεν μπορούσε να ανοίξει τα μάτια του. Το διακριτικό σημείο μεταξύ νάρκης και συνειδητότητας…

-Η τέχνη απαιτεί θυσίες. Η επιστήμη απαιτεί θυσίες. Η πίστη απαιτεί θυσίες. Πόσα εγκλήματα δεν έχουν γίνει στο όνομα ενός ανώτερου σκοπού…, μουρμούρισε η Άννα και τράβηξε δυο γερά χαστούκια στο πανέμορφο πρόσωπο του Έμψυχου.

Οι Έμψυχοι ήταν μια ατελεύτητη πηγή γνώσης. Με κοινή συνείδηση, κοινή αντίληψη. Άρρηκτα συνδεδεμένοι με το όλον του σύμπαντος κόσμου. Καθαροί από την αέναη μάχη μεταξύ του καλού και του κακού.

-Ξύπνα! Ξύπνα! Ξύπνα πριν το μετανιώσω! του φώναξε, σχεδόν, εκείνη τώρα και τον τράνταξε δυνατά πιάνοντάς τον από τους ώμους.

Το διακριτικό σημείο μεταξύ νάρκης και συνειδητότητας. Πόσο χρόνο είχε;

-Ξύπνα που να σε πάρει ο διάολος! του φώναξε αποκαμωμένη από τη μάχη με τον εαυτό της, εξαντλημένη από τον εσωτερικό της διάλογο.

Χύθηκε στην καρέκλα δίπλα του και βούλιαξε το πρόσωπο της στις χούφτες της, πνίγοντας ένα ουρλιαχτό απόγνωσης, ενώ δάκρυα οργής θολώσανε τα γκρίζα της μάτια. Ίσως για πρώτη φορά στην ενήλικη ζωή της.

– Άννα; της ψιθύρισε.

Σήκωσε αργά το κεφάλι της και τον κοίταξε. Τα πανέμορφα χαρακτηριστικά του. Την απορία στα μάτια του. Τα σημάδια στο κορμί του. Τα σημάδια… Μα πως δεν το είχε καταλάβει νωρίτερα… Αυτός ήταν ο πρώτος. Ο πρώτος! Τον κοίταξε κατάματα, αχόρταγα, εκστασιασμένα. Κι ύστερα του έπιασε το χέρι.

– Θα σε φωνάζω Αδάμ.

Ίσως σας αρέσει και

1 σχόλιο

  • elli strantzali
    3 Ιουλίου 2017 at 22:08

    Υπέροχο και αυτό. Αυτη η εναλλαγή του τελους του ανθρωπου αλλα και η ελπιδα μαζι για κατι καινουργιο και ελπιδοφόρο ειναι θαυμασια,αλλά το μη ρελιστικο που μπορει σε χ μακρινό χρονο μπορει να γινει ρεαλιστικο αλλα και προς γνωση και συμορφωση … γιατι όχι…. για εμας αυτης της εποχης που ισως κατι να προλαβαινουμε καθηλωνει .Μπραβο πολλα Μπραβο !!!!!

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Τον Μάρτιο του 2016 ίδρυσα τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής», με εφαλτήριο την αγάπη μου για τις τέχνες και τον πολιτισμό αλλά και την ανάγκη μου για μια καλαίσθητη παρουσίαση και μια ευγενική διαχείριση και επικοινωνία και προς αυτή την ίδια τη λογοτεχνία αλλά και προς τους δημιουργούς της. Σε μία πορεία παγκοσμιοποίησης που όλα φαντάζουν να φτωχαίνουν, η πνευματική ένδεια είναι χειρότερη κατ’ εμέ. Η συναισθηματική στειρότητα. Η αναλγησία. Και έναντι αυτών μάχομαι. Όσοι αγαπάτε τη γραφή και μ’ αυτήν εκφράζεστε, είστε ευπρόσδεκτοι στη σελίδα μας. Μέσω της γραφής δημιουργούμε, επικοινωνούμε και μεταδίδουμε πολιτισμό. Φροντίστε τα κείμενά σας να έχουν τη μορφή που θα θέλατε να δείτε σε αυτά σαν αναγνώστες. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music