“Το νησί της άγονης γραμμής”, ένα αστυνομικό διήγημα της Λένας Μαυρουδή-Μούλιου

Ο Στέφανος Μακρής, ο φημισμένος και ασύγκριτος ντετέκτιβ, βρίσκεται με τη γυναίκα του τη Βιβή, τα δυο τους παιδιά και τη γνωστή παρέα φίλων τους σε ένα απομακρυσμένο νησί της Ελλάδας, αυτά που αποκαλούνται ‘της άγονης γραμμής’.

Για πρώτη φορά στην καριέρα του είχε ανάγκη από πραγματικές διακοπές και η πρώτη επίσης που τη δουλειά του την έβαζε σε δεύτερη μοίρα.

Απίστευτο για όσους τον γνώριζαν καλά, μα όμως συνέβαινε επιτέλους, προς όφελος της υγείας του πάνω απ΄ όλα, αλλά και προς όφελος της συντροφιάς που είχε ανησυχήσει από πολύ, έως πάρα πολύ, από κάτι σημάδια δυσοίωνα που αφορούσαν την υγεία του φίλου τους. Σημάδια προειδοποιητικά.

Οι γιατροί το υπερτόνισαν: «Χρειάζεσαι ηρεμία, ξεκούραση και βρε αδερφέ ένα είδος αποτοξίνωσης από έρευνες εγκλήματα και κυνήγι του υποκόσμου. Όλα αυτά τα μπουμπούκια πάντοτε θα ανθίζουν ό, τι και αν κάνεις εσύ. Δεν θα λείψουν για να πεις ότι σου ξέφυγαν όλα. Ο κόπρος του Αυγεία έχει πολύ πράγμα μαζεμένο στους στάβλους του για δεκάδες χρόνια και χρόνια. Με το να είσαι ο διώκτης των κακοποιών είναι μεν παρηγορητικό γιατί όλοι γνωρίζουμε ότι κανείς από δαύτους δεν σου ξεφεύγει αλλά και συ δεν πρόκειται να γλυτώσεις την αποδημία εις Κύριον αν δεν ξεκουραστείς λίγο».

Αυτά του είπαν οι φίλοι του οι γιατροί και του τα είπαν κατάμουτρα χωρίς να απαλύνουν, να λειάνουν τις αιχμηρές γωνίες της διάγνωσής τους. Και ω του θαύματος κτύπησαν διάνα. ΜΑ ο ίδιος ο πρόεδρος της Δημοκρατίας να τον καλούσε για δουλειά, μα ακόμη ο Θεός ο ίδιος (ε, καλά τώρα. Σ’ αυτήν την περίπτωση, για λόγους άσχετους με τη δουλειά καλύτερα να αποφύγει τέτοιο κάλεσμα), είχε προειδοποιήσει τους δικούς του να λένε σταθερά, ότι ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ ΚΑΝΕΙΣ πού βρίσκεται. Μα να ήταν στα Εμιράτα, μα να ήταν στην έρημο της Σαχάρας; Θα ειδοποιηθεί μόνον αν πρόκειται για σοβαρό θέμα της οικογένειάς του, που σημειωτέον εκείνος θα φρόντιζε να το πληροφορηθεί. Πού σημαίνει ότι ΟΥΤΕ η Βιβή γνώριζε πού βρισκόταν.

Οι δικοί του άνθρωποι είτε οι εξ αίματος είτε οι στενοί του φίλοι, κέρβεροι αληθινοί, προστάτευαν την ‘εξαφάνισή’ του γιατί περισσότερο και από τον ίδιο νοιάζονταν για την υγεία του και γνώριζαν από τις ιατρικές οδηγίες, πώς να τη διαφυλάξουν. Ο φόβος, μη και μπολιασμένος καθώς ήταν με το λειτούργημά του τους ξέφευγε με την όποια σοβαρή ή σοβαροφανή δικαιολογία, τους έκανε να τον κρατούν σε καραντίνα αποτοξίνωσης για το καλό του και κατ’ επέκταση για το καλό όλων που τον λάτρευαν και έτρεμαν μην τους πάθει κακό.

Απολάμβαναν λοιπόν ένα ζεστό καλοκαίρι στο νησί, με τον Στέφανο και τους άντρες της συντροφιάς εν είδει Ρομβισώνων (Κρούσου και Παρασκευά), να κολυμπούν και να ψαρεύουν και την ψαριά τους να την πηγαίνουν στο μαγειρειό της κυρά Μαριγώς που τους την τηγάνιζε ή τους έκανε μια κακαβιά που να γλύφουν τα δάκτυλά τους. Τα ψαράκια κολυμπούσαν στο στομάχι τους μέσα σε παγωμένο κρασάκι που τύφλα να’ χει το νέκταρ των θεών του Ολύμπου. Βρώση και πόση σκέτη απόλαυση και εχθροί πάσας νόσου και πάσης μαλακίας… (με την καλή της έννοια η λέξη ε;).

«Είδες αγάπη μου πόσα τέτοια καλοκαίρια άφησες να σου ξεφύγουν;» του έλεγε η Βιβή με τρυφερότητα και του τράβαγε το ατίθασο γενάκι που μεγάλωνε με απίστευτη ταχύτητα όπως και αυτό της υπόλοιπης παρέας. Εμ τι σόι Ρομβισώνες θα ήταν αν δεν το έτρεφαν και που ήταν συν τοις άλλοις και ένα τέλειο καμουφλάζ. Ποιος μπορούσε να τον αναγνωρίσει έτσι που άλλαξε χωρίς να καταβάλει και την παραμικρή προσπάθεια;

Οι μέρες κυλούσαν παραδεισένια και μόνο κάπου στο πίσω μέρος του κεφαλιού τους αχνο υπήρχε η γνώση ότι πλησίαζε το τέλος αυτών των ανεπανάληπτων διακοπών, ενώ και το τέλος του καλοκαιριού εκείνου που έμελλε να τους μείνει αξέχαστο είχε ήδη φτάσει. Πρώτες μέρες του Φθινοπώρου του γνωστού ως ‘μικρό Καλοκαιράκι’ και ο καιρός είχε γλυκάνει από την αφόρητη ζέστη. Μα μετά μεγάλης τους λύπης θα έπρεπε σιγά σιγά να τα μαζεύουν για Αθήνα. Δεν είχε μόνον ο Μακρής τις δουλειές του, είχαν και οι άλλοι που τις είχαν παραμελήσει για χάρη του, μα αν δεν δούλευαν δε θα είχαν και να ταΐσουν τις φαμελιές τους! Αν θυμάστε. ο Παύλος ήταν πρώτος βοηθός του Μακρή και πληρωνόταν ανάλογα με την δουλειά που αναλάμβαναν, ενώ ο Σωτήρης δικηγόρος που αν δεν την κυνηγούσε τη δουλειά θα το ‘κλεινε το γραφείο, άσε που έδινε και του κόσμου τα χρήματα για ενοίκιο. Δύσκολοι οι καιροί ακόμα και για φίλους… Τι να πεις!

Μια εβδομάδα λοιπόν ακόμη και μετά κάθε κατεργάρης στον πάγκο του που λένε.

Ένα από τα εναπομείναντα βράδια αποφάσισαν οι τρεις άντρες να πάνε για ψάρεμα με πυροφάνι με αρχηγό τον κυρ Μάρκο άντρα της Μαριγώς της μαγείρισσας. Μαθητές υπάκουοι, που τις κινήσεις τους τις προσάρμοζαν σύμφωνα με τις οδηγίες του κυρ Μάρκου. Ήλπιζαν να πιάσουν κανένα χταποδάκι κανέναν αστακό, αν ήταν πια τόσο τυχεροί, και αν το πετύχαιναν, η περηφάνια τους θα κτυπούσε κόκκινο Θα πολλαπλασίαζαν το χταπόδι σε χταπόδια και τον αστακό σε αστακούς, διηγούμενοι στο εγγύς μέλλον σε φίλους και γνωστούς τους Αθηναίους το κατόρθωμά τους, έτσι όπως κάνουν οι ερασιτέχνες ψαράδες που την πέρκα την βαφτίζουν μπαρμπούνι και τη σαρδέλα ροφό!!!

Και όντως δεν ήταν μόνον τυχεροί σαν πρωτάρηδες, γιατί και η ψαριά εκτός της ποιότητας ήταν και άφθονη Την επομένη η κυρά Μαριγώ είχε να μαγειρέψει και να ταΐσει τη γειτονιά όλη, κατά την  επιθυμία της παρέας των φίλων.

Και μια και γλυκάθηκαν, είπαν να επαναλάβουν το κατόρθωμα και την επόμενη βραδιά.

Κατόπιν αυστηρής διαταγής του αρχηγού, όφειλαν οι μαθητές μετά την γαστρονομική κραιπάλη να ρίξουν έναν τουλάχιστον τρίωρον ύπνο, ούτως ώστε να αντέξουν στο ξενύχτι και την μονότονη υπομονή του ψαρά.

Ο Μακρής ήταν τόσο ενθουσιασμένος που έλεγε ότι σκεπτόταν σοβαρά να παρατείνει την παραμονή του στο νησί, έστω αυτός ΜΟΝΟ, για μία ακόμη εβδομάδα.

Μα αυτοί ψάρευαν και η τύχη τους κάπου εκεί τους είχε στήσει καρτέρι. Θα τους έπαιζε ένα τέτοιο παιχνίδι που θα το θυμόντουσαν για καιρό

Αχνόφεγγε, μ’ εκείνη την καλοκαιρινή αστροφεγγιά που δεν λέει να σβήσει.

Είχαν ρίξει τις πετονιές τους αλλά για καλή τους τύχη, όπως θα δούμε στη συνέχεια είχαν αναβάλει το πυροφάνι για αργότερα.

Κάπνιζαν και περίμεναν, περίμεναν και κάπνιζαν και στην ησυχία της αστρόφωτης νυχτιάς, άκουσαν κάτι σαν παφλασμό, κάτι σαν τον θόρυβο ενός μοτέρ που σβήνει. Και πριν προλάβουν να συνεχίσουν να αναρωτιούνται, βλέπουν στα απέναντι απ’ αυτούς βράχια, να προσαράζει μια λέμβος και από μέσα της να ξεπετάγονται πέντε-έξι μαυροφορεμένοι άνδρες με στολές κατάδυσης. Φανερό ότι δεν είχαν αντιληφθεί την παρέα των ψαράδων μας. Ευτυχώς εκείνη τη στιγμή έτυχε να μην καπνίζει κανένας που έτσι θα πρόδιδε τη θέση τους. Να ακόμα μια ευεργεσία του μη καπνίσματος. Κυριολεκτικά σώζει ζωές από απρόσμενους κινδύνους.

Ο Μακρής με νοήματα συμβούλευσε τους φίλους του ούτε καν να ψιθυρίζουν και να καλυφθούν όσο το δυνατόν καλύτερα πίσω από τα βράχια. Αυτό έκαναν εγκαταλείποντας πετονιές και δολώματα, κοιτάζοντας έκπληκτοι τους μαυροφορεμένους, ας τους πούμε ύποπτους καταδρομείς ή απλούς ψαροντουφεκάδες, -συναδέλφους δηλαδή τρόπω τινά– να στέκονται σαν να περιμένουν κάτι.

Δευτερόλεπτα αργότερα πλησιάζει τα απέναντι βράχια μια νέα λέμβος απ’ όπου άρχισαν να βγάζουν κούτες ων ουκ έστιν αριθμός. Τις έβγαζαν χέρι-χέρι και τις στοίβαζαν σε έναν επίπεδο βράχο που θαρρείς ότι γι’ αυτόν το σκοπό είχε κυριολεκτικά καρφωθεί στην απόκρημνη ακτή.

Και βέβαια δεν ήθελαν και πολύ για να καταλάβουν ότι κάτι παράνομο παιζόταν εκεί στα απέναντι απ’ αυτούς βράχια. Λαθραία τσιγάρα; Ναρκωτικά; ΟΠΛΑ; Κάτι πολύ-πολύ χοντρό τελοσπάντων.

Οι φίλοι σταμάτησαν να μετρούν κούτες, έχασαν τον αριθμό. Τι μία πάνω, τι μία κάτω. Λες: ‘ων ουκ έστιν αριθμός’, όπως είπαμε ξανά και είσαι ακριβέστατος. Οι άτιμες αυξάνονταν με γεωμετρική πρόοδο και ανάλογη ταχύτητα.

Ο Μακρής κάνοντας το σήμα της σιωπής έβγαλε το κινητό του τυλιγμένο με την ζακέτα του για να μη φαίνεται η λάμψη της οθόνης και πληκτρολόγησε στα τυφλά ένα μήνυμα στο Λιμενικό του διπλανού μεγάλου νησιού, προϊδεάζοντάς τους για το τι επρόκειτο να αντιμετωπίσουν ερχόμενοι όσο πιο αθόρυβα μπορούσαν. Που σημαίνει ότι όφειλαν να είναι οπλισμένοι. Ενώ η παρέα των τεσσάρων δεν είχε μαζί της μήτε σφεντόνα… Ήταν δυνατόν να οπλοφορούν την στιγμή που βγήκαν για ψάρεμα; Να αμυνθούν κόντρα σε ποιον; Στα χταπόδια ή στα κοπάδια των κεφαλόπουλων, καληώρα όπως τώρα που έτρωγαν τα δολώματα ανενόχλητα μακαρίζοντας την αποψινή τους τύχη που δεν είχαν το κίνδυνο κατά τα φαινόμενα, να καταπιούν και κανένα ύπουλο αγκίστρι μαζί με το μεζέ. Οι πετονιές αραγμένες στην ακτή ξεκουράζονταν μακάρια.

Ο χρόνος παραδόξως κυλούσε γρήγορα ακόμη και για τους αδημονούντες φίλους, εν αντιθέσει με άλλες φορές που έβλεπαν τις βελόνες στο καντράν του ρολογιού τους να μένουν ‘ακίνητες’. Απίστευτα αθόρυβα κατέφθασαν οι Λιμενικοί της δίωξης λαθρεμπορίας, υπηρεσία καλά στελεχωμένη με έμπειρους αξιωματικούς αλλά και απλούς Λιμενοφύλακες και αποβιβάστηκε δίπλα στους φίλους, με μαθηματική ακρίβεια βρίσκοντας το στίγμα που τους έδωσε ο Μακρής. Όλοι μαζί λούφαξαν πίσω από τα βράχια μη χάνοντας από τα μάτια τους -όσο μπορούσαν βέβαια μέσα στο έρεβος της νύχτας- τους μαυροφορεμένους λαθρέμπορους (δεν ήθελαν και πολύ για να καταλήξουν σ΄ αυτό το σκεπτικό, σαν τι άλλο θα ήταν;), που, αν είναι δυνατόν, ακόμη κούτες στοίβαζαν πάνω στην στοίβα. Είχε πλέον σχηματιστεί ένα λοφίσκος από δαύτες και φως φανάρι πως όπου να’ ναι θα άρχιζαν να τις μεταφέρουν κάπου –πού;- μέσω ξηράς, αν και δεν φαινόταν στον ορίζοντα κανένα τροχοφόρο. Μα τροχοφόρο μπορεί να μη φαινόταν αλλά δύο γάιδαροι φαίνονταν ευκρινέστατα υπό το φως των αστεριών.

Γάιδαροι εκτός από τους λαθρέμπορους και άλλοι;

Περίμεναν τα ζωντανά με την ιώβεια υπομονή τους να σηκώσουν στις πλάτες τους, αντιστρόφως ανάλογες με τον δικό τους όγκο κούτες και κούτες αμέτρητες. Αυτή ήταν η μοίρα τους και η μόνη δικαιολογία ύπαρξής τους. Και το ήξεραν. Αλλιώς, θα ήταν αφημένα σε κάποιο μέρος να γίνουν βορά άγριων θηρίων λιγότερο άγριων από τον άνθρωπο βέβαια

Μα προτού αρχίσει το φόρτωμα, οι λιμενικοί που ήταν καμιά 10ριά πλησίασαν έρποντας τους μαυροφορεμένους άντρες. Εντωμεταξύ και τα δύο φουσκωτά έφυγαν ανάλαφρα, έτσι όπως ήταν απαλλαγμένα πια από το βαρύ φορτίο.

Ο Μακρής, απαγόρευσε στον Παύλο, το Σωτήρη και τον Μάρκο να λάβουν μέρος στην σχεδιαζόμενη επιχείρηση, φοβούμενος ότι παρά την γενναιότητά τους, έτσι άμαθοι, άπειροι, που ήσαν, όχι μόνον θα κινδύνευαν οι ίδιοι αλλά και όλη η κυκλωτική στρατηγική που ήδη ελάμβανε χώρα.

Και όταν η φάκα στήθηκε ο Μακρής με έναν τηλεβόα φώναξε: «Αστυνομία, τα χέρια ψηλά και τρία βήματα μακριά από τις κούτες…»

Πριν καλά-καλά τελειώσει τη φράση του, μία μολότωφ εκτοξεύτηκε από κάποιον εκ των εισβολέων ακριβώς πάνω στο λοφίσκο με τα κιβώτια που αμέσως λαμπάδιασαν βγάζοντας έναν καπνό, που ήταν σαν να κάπνιζε ένας τρομερός γίγαντας παρέα με τα συντρόφια του, όλων των ειδών τις μάρκες των τσιγάρων μαζί, σε ένα χαρμάνι που ανθρώπου μύτη τουλάχιστον δεν είχε ξαναμυρίσει. Μια μείξη από καπνό, αλμύρα, ιώδιο και ψαρίλα από τα εκατοντάδες κεφαλόπουλα και τ’ αφρόψαρα που ξεβράζονταν στα βράχια είτε μεθυσμένα από τον καπνό, είτε από την τρομάρα τους!!!

Το θέαμα, αν δεν επρόκειτο για κάτι καταφανώς τόσο σοβαρό, θα καθόσουνα να το θαυμάσεις. Θύμιζε ταινία κινηματογραφική με τον Τζέιμς Μποντ ένα πράγμα. Και δεν ήταν βέβαια μόνο τα ψάρια που έγιναν καπνιστά κυριολεκτικά μα και η παρέα των φίλων, και οι Λιμενικοί, εκτός από τους καταδρομείς που αμέσως έσπευσαν να σκεπάσουν τα πρόσωπά τους με ειδικές μάσκες Και εκμεταλλευόμενοι την μέθη των διωκτών τους το έβαλαν στα πόδια… Ασφαλώς και θα είχαν φροντίσει να υπάρξει γι’ αυτούς οδός διαφυγής σε περίπτωση κινδύνου, καλή ώρα σαν εκείνη την στιγμή.

Πράγματι όταν όλοι συνήλθαν, οι μαυροφορεμένοι είχαν εξαφανιστεί και μόνον οι δύο όνοι κοιτούσαν απαθώς τόσους άντρες να τρέχουν ολόγυρά τους φωνάζοντας και βήχοντας απελπισμένα. Και ήταν οι δύο γάϊδαροι τα μόνα ίσως όντα που δεν επηρεάστηκαν από την τσιγαρίλα και τις αναθυμιάσεις της (τσιγάρα μόνο ή και ναρκωτικά;) που σε χρόνο ρεκόρ είχαν μετατραπεί σε στάχτη. Το νυχτερινό δε αεράκι που είχε δυναμώσει αρκετά, έπαιρνε στάχτες και αποκαΐδια και τα σκόρπιζε στους ανοιχτούς ορίζοντες, θαρρείς και βιαζόταν να εξαλείψει τα ίχνη του ανομήματος που έλαβε χώρα στο σημείο εκείνο της όμορφής βραχώδους ακτής. Και ένα περίεργο μεγάλο κύμα ήρθε και αποκαθάρισε σαν από παραγγελιά ό, τι μαυρίλα είχε απομείνει. Δείγμα ότι κάπου κοντά στα ανοιχτά περνούσε κάποιο πλοίο και βοηθούσε στην… κάθαρση με τα απόνερά του.

Απίστευτο, μα σε λίγη ώρα από κείνον τον λοφίσκο δεν είχε απομείνει τίποτα που να τον θυμίζει. Μια ταινία με εικόνες συμπυκνωμένες και γυρισμένη σε fast motion.

Ναι μεν το Λιμενικό είχε αποτύχει να συλλάβει έστω και έναν κακοποιό, μα το έργο του Μακρή ανέκρουσε πρύμνα. Άρχιζε ένα από τα συναρπαστικά ερευνητικά του ταξίδια κατά των διακινητών λευκού θανάτου των οποίων ήταν απηνής διώκτης. Και ναι, σ’ αυτό το ταξίδι την ήθελε την βοήθεια των φίλων του. Σε λίγο, σε πολύ λίγο, θα μοίραζε τους ρόλους. Ήταν ένας ιδιότυπος σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής μιας ιστορίας που θα κατέπλησσε ως συνήθως το Πανελλήνιο…

Μετά από ένα μικρό συμβούλιο, που ο ντετέκτιβ είχε με τους Λιμενικούς, κατέληξαν στο να συμφωνήσουν ότι στις έρευνες που θα έκαναν θα αντάλλασσαν πληροφορίες και αλληλοενημέρωση.

Την επόμενη μέρα, αυτός μόνον ξυπνώντας από τα χαράματα επισκέπτεται τον χώρο όπου διαδραματίστηκαν τα περίεργα γεγονότα. Ήλπιζε πιστεύοντας και στο καλό του άστρο να βρει κάτι, έστω και μικρό, που κανείς εκτός αυτού δεν μπορούσε να αξιολογήσει αν είχε αξία ή αν ήταν ένα τίποτα όπως όλα τα μικροκάτι του βίου μας.

Ο Στέφανος ήπιε μια γερή γουλιά από τον καυτό και γλυκό καφέ που είχε στο Θερμός του. Θαύμασε την ανατολή του ήλιου που ξεπρόβαλε κατακόκκινος και λαμπρός πίσω από τον ορίζοντα που βρισκόταν ακριβώς στη νοητή γραμμή που ένωνε θάλασσα και ουρανό. Έμοιαζε σαν να είχε μόλις ξεπλυθεί από το μπλε νερό μιας τεράστιας κολυμπήθρας.

“Δίκιο έχουν όσοι δεν μπορούν να μείνουν ασυγκίνητοι μπροστά σε μια τέτοια εξαίσια ομορφιά. Πόσω μάλλον οι ποιητές, οι συγγραφείς, ζωγράφοι και μουσικοί”, μουρμούρισε εκστατικός.

Ανάσανε βαθιά την αρμύρα και το ιώδιο του Αιγαίου και πίνοντας ακόμη δυο τρεις γουλιές που τον τόνωσαν και του έδιωξαν τις εναπομείνασες τούφες ύπνου από τα μάτια του, βάλθηκε να ερευνά την περιοχή γύρω από τον οριζόντιο βράχο, που πάνω του κάηκαν, Κύριος Οίδε τι αξίας σε χρήμα και σε θάνατο εμπόρευμα, που κατέληξε να πιστεύει ότι θα ήταν τσιγάρα. Γιατί αν ήταν ναρκωτικά, τότε, όχι μόνον οι κάτοικοι του νησιού αυτού θα ήταν …ναρκωμένοι, μα και εκείνοι των όμορων περιοχών!!! Λέμε τώρα…

Και η τύχη του, πιστή του σύντροφος και τούτη τη φορά ήταν μαζί του.

Ένα μεγάλο κομμάτι μισοκαμένου χαρτονιού απομεινάρι κούτας, και ένα ανέλπιστα ακέραιο κουτί τσιγάρα. Αυτά ήταν η λεία του και ήταν αρκετή για τη ώρα.

Ώστε δεν έπεσε έξω. Για λαθρεμπόριο τσιγάρων επρόκειτο ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΦΟΡΑ. Μια πρόβα ήταν για κάτι ΑΛΛΟ,  ΠΟΛΥ- ΠΟΛΥ  ΜΕΓΑΛΟ σίγουρα.

Βέβαια, ο Μακρής αν και μανιώδης καπνιστής -και μισούσε τον εαυτό του γι’ αυτό του το πάθος-, ενθουσιάστηκε για την καταστροφή τόνων τσιγάρων στην ευεργετική τελικά φωτιά που άναψε ένας από τους μαυροφορεμένους. Υπηρεσία στο ανθρώπινο γένος προσέφερε ο βλάξ, να το κατάλαβε άραγε;

“Ουφ” αναστέναξε ο Στέφανος. “Συγκριτικά μικρό το κακό. Θα προτιμούσα μέσα στις κούτες να υπήρχε κάτι το πιο καταστροφικό που η πυρά θα πρόσφερε μεγάλη υπηρεσία στην ανθρωπότητα. Θα πρέπει να’ χω το νου μου. Αυτοί οι τύποι δεν ρισκάρουν την πολύτιμη ζωούλα τους για ‘αθώα’  τσιγάρα. Κάτι μου, λέει εμένα ότι πολύ σύντομα θα ξανασυναντηθούμε με τα λεβεντόπαιδα. Ζήτημα χρόνου είναι. Αλλά κι εγώ κάθε νύχτα ΕΔΩ. Σαν ένας αθώος  ερασιτέχνης σαλεμένος ψαράς, εραστής του τηγανισμένου ψαριού που το ψαρεύω με τα χεράκια μου και τα τηγανίζει η Μαριγώ”.

Χαμογέλασε με την σαχλαμαρίτσα του, έβαλε σε μια διαφανή πλαστική σακουλίτσα τα ευρήματά μου με προσοχή, δίκην σοφού αρχαιολόγου σε ανασκαφή και βάδισε για το μαγειρειό της Μαριγώς. Θα της ζητούσε να του ετοιμάσει ένα χορταστικό πρόγευμα, γιατί ένιωθε πεινασμένος σαν λύκος. Άκουγε το στομάχι του διαμαρτυρόμενο και προσπαθούσε να το κατευνάσει υποσχόμενός του ένα λουκούλλειο πρωινό αλλά αυτό δεν έλεγε να τον ακούσει

Αντίθετα διαμαρτυρόταν εντονότερα. Το γουργούρισμα είχε τώρα και ήχο. ‘Ανυπόμονο παιδί’, μουρμούρισε κλεφτά και χάιδεψε το στομαχάκι του με τρυφερότητα!!!

‘’Έως ότου ξυπνήσουν οι άλλοι εγώ θα έχω χωνέψει ήδη και θα τους συντροφεύσω στην δεύτερη παρτίδα breakfast…’’

Μα τι στην ευχή είχε πάθει και χορτασμό δεν είχε; Τς τς τς μα ερωτήσεις είναι αυτές φίλοι μου; Είναι γιατί ο Στέφανος αισθανόταν πανευτυχής που μόλις  είχε επιστρέψει στην αγαπημένη του δουλειά και στο κυνήγι όχι μαγισσών αλλά κακούργων. Τρεις τέσσερις εβδομάδες και ναι μεν απολάμβανε την απεξάρτησή του, όμως μέσα στην ψυχή του βαθιά έλλειπε το νόημα το ουσιώδες της. Και μάρτυράς του ο Θεός, την δουλειά δεν την κυνήγησε, μόνη της ήρθε και του κτύπησε την πόρτα. Ψέματα;

«Και δεν μου λες κυρά Μαριγώ μου, σου έχει πει κανείς ότι ομελέτα σαν αυτή που εγώ τρώω τώρα από τα χεράκια σου δεν έχει γευτεί ανθρώπου στόμα; Αλήθεια σου λέω…

Για πες μου τώρα κυρά Μαριγώ, τον χειμώνα ας πούμε, πόσοι νοματαίοι πάνω κάτω ζείτε στο νησί; Κάνω ξέρεις μια στατιστική έρευνα και θα με εξυπηρετούσες αν μου έλεγες, εσύ, σαν βέρα νησιώτισσα του τόπου αυτού, ορισμένες λεπτομέρειες. Λόγου χάριν, την ηλικία ενός εκάστου, την ενασχόλησή του και ό, τι τέλος πάντων γνωρίζεις για τον καθένα τους. Για τις πληροφορίες που θα μου δώσεις θα πληρωθείς και όχι, μη διαμαρτύρεσαι. Εμένα, αυτή περίπου είναι η δουλειά μου, γράφω και βιβλία. Και όσα περισσότερα μου λένε αυτοί που ρωτώ τόσο μεγαλύτερη η επιτυχία του βιβλίου αλλά και του πορτοφολιού μου. Επομένως δίκαιο και σωστό είναι την ίδια τύχη να έχουν και αυτοί που με βοηθούν. Ε; τι λες; Μόνο μια τόσο δα μικρούλα μα σοβαρή συμβουλή δίνω πάντα. Για ό, τι πούμε, θα το ξέρουμε μόνον οι δυο μας. Τι λες λοιπόν;»

«Λέω ότι θα είμαι σαν να λέμε κάτι σαν πράκτορας ε;»

«Ε, τι να σου πω κυρά μου. Ναι. Ακριβώς αυτό θα είσαι. Πράκτορας και μάλιστα μυστικός».

«Τόκα γιε μου. Να ξεφύγω και λίγο από τη ρουτίνα. Βαρέθηκα όλο τα ίδια και τα ίδια. Εντάξει, Θα σε βοηθήσω με μεγάλη μου ευχαρίστηση».

Και οι λέξεις αυτές της κυρά Μαριγώς, έσταξαν βάλσαμο στην καρδιά του Επιθεωρητή. Οσμιζόταν ότι για ακόμη μια φορά στην καριέρα του είχε βρει τον τέλειο συνεργάτη. Το οσφραινόταν. Η κυρά Μαριγώ επάξια θα κέρδιζε το ήμισυ της επερχόμενης επιτυχίας…

*

Το Καλοκαίρι προς το τέλος του και το νησί σιγά σιγά έπαιρνε τους συνήθεις ρυθμούς τους χειμωνιάτικούς του να πούμε.

Ελάχιστοι πια οι εναπομείναντες ξένοι και όπου να ναι θα έφευγαν κι αυτοί.

Μόνοι πελάτες στο ταβερνάκι της Μαριγώς ο Παύλος, ο Σωτήρης, ο Στέφανος μετά των οικογενειών τους.

Είχε δοθεί μια δεκαήμερη παράταση των ‘διακοπών’ τους από το αφεντικό, που στη ουσία, δεν ήταν βέβαια διακοπές μα δουλειά και μάλιστα πολύ σοβαρή.

Όφειλαν να μελετήσουν ενδελεχώς, το βιογραφικό όλων των κατοίκων του νησιού και εκεί που θα νόμιζαν ότι ανακάλυπταν κάτι το ύποπτο να ενημερώσουν τον boss,από το μυαλό του οποίου δεν έφευγε η υπόνοια ότι οι λαθρέμποροι, ή ό,τι άλλο ήταν τέλος πάντων, είχαν σοβαρότατη βοήθεια εκ των έσω του νησιού. Απίστευτη η υποψία του Μακρή αλλά ή όσφρησή του τού λαγωνικού, τριβέλιζε το μυαλό του και ως εκ τούτου έπρεπε να το ψάξει.

Μα να ψάξει πού; Μεταξύ των φιλήσυχων και καλοκάγαθων νησιωτών και των παιδιών τους;

Ναι. Γιατί όχι; Οι καιροί είχαν πονηρέψει και η οικονομική κρίση που μάστιζε κυρίως την Ελλάδα άλωνε συνειδήσεις και ηθικές. Άνθρωποι ικανοί ήταν και αυτοί, που υπέφεραν και το εύκολο χρέος ήταν δελεαστικό. Και ποιος στο κάτω-κάτω θα τους έπαιρνε είδηση αν έκαναν καμιά παρασπονδία βοηθώντας στην διακίνηση λαθραίου εμπορεύματος; Και σιγά. Πού ήταν το κακό; Μια μικρό απάτη εις βάρος του Κράτους, τη στιγμή που το ίδιο το Κράτος ήταν ο μεγαλοαπατεώνας που θέριζε τη ζωή τους!

Αυτό ήταν το σκεπτικό που έδινε σε ορισμένους με κάπως πιο ελαστική ηθική, το ‘ελεύθερο’ για ζαβολιές. ‘Σιγά το πράγμα’ σκέπτονταν… ‘Πώς το λένε να δεις οι σπουδαγμένοι; Πταισματάκι!!!’

Μα είστε όντως απονήρευτοι καλοκάγαθοι νησιώτες μας. Αλλιώς, πού να πάει το μυαλό σας ότι πίσω από τα λαθραία κινούνται τεράστιες ποσότητες ναρκωτικών και όπλων! Και όταν πια το καταλάβετε, είναι σχεδόν πάντα ΑΡΓΑ, γιατί έχετε μπει στο μαφιόζικο παιχνίδι και δεν μπορείτε έτσι απλά να ξεφύγετε. Ο πρώτος που το προσπάθησε ήταν ο αδερφός του κυρ Μάρκου. Κάτι πήγε να εξομολογηθεί στον μεγάλο του τον αδερφό που εκείνος δεν πολυκατάλαβε. Και όταν του ζήτησε λεπτομέρειες, το αδερφάκι του δεν πρόλαβε. Βρέθηκε πνιγμένος μέσα στην μπαταρισμένη του βάρκα ένα βράδυ με φεγγάρι. ΠΟΙΟΣ; Αυτός που ήταν ο τολμηρότερος βουτηχτής και κολυμβητής του νησιού! Το μόνο που πρόλαβε να ομολογήσει ήταν κάτι απίστευτο. Κάτι τύποι περίεργοι είχαν εκπαιδεύσει, (Κύριε των Δυνάμεων) τρία ΔΕΛΦΙΝΙΑ που πάνω τους έφεραν μικρό πομπούς και με την νοημοσύνη που διέθεταν βοηθούσαν το έργο των διακινητών!!!

Ο κυρ Μάρκος είχε γελάσει όταν το πρωτοάκουσε.

Και όμως. Είχαν κάνει τα υπέροχα αυτά κήτη συνεργούς τους, δελεάζοντάς τά με λιχουδιές που εξαγόραζες μ’ αυτές ακόμη και ανθρώπινες συνειδήσεις. Τα δελφίνια ξετρελάθηκαν. Πού αλλού θα εύρισκαν τέτοιους γευστικούς παραδείσους; Πώς κάνει ένα παιδί που ενώ η μανούλα του ετοιμάζει του κόσμου τις υγιεινές τροφές που της συνέστησαν οι διατροφολόγοι αλλά εκείνο προτιμά το σουβλάκι, τις πίτσες και το ονομαζόμενο ‘βρώμικο’ hot dog; Έτσι και αυτά. Όλο φρέσκο και φρέσκο ψάρι; Το βαρέθηκαν. Ξετρελάθηκαν με τους ανθρώπινους πειρασμούς και πια θα έδιναν και την ζωή τους προκειμένου να τους εξασφαλίσουν. Άσε που πιθανολογούνταν ότι οι τροφές ήταν εμπλουτισμένες και με ολίγον αλκοόλ! Οπόταν ο πειρασμός πλήρης και άντε να απεξαρτηθείς εσύ το καημένο το δελφίνι! Υποχείριο και εσύ του αδίστακτου υπερόντος του Πλανήτη…

Και σαν πώς να ζυγίσει ένα άκακο δελφίνι το καλό από το κακό στην ανθρώπινη ζυγαριά; Αφού και στο υγρό στοιχείο όπου ζει, ισχύει ο νόμος του δυνατού: ‘ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΨΑΡΙ ΤΡΩΕΙ ΤΟ ΜΙΚΡΟ’, έτσι δεν λένε; Ας μη τα κακολογούμε λοιπόν. Πασχίζουν για την καλοπέρασή τους.

Έτσι λοιπόν με τον κυρ Μάρκο. Εξέλαβε τα λόγια του αδερφού του σαν προϊόν, σαν αποτέλεσμα καλύτερα, του γλυκόπιοτου κρασιού που ήταν λάτρης του και ας έλεγε ότι είχε τον έλεγχό του και όχι το αντίθετο.

Να όμως που με τον καιρό, τα ακατανόητα λόγια του ‘μεθύστακα’, όπως ήταν το παρατσούκλι του μικρού αδερφού, έβγαζαν κάποιο νόημα και αφορμή γι’ αυτό στάθηκε η νυχτερινή επιχείρηση που ο κυρ Μάρκος υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας.

Όταν διηγήθηκε στο Μακρή την ιστορία του αδερφού του εκείνος ‘του άνοιξε τα μάτια’ και ο Μάρκος είδε με τρόμο σε τι λούκι είχε μπλέξει ο μακαρίτης. Ορκίστηκε στον Θεό ότι θα έπαιρνε εκδίκηση για έναν θάνατο που τον είχε πληγώσει βαθιά.

Ο Μάρκος ήταν ο μεγάλος αδερφός και όταν πέθαναν οι γονείς σε ένα ναυάγιο στ’ ανοιχτά του Αιγαίου όπου τους βρήκε αναπάντεχη θαλασσοταραχή, στάθηκε αυτός σαν αληθινός πατέρας για τα μικρότερα αδέρφια. Τα μεγάλωσε τα έστειλε σχολειό και τα καμάρωνε. Και ήρθε αυτός ο περίεργος πνιγμός να στοιχειώσει τη ζωή του και να αναρωτιέται ξανά και ξανά πώς έγινε το κακό, μα απάντηση να μην παίρνει. Μα και πώς να πάει το μυαλό του σ΄ αυτά που του είπε ο Μακρής; Ούτε σαν υποψία μπορούσε να τα φανταστεί.

Στους κόλπους της Μαφίας εύκολα εισχωρείς μα δύσκολα αν όχι αδύνατον να βγεις. Σπάνια γλυτώνεις έτσι και τολμήσεις να παρατήσεις την παρανομία Και τούτο, όχι γιατί φοβούνται ότι θα ‘ξεράσεις’ μυστικά τους αλλά γιατί το prestige της οργάνωσης δεν το αντέχει. Πεθαίνεις, χωρίς κανείς να καταλάβει ότι ο θάνατός σου δεν επήλθε από φυσικά αίτια. Ή και αν ψυλλιαστείς κάτι και αποτολμήσεις να αποδώσεις ευθύνες για τον ύποπτο θάνατο, φίδι που σ’ έφαγε και σένα, έτσι και το διατυμπανίσεις…

Η Μαριγώ, έφερε στον Μακρή ένα χοντρό τετράδιο που μέσα του ζωντάνευε το νησί.

Τόσοι οι νησιώτες και οι οικογένειές τους, αναλυτικά.

Αυτές οι ενασχολήσεις και τα προσωπικά του καθενός, πλην νηπίων.

«Καλή δουλειά κυρά Μαριγώ και μπράβο σου. Καλύτερη δεν τολμούσα να ελπίζω». Και η κυρία Μαριγώ σαν να κοκκίνισε από τα λόγια αυτού του τόσο σπουδαίου πελάτη και πλέον εργοδότη της.

Ο Μακρής έριξε μια ερευνητική ματιά και παρακάλεσε την… βοηθό του να κατατάξει τους νησιώτες με γνώμονα την ηλικία του καθενός και να ξεχωρίσει τους ξένους που με τα χρόνια είχαν αφομοιωθεί από τους γηγενείς, σε σημείο να μη ξεχωρίζουν από αυτούς.

Δουλειά εύκολη για την έξυπνη νησιώτισσα που γνώριζε τον καθένα με τόσες λεπτομέρειες που και οι ίδιοι ίσως δεν γνώριζαν για τον εαυτό τους.

Και όταν πια παρέδωσε στο Μακρή και τούτες τις λεπτομέρειες που κανένα ληξιαρχείο, καμιά Αρχή, ΚΑΝΕΙΣ, τέλος πάντων πλην αυτής, γνώριζε, ο διάσημος ντεντέκτιβ τής είπε: «Και τώρα πες μου αν ξέρεις να ξεχωρίζεις την ήρα από το σιτάρι. Φαντάζομαι ότι ναι. Λοιπόν το ίδιο θα κάνεις για τους πάντες. Ξέρω ότι αγαπάς όλο τον κόσμο μα αυτό που σου ζητώ δεν είναι ρουφιανιά δεν προδίδεις κάποιον. Το αντίθετο θα σου έλεγα. Θα προσφέρεις μεγάλη υπηρεσία στον τόπο σου. Γιατί ένα στάρι με παράσιτα δεν βοηθά στην μακροημέρευση αυτών που το… τρώνε!»

Έτσι η Μiss Marple βάζοντας κατά μέρος ευαισθησίες και δισταγμούς τελείωσε την γραφή στο πολύτιμο τετράδιο σίγουρη πως όντως πρόσφερε υπηρεσία στον τόπο της που τον λάτρευε και που ευχαρίστως θα θυσίαζε τη ζωή της για χάρη του. Μια άλλη παραλλαγή της Κυράς της Ρώ δηλαδή, που σαν αυτήν υπάρχουν πολλές στην Ελλάδα είτε είναι στα βουνά, είτε στα ακρονήσια.

Και βέβαια από δω και ύστερα δουλειά του Μακρή η αξιολόγηση όλων των πληροφοριών. Μέσα από αυτές στο τέλος θα σκιαγραφούσε το προφίλ του ύποπτου και τον δεσμό του με την Μαφία. Και βέβαια δική του δουλειά η παράδοσή του στις Αρχές.

Ο κατάλογος της Μαριγώς ρέει ως ακολούθως:

YΠΟΠΤΟΙ: Νεαροί δύο.

Ο ένας, άνεργος, τεμπέλης εκ πεποιθήσεως, καυγατζής, παλιοτόμαρο, άνευ προοπτικής καλυτέρευσής του.

Χαρτοπαίχτης, που το πάθος του για τα χαρτιά όπως φημολογείτο, το κληρονόμησε από τον χαρτοπαίχτη πατέρα του Μ’ αυτό το κουσούρι γεννήθηκε.

Ο έτερος, ομορφονιός και κατ’ επάγγελμα ‘συνοδός’ αλλοδαπών κυριών. Αυτά για την καλοκαιρινή περίοδο. Γιατί, για τον Χειμώνα έπεφτε σε χειμέρια νάρκη για να επανακτήσει τις απολεσθείσες δυνάμεις του!…

Καθ’ ότι το επάγγελμά του απαιτητικό και οι πελάτισσες αχόρταγες. Και αναρωτιέται κανείς: “Μα τι στο καλό, μπουμπούκια αυτού του είδους φυτών δεν υπάρχουν στις κρύες τους πατρίδες;” Μα για να είναι ακόρεστες οι κυρίες σημαίνει ότι μπουμπούκια ίσως να άνθιζαν και στον τόπο τους μη φέροντας όμως αυτό το ιδιαίτερο άρωμα Αιγιοπελαγίτικης αλμύρας… Γι’ αυτό και ο ομορφονιός  γινόταν ανάρπαστος!!!

Αυτά κυρίως ήταν τα αποβράσματα του νησιού που έριχναν σκούρες πινελιές και αμαύρωναν το όνομα των άλλων τίμιων παλληκαριών του τόπου.

Και για ολοκληρωθεί ο πίνακας των υπόπτων, ο Μακρής πρόσθεσε ακόμη μία  πινελιά αφού μελέτησε λεπτομερώς τα βιογραφικά. Και ω της εκπλήξεως η πινελιά αυτή αφορούσε έναν άνθρωπο του Θεού, άτομο υπεράνω υποψίας.

Πού το βρήκε μωρέ παπάς πράγμα το ρολόϊ που φορά υπερήφανα κάτω από τα φαρδομάνικα ράσα του; Ένα ΡΟΛΕΞ που για να το αποκτήσει κάποιος θα έπρεπε να κάνει σούμα τα κέρδη απ’ όλες τις ψαριές δύο χρόνων. Πού στην ευχή τα βρήκε τα χρήματα; Από τα μνημόσυνα και τα τρισάγια των πάμφτωχων νησιωτών;

Ρόλεξ ο παπά Άνθιμος! Τι λέτε καλέ! Οποία ταπεινοφροσύνη ανθρώπου του Θεού!

Και ο Μακρής από αυτόν τον ύποπτο λειτουργό της Ιεροσύνης άρχισε το ψάξιμο.

Το πρώτο που έμαθε ήταν ότι ο εν λόγω παπάς ουδέποτε είχε αποκτήσει το οποιοδήποτε πτυχίο εκκλησιαστικής Σχολής και ουδέποτε κάποια ανάλογη Αρχή του είχε χορηγήσει άδεια να λειτουργεί. Ψευτοπαπάς λοιπόν και ποιος Μαυρογιαλούρος να του είχε χορηγήσει αυτήν την άδεια Κύριος Οίδε με τι αντάλλαγμα…;

Στην εκκλησία, με τις γρήγορες ψαλμωδίες του που ουδείς καταλάβαινε τι έλεγε, έκανε το εκκλησίασμα να δυσανασχετεί. Οι αγαθοί νησιώτες με λίγες έως ανύπαρκτες γραμματικές γνώσεις, υπέφεραν πραγματικά προσπαθώντας από την γλώσσα του σώματος του ιερέα να καταλάβουν το νόημα έστω των ψαλμών, για να δικαιολογήσουν και την παρουσία τους στον Ναό. Παρηγορούνταν με το άναμμα του κεριού τους με την προσευχή της ψυχής τους στον Θεό, και στον Άη Νικόλα τους, προστάτη των ναυτικών και ένιωθαν κάπως καλυμμένοι από πλευράς Χριστιανικής. Γιατί, τι να έκαναν δηλαδή; Να πήγαιναν κόντρα στον παπά Θεοσεβούμενοι άνθρωποι; Και να εισπράξουν κανέναν αφορισμό Θεός φυλάξοι;

Πάντως όλοι οι κάτοικοι είχαν στο πίσω μέρος του κεφαλιού τους ένα σχέδιο να υπογράψουν κάποια στιγμή ένα αίτημα, να το πάνε στον Μητροπολίτη και να ζητήσουν την αντικατάστασή του. Θα βάσιζαν το αίτημα αυτό στο ότι ήθελαν ένα δικό τους παπά, γέννημα και θρέμμα του νησιού τους που μιλούσε την ίδια γλώσσα με αυτούς, την δική τους τοπολαλιά και τα λόγια του θα τα καταλάβαιναν τόσο αυτοί όσο και ο Θεός που του απευθύνονταν τα λόγια του παπά τους.

 Μόλις είχε αποφοιτήσει από το Πανεπιστήμιο και ήταν το καμάρι του λαού.

Αυτή θα ήταν η επίσημη δικαιολογία τους. ΥΠΗΡΧΕ όμως ΚΑΙ Η ΑΝΕΠΙΣΗΜΗ, που σέρνονταν από στόμα σε στόμα και αφορούσε το πανάκριβο ρολόι. Σκάνδαλο, κοντολογίς.

Είπαμε, οι άνθρωποι δεν ήταν γραμματιζούμενοι, ήταν όμως πανέξυπνοι και πονηροί και κάτι είχε αρχίσει να τους μυρίζει άσχημα.

Και ο Μακρής, από την ώρα που τον έβαλε στο στόχαστρο δεν έλειψε από κανέναν εσπερινό και καμιά λειτουργία

Ο παπάς του έριχνε θανάσιμες φαρμακερές ματιές και όσο έβλεπε το ειρωνικό μειδίαμα του ντετέκτιβ τόσο σκύλιαζε. Καταλάβαινε, φως φανάρι, ότι το αμαρτωλό του έργο ερχόταν σιγά-σιγά στην επιφάνεια.

«Εντύπωση σου κάνει παπά μας αυτό; Εσύ δεν είσαι που διδάσκεις το ‘ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιο’; Δεν είσαι εσύ που σε όλους τους τόνους λες ότι ‘το μάτι του Θεού Τα πάντα ορά;». «Ναι ο Θεός να τα ορά όχι όμως και ο monsieur Μακρής, που θα του δείξω εγώ…»

Κι’ ένα βράδυ με φεγγάρι, τρεις ‘’φουσκωτοί’’ (τόσους πρόλαβε και μέτρησε ο Μακρής) του ’χαν στήσει καρτέρι και σου τον έκαναν τον ντετέκτιβ μαύρο στο ξύλο.

Ο Μακρής κατάφερε να σπάσει το χέρι του ενός και να βγάλει τη μάσκα ενός άλλου, μα από κει και ύστερα το μυαλό του πήρε άδεια λειτουργίας άνευ αποδοχών, χάνοντας τις αισθήσεις του από το ξύλο το πολύ. Ευτυχώς, η μικρό διάσειση που έπαθε, δεν ήταν απ’ αυτές που προκαλούν ανήκεστο βλάβη στον οργανισμό. Σχετικά γρήγορα συνήλθε και πήγε σπίτι του καθυστερώντας κι άλλο σκόπιμα, για να μην το δουν τα παιδιά του έτσι όπως τον είχαν καταντήσει, γιατί σίγουρα η εικόνα η θλιβερή του, θα έμενε ες αεί χαραγμένη στα κεφαλάκια τους.

Φυσικά, η βιαιοπραγία δεν τον πτόησε. Κατάφερε το εντελώς αντίθετο. Εδραίωσε τις υπόνοιες του για το βρώμικο έργο του ‘παπά’. Λίγη περισσότερη προσοχή και εγρήγορση χρειαζόταν. Ας μην έδινε τόσο κραυγαλέο στόχο πια…

Άφησε να περάσουν δυο τρεις μέρες απραγίας που οι κακοποιοί ίσως και να  τις εξέλαβαν σαν σημάδι συμμόρφωσής του. Μετά, το κουαρτέτο Παύλος, Σωτήρης, Μάρκος και Μακρής, άραξαν στα αγαπημένα τους βράχια για το ‘αθώο’ ψάρεμά τους.

Μα θα πει ο δύσπιστος αναγνώστης ‘καλά ήταν απαραίτητο να πάνε στο ίδιο μέρος; Δεν παραήταν τραβηγμένο μετά απ’ ό, τι συνέβη με τις κούτες;’

ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ όχι, ήταν όμως μελετημένