«Το πάντρεμα της φωτιάς», ένα διήγημα του Οδυσσέα Νασιόπουλου

«Θα ‘χουμε λευκά Χριστούγεννα φέτος» είπε η κυρά-Λένα στον άντρα της τον μπάρμπα-Γιάννη, ενώ το βλέμμα της ταξίδευε απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο.

«Χειμώνα έχουμε βρε γυναίκα. Θα χιονίσει, θα βρέξει, θα κάνει κρύο. Ας κάνει ό,τι θέλει ο ευλογημένος» της αποκρίθηκε εκείνος.

«Είπανε πως ίσως και να ‘ρθουν στο χωριό για τα Χριστούγεννα στο τηλέφωνο, αλλά δεν δίνω πίστη. Κι άλλες φορές είπανε, αλλά δεν φάνηκαν» είπε εκείνη, ενώ συνέχιζε να κοιτά τις αργές νιφάδες χιονιού που μόλις άρχισαν να πέφτουν.

«Έλα και μη σκας, το ξέρεις πως έχουν δουλειές, να τις αφήσουν; Ας κάνουν όπως μπορούνε» είπε εκείνος, ενώ σκάλιζε τ’ αναμμένο τζάκι.

«Ίσως ο μικρός Γιαννάκης, το στερνό αγγόνι μας, να μας έρθει, αυτός το αγαπάει το χωριό. Αλλά με τις σπουδές του, ποίος ξέρει;»

«Ίσως» συμφώνησε εκείνος. «Παιδί είναι, σε μας θα έρθει;» συμπλήρωσε.

Και δεν πρόλαβε να αποσώσει το λόγο του και ακούστηκε το κουδούνισμα της εξώπορτας.

«Ποιος να ‘ναι τέτοια ώρα;» Μονολόγησε εκείνη.

«Άντε ντε, άνοιξε» πρόσταξε εκείνος.

«Γιαγιά, βρε γιαγιά άνοιξε μας και ξεπαγιάσαμε»

«Γιαννάκη, αγόρι μου, εσύ είσαι; Ήρθες!» Είπε κι έπεσε στην αγκαλιά του και του έδωσε ένα μεγάλο φιλί.

«Καλώς το συνονόματο, καλώς μας ήρθες μπαγασάκο, πολλά χρόνια θα ζήσεις και είχαμε τον λόγο σου αν μας έρθεις» είπε ο παππούς του και τον αγκάλιασε με τα ξώμαχα γεροντικά του χέρια.

«Γεια σου παππού μου αθάνατε, λεβεντόγερος είσαι!» Του ανταπάντησε ο εγγονός του και συνέχισε: «Δεν με περιμένατε, ε; Να που ήρθα. Αφού το ξέρετε, δεν ξεχνώ το χωριό μου, πολύ περισσότερο εσάς»

«Το ξέρουμε αγόρι μου» είπε η γιαγιά. «Την κοπέλα δεν μας σύστησες όμως.»

«Ναι, Ελένη από ‘δω η γιαγιά-Λένα και ο παππούς-Γιάννης»

«Γιαγιά και παππού από ‘δω η φίλη μου -και κάτι παραπάνω- Ελένη, ήθελε να έρθει μαζί μου στο χωριό, να περάσουμε τα Χριστούγεννα μαζί σας»

«Χάρηκα. Μου έχει πει τόσα πολλά για το χωριό και για σας που δεν γινόταν να μην έρθω» είπε η Ελένη.

«Και ‘μεις κορίτσι μου, αλλά έλα περάστε μέσα, να ζεσταθείτε στο τζάκι»

«Όμορφη είναι, μπράβο παιδί μου!» Του είπε η γιαγιά σχεδόν ψιθυριστά του εγγονού της και ‘κείνος χαμογέλασε. «Καθίστε κοντά στο τζάκι, θα είστε κουρασμένοι, εγώ πάω να σας φέρω ζεστά ροφήματα».

«Όχι βρε γιαγιά, μη σε βάζουμε σε κόπο»

«Όχι δα, τι κόπο; Έρχομαι» είπε εκείνη και μπήκε στην κουζίνα.

«Τι λέτε εδώ;» Ρώτησε, μόλις επέστρεψε.

«Να λέμε για τα ήθη και έθιμα των Χριστουγέννων στο χωριό γιαγιά. Είπαμε, πέρα απ’ τα καθιερωμένα στόλισμα δέντρου ή καραβιού, τα κάλαντα, το χριστόψωμο, το χριστόξυλο, τα καρκατζάλια, την γουρουνοχαρά, το ταΐσμα της βρύσης. Βέβαια κάθε τόπος και τα δικά του. Αλλά όλα αυτά ή σχεδόν όλα γίνονται και στο χωριό μας. Έτσι γιαγιά;»

«Ναι παιδάκι μου. Τουλάχιστον παλιότερα» είπε εκείνη.

