«Το ξόδι», ένα διήγημα της Κατερίνας Ευαγγέλου Κίσσα

Δεν ήταν μια συνηθισμένη μέρα. Ο Δεκέμβρης είχε ήδη ξοδέψει είκοσι μία από τις μέρες του. Εκείνο το Σάββατο φύσαγε ένας δυνατός νοτιάς, παράταιρα ζεστός για χειμώνα. Πνοές φρέσκου αέρα θέλανε, θαρρείς, ν’ αραιώσουν τα βαριά μολυβένια σύννεφα που σκεπάζανε την πόλη το πρωί.

Δεν είχε ξυπνήσει καλά. Όνειρα στενάχωρα, ύπνος ανήσυχος, το κεφάλι της ήταν βαρύ και η σκέψη της θολή. Το πρώτο που άκουσε σαν άνοιξε τα μάτια της ήταν ο αέρας. Σηκώθηκε ανόρεχτα, κι αφού φόρεσε τη ρόμπα της έπειτα έδεσε την μαλακή βελουδένια ζώνη της σφιχτά στη μέση της, σαν να ήθελε να νιώσει ένα κράτημα, να πάρει δύναμη.

Πλησίαζαν Χριστούγεννα. Είχαν έρθει τα παιδιά από τα Γιάννενα, να τους δουν λίγο τώρα που μπορούσαν, γιατί στις γιορτές θα δούλευαν. Εκείνη κι ο μικρός της γιος ανυπομονούσαν να κατέβουν κάτω, στο σπίτι της γιαγιάς, να δουν τους θείους και την ξαδερφούλα. Φάγανε πρωινό, ετοιμάστηκαν. Πήρε μαζί της μια μεγάλη κούπα καφέ, σε μια προσπάθεια να διώξει τα απομεινάρια της περίεργης νύχτας που είχε αγκιστρωθεί στα βλέφαρά της και δεν έλεγε να φύγει, να φύγει, να την ξεχάσει, να ξεχαστεί… Όχι, δεν ήταν μια συνηθισμένη μέρα…

Έμαθε τα νέα απότομα. Την ίδια μέρα, κοντά στις τέσσερις το απόγευμα. Μόλις είχαν μαζευτεί σπίτι τους, εκείνη με την ίδια περίεργη δυσθυμία. Κι όπως όλη μέρα κάτι την έτρωγε μέσα της, χωρίς να ξέρει τι, τώρα προσπαθούσε να πιστέψει αυτό που της έλεγε ο άντρας της.

«Πέθανε ο κύριος Θωμάς.»

«Τι λες;» τον ρώτησε αφηρημένα. «Ποιος Θωμάς;»

«Ο Καλύβας. Αυτός πρέπει να είναι… Να, δες εδώ…» της είπε εκείνος δείχνοντάς της την είδηση στο κινητό του, σε μια ανάρτηση του τοπικού τους ειδησεογραφικού ιστολόγιου.

«Πώς;… Για να δω… Ναι, Θωμάς Φώτιου Καλύβας… Ο κύριος Θωμάς… Αυτός είναι…» ψέλλισε. «Πότε, λέει; Η κηδεία, πότε είναι; Έγινε;»

«Κάτσε να ξανακοιτάξω… Μ… Ναι… Σήμερα στις τέσσερις είναι.»

«Τέσσερις; Τώρα δηλαδή!» του αποκρίθηκε εκείνη και στάθηκε για λίγο στα χαμένα, σε κείνο το μεσοδιάστημα που ενώνει το χτες με το σήμερα, το πριν με το μετά, το «ζω» με το «πέθανα». «Κοίτα το παιδί σε παρακαλώ, θα ντυθώ να πάω στην κηδεία» αποφάσισε τελικά, υπακούοντας στον σπαραγμό της ψυχής της, που έφυγε ένας φίλος, ένας καλός άνθρωπος, και που ήθελε να προλάβει να του πει ένα στερνό αντίο.

«Τι έγινε μαμά;» τη ρώτησε ο μικρός. «Πού θα πας;»

«Πέθανε ο κύριος Θωμάς παιδί μου, τον θυμάσαι τον κύριο Θωμά. Θα πάω στην κηδεία. Εσύ μείνε εδώ με τον μπαμπά, έχεις να πας στο μάθημά σου σε λίγο.»

«Βέβαια τον θυμάμαι… Είναι αυτό που λένε πως οι καλοί άνθρωποι πεθαίνουν Χριστούγεννα;» τη ρώτησε με όλη του την ειλικρίνεια, με όλη του την αθωότητα. Κι ήταν αυτή η ερώτηση που της έδιωξε το σκοτάδι.

«Έτσι ακριβώς παιδί μου» του είπε. Κι έπειτα έκλαψε. Ντύθηκε, κοιτάχτηκε στα μάτια με τον άντρα της κι έφυγε. Δεν χρειάστηκε να του πει τίποτε. Τα μάτια τα λένε όλα όταν ξέρεις να τα διαβάζεις…

Πριν πάει στην εκκλησία σταμάτησε στο ανθοπωλείο. Πήρε λίγα λευκά χρυσάνθεμα. Άραγε γιατί προσφέρουμε λουλούδια στους νεκρούς; Δεν ομορφαίνει ο θάνατος, γιατί τον καλλωπίζουμε; Δεν ήξερε. Ένιωσε όπως όταν πάμε μια επίσκεψη, που δεν «κάνει», λέμε, να πάμε με άδεια χέρια. Λουλούδια, λοιπόν, αντίδωρο στο Χάρο, που μας πήρε έναν άνθρωπο. Κι απ’ την άλλη… ναι. Λουλούδια, ν’ απιθώσεις εκεί στα πόδια του νεκρού, να του πεις «καλό ταξίδι», ποτέ άλλοτε δε σου δόθηκε η ευκαιρία να του κάνεις ένα δώρο, πέρα απ’ την αγάπη σου. Λουλούδια, γιατί όχι…

Καθώς περπάταγε πλέον στο προαύλιο της εκκλησίας κι έβλεπε τον μαυροφορεμένο κόσμο να στέκει απ’ έξω, ήθελε να τρέξει. Να πάει μέσα, να τον προλάβει μη φύγει. Τάχυνε το βήμα της με μιαν ανόητη ελπίδα πως θα τον δει να της γελάει και πάλι. «Καλώς το το καλό μου το κορίτσι» της έλεγε πάντα όταν την έβλεπε. «Τι κάνει ο γιόκας σου;» η επόμενη ερώτηση, αν ήταν μόνη της χωρίς το παιδί της. Πάντα με χαμόγελο, πάντα με αγάπη έκδηλη. Και πάντα τη φίλευε κάτι για τον μικρόν.

Άνθρωπος καλός, ήρεμος, μετρημένος. Άνθρωπος που μέσα στα χρόνια που τον γνώριζε τον αγάπησε πολύ, σαν να τον είχε κι αυτή πατέρα. Οι διδαχές του όλες καλόγνωμες. Πώς να μην τις εκτιμούσε;

Και τώρα εκεί. Γαλήνιος, περίμενε να τον χαιρετίσουνε όλοι. Κι ήταν αλήθεια πολλοί εκείνοι που πήγανε για το στερνό αντίο. Το «στερνό» αντίο… Λες και υπάρχει κι άλλο… Κι έπειτα από την Εξόδιο Ακολουθία, ο δρόμος για το Κοιμητήριο.

«Θρηνώ και οδύρομαι όταν εννοήσω τον θάνατον, και ίδω εν τοις τάφοις κειμένην την κατ΄ εικόνα Θεού, πλασθείσαν ημίν ωραιότητα, άμορφον, άδοξον, μη έχουσαν είδος. Ω του θαύματος! Τί το περί ημάς τούτο γέγονε μυστήριον;  Πώς παρεδόθημεν τη φθορά και συνεζεύχθημεν τω θανάτω; Όντως Θεού προστάξει ως γέγραπται, του παρέχοντος τοις μεταστάσι την ανάπαυσιν.» [Νεκρώσιμος Ακολουθία]

Οι πιο περίεργες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό της καθώς περπάταγε μόνη της στο κατόπι της νεκροφόρας. Σκέψεις γι’ αυτούς που απέθαναν, σκέψεις γι’ αυτούς που παραμένουν να πασχίζουν σ’ αυτόν τον κόσμο. Τα μάτια της τρέχανε βρυσούλες δάκρυα, βουβά. Μόνο έτσι αλαφρώνει η ψυχή τον πόνο της. Σκεφτόταν πως όταν πεθαίνει ένας καλός άνθρωπος, είναι μεγάλος ο τόπος που αδειάζει. Και δεν γεμίζει ποτέ. Μένει εκεί, κενός με τις σκιές του, να θυμίζει τον εκλιπόντα. Και δεν είναι κακό αυτό τελικά, είναι η ζωή.

«Μετά των αγίων ανάπαυσον Χριστέ την ψυχήν του δούλου σου, ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος.» [Νεκρώσιμος Ακολουθία]

Το κρύο νοτισμένο χώμα… Άχαρο πράγμα, στ’ αλήθεια έξω από εμάς, απάνθρωπο. Κι ας είμαστε όλοι μας από χώμα. Έσφιξε τα μάτια της, προσπαθούσε να χωνέψει την εικόνα. Όχι, δεν χωνεύεται. Είναι από αυτά που δεν πρέπει να αφήνεις στη λογική, γιατί κλωτσάει.

Μια φωνή την επανέφερε στη ζοφερή πραγματικότητα. Μια φωνή γυναικεία, ένα κλάμα, ένα παράπονο. «Πού πας;». Η ίδια ερώτηση, ξανά και ξανά… Ποτέ δεν είχε ακούσει κάτι τέτοιο σε κηδεία. Όχι πού μ’ αφήνεις. Όχι γιατί πέθανες νωρίς. Όχι φωνές, κατάρες, σπαραγμός. Όχι. Μόνο ένα παραπονεμένο «πού πας;». Αυτό…

Πόσο την καταλάβαινε. Τόσα χρόνια μαζί. Μια ολόκληρη ζωή. Κάνανε παιδιά. Περάσανε και καλά και δύσκολα. Μαζί σε όλα. Πάντα. Τώρα πού πας μοναχός σου; Πού πας; Αυτές οι δυο λέξεις οι τόσο απλές, οι τόσο γεμάτες. Ποτέ δεν θα το ξεχνούσε αυτό το παράπονο. Και της ήρθε στο μυαλό το «Μακαρία η οδός ή πορεύει σήμερον, ότι ητοιμάσθη σοι τόπος αναπαύσεως.» [Νεκρώσιμος Ακολουθία] Κι ήθελε να αγκαλιάσει τη χήρα και να της πει:

«Εκεί πάει ο κύριος Θωμάς. Μη θλίβεστε.»

 


[Εις μνήμην Θωμά Φ. Καλύβα, ενός καλού ανθρώπου.]

Ίσως σας αρέσει και

2 Σχόλια

  • Βασιλική Αποστολοπούλου
    22 Δεκεμβρίου 2019 at 12:39

    “Εις μνήμην Θωμά Φ. Καλύβα, ενός καλού ανθρώπου”
    Ο υπέρτατος τίτλος τιμής – “ήταν καλός άνθρωπος”…
    Ας είναι και αναπαυμένος…

    • Κατερίνα Ευαγγέλου - Κίσσα
      22 Δεκεμβρίου 2019 at 18:43

      Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει Βάσω μου, ήταν ένας καλός άνθρωπος και θα μου λείψει πολύ.

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Τον Μάρτιο του 2016 ίδρυσα τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής», με εφαλτήριο την αγάπη μου για τις τέχνες και τον πολιτισμό αλλά και την ανάγκη μου για μια καλαίσθητη παρουσίαση και μια ευγενική διαχείριση και επικοινωνία και προς αυτή την ίδια τη λογοτεχνία αλλά και προς τους δημιουργούς της. Σε μία πορεία παγκοσμιοποίησης που όλα φαντάζουν να φτωχαίνουν, η πνευματική ένδεια είναι χειρότερη κατ’ εμέ. Η συναισθηματική στειρότητα. Η αναλγησία. Και έναντι αυτών μάχομαι. Όσοι αγαπάτε τη γραφή και μ’ αυτήν εκφράζεστε, είστε ευπρόσδεκτοι στη σελίδα μας. Μέσω της γραφής δημιουργούμε, επικοινωνούμε και μεταδίδουμε πολιτισμό. Φροντίστε τα κείμενά σας να έχουν τη μορφή που θα θέλατε να δείτε σε αυτά σαν αναγνώστες. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music