«Προσπαθώ, να κάνω τον παππού, να μου πει για το «πάντρεμα της φωτιάς», αλλά είναι ανένδοτος»

«Α, τι μου θύμισες τώρα παιδί μου. Άστον αυτόν, ντρέπεται, θα σας πω εγώ»

Και χάθηκε μες την φωτιά των αναμνήσεων. Και στην αφήγηση των περασμένων. «Να, καλή ώρα έτσι, σ’ αυτό το τζάκι που καίει, σαν την φωτιά της ζωής. Με θυμάμαι παιδούλα, κι εκείνον μικρό και δειλό, άγουρο αγοράκι. Σχεδόν 50 χρόνια πίσω, να καθόμαστε μαζί. Τότε που ο κόσμος ζούσε δίχως πολλά-πολλά την απλή χαρά της ζωής και την εκδήλωνε σε κάθε ευκαιρία – μεγάλες γιορτές, γάμους. Κι έτσι χαιρόταν, ζούσε, αγαπούσε, πολεμούσε. Τότε το χωριό μας έσφυζε από κόσμο, ήταν μεγάλο κεφαλοχώρι, απ’ τα πρώτα της Θεσσαλίας. Τα Χριστούγεννα, την μεγάλη γιορτή της χριστιανοσύνης, τα ζούσαμε όπως τους άρμοζε, με ταπεινότητα, ευλάβεια, νηστεία και ύστερα με γλέντια, χορούς, επισκέψεις. Τα τραπέζια, οι αποθήκες, ήταν γεμάτα από όλα τ’ αγαθά που με κόπο και ιδρώτα γεννούσε η γης που δουλεύαμε»

«Γιαγιά, μην πλατειάζεις, πες μας για το έθιμο» πετάχτηκε ο εγγονός της.

«Καλά σου λέει το παιδί, τι τα ζαλίζεις;» βρήκε ευκαιρία ο παππούς.

«Μη βιάζεσαι παιδάκι μου κι όλα με την σειρά τους, πρέπει να μπεις στο πνεύμα της εποχής του τότε, να μάθεις. Όσο για σένα παππού, θέλεις δε θέλεις θα τα πω όλα!» Είπε εκείνη πεισμωμένα και συνέχισε.

«Είμασταν πέντε αδέλφια, εγώ ήμουν η μικρότερη.

«Κι η ομορφότερη» πετάχτηκε ο παππούς και όλοι χαμογέλασαν.

«Το ίδιο και ‘κείνος, ο στερνός από τέσσερα αδέρφια, με περνούσε ένα χρόνο. Εκείνο τον καιρό στην επαρχία, κυρίως στα χωριά, παρά την φτώχεια μας και την ανέχεια, η πολυτεκνία ήταν σύνηθες φαινόμενο. Όχι όπως σήμερα που γεννάνε ένα, δύο παιδιά κι αυτά με το ζόρι. Τα τρία πρώτα αδέλφια μου είχανε παντρευτεί, έμεινα εγώ και άλλη μια αδερφή μου. Το ίδιο και ‘κείνος. Είμασταν γείτονες, έμενε στο σπίτι απέναντι, το ξέρεις, το πέτρινο, έχει ερημώσει πια, μόνο νυχτερίδες μένουν εκεί τώρα. Μεγαλώσαμε σχεδόν μαζί, μαζί στα παιχνίδια, μαζί στο σχολείο, στα όνειρα, στις δουλειές, αχώριστα φιλαράκια. Κι όσο μεγαλώναμε, φυσιολογικό το σκίρτημα, η φωτιά της αγάπης να φουντώσει μέσα μας. Μέχρι που εκείνος πήγε φαντάρος, νεαρό παλικαράκι.

Όταν γύρισε ήταν αλλαγμένος, ώριμος, σωστός άντρας. Και ‘γω νεαρή κοπέλα σαν τα κρύα νερά. Κόρη της παντρειάς. Με γλυκοκοίταζαν όλα τ’ αγόρια του χωριού κι έψαχναν τρόπους να με κάνουν γυναίκα τους, αλλά ο πατέρας μου δεν τα σήκωνε αυτά, τηρούσε όλα τα πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα. Ήθελε παλικάρι και δουλευτή, τίμιο και ενάρετο.

Μας είχε του συνήθειου με το μπες-βγες στα χρόνια, και ‘μεις εκείνον και ερχόταν συχνά σπίτι μας. Το θεωρούσαμε κάτι σαν φίλο οικογενειακό. Και ‘κεινος το εκμεταλλευόταν για να με βλέπει. Το είχα καταλάβει και περίμενα την κίνησή του. Ήμασταν νέοι και ντρεπόμασταν να δείξουμε τι νιώθαμε ο ένας για τον άλλον.

Μέχρι που ανήμερα Χριστουγέννων βρήκε την ευκαιρία που ζητούσε, με την αφορμή στο έθιμο «το πάντρεμα της φωτιάς». Κι όπως πρόσταζε εκείνο, γυρίζοντας απ’ την εκκλησία, εγώ κρατούσα κλαδί κέδρου, ξεδιαλεγμένο με προσοχή να είναι λυγερό, με σκοπό να το τοποθετήσω δίπλα στο τζάκι. Ενώ εκείνος έπρεπε να κρατά κλαδί αγριοκερασιάς. Τα λυγερά αυτά κλωνάρια αντιπροσώπευαν τις επιθυμίες για μια καλύτερη ζωή. Κι όποιο κλωνάρι καιγόταν πρώτο αυτό θεωρούταν καλό σημάδι γιατί αυτός ο νέος ή η νέα θα παντρευόταν πρώτα.

Με βάση αυτό, λοιπόν, έθεσε το σχέδιο του σε εφαρμογή, μόλις γυρίσαμε απ’ την εκκλησία με το θάρρος που μας είχε, μας έκανε επίσκεψη, δήθεν για τα χρόνια πολλά. Να μη τα πολυλογώ έβαλε το κλαδί του στο τζάκι, μέσα στην φωτιά, να καεί μαζί με το δικό μου. Και ω του θαύματος καήκανε μαζί. Το σημάδι ήταν ολοκάθαρο, οι προθέσεις ξεκάθαρες και σιγοβραζόταν καιρό.

Οι γονείς μου, που πίστευαν στα σημάδια της μοίρας και το ήξερε εκείνος, τον δέχτηκαν για γαμπρό τους. Κι έτσι την επόμενη ήρθε και με ζήτησε επίσημα, το έδειξε άλλωστε το «πάντρεμα της φωτιάς». Φωτιά με φωτιά σμίγει δε λένε; Αυτή είναι η ιστορία μας, παιδιά μου» είπε η γιαγιά και χαμογέλασε.

«Πολύ ωραία ιστορία γιαγιά!»

«Πράγματι πολύ ωραία, κυρία-Λένη. Μ’ εντυπωσίασε» συμπλήρωσε η Ελένη.

«Τι τα θέλετε παιδιά μου, πώς πέρασε η ζωή δεν το κατάλαβα, αλλά δεν έχω παράπονο, όλα τα είδα, όλα τα γεύτηκα, πίκρες και χαρές, πόλεμο και ειρήνη. Παιδιά, εγγόνια. Εδώ σ’ αυτό το τζάκι, που έσβηνε κι άναβε τις χαρές και πίκρες μας» είπε με βαθύ αναστεναγμό.

«Λοιπόν, τι λες Ελένη; Το δοκιμάζουμε, ανήμερα Χριστουγέννων σήμερα» είπε ο Γιάννης.

«Το ποιο;» Ρώτησε εκείνη μ’ απορία.

«Το πάντρεμα της φωτιάς, ντε!»

«Ναι, αλλά δεν έχουμε τα κλαδιά» είπε η Ελένη.

«Α, μη στεναχωριέστε παιδιά μου, τα έχουμε εμείς, πάντα κάθε Χριστούγεννα τα φέρνουμε και τα καίμε, σαν επετειακή ανάμνηση της ένωσής μας. Και το περίεργο είναι ότι καίγονται μαζί πάντα! Τα φέρνω» είπε η γιαγιά.

«Ορίστε, εγώ την αγριοκερασιά και συ τον κέδρο, στην φωτιά λοιπόν».

Και ω του θαύματος καήκανε μαζί!

«Τελικά το πάντρεμα της φωτιάς μας πάντρεψε και μας» είπε ο Γιάννης αστειευόμενος, μετά την αρχική έκπληξη. Ενώ η Ελένη κοκκίνισε. Κι όχι απ’ την φωτιά.

Δύο χρόνια αργότερα στο ίδιο τζάκι καθόταν ο Γιάννης, η Ελένη και το μωρό παιδί τους. Με την γιαγιά και τον παππού στην φωτογραφία κρεμασμένη ψηλά στο τζάκι, να τους χαμογελά.

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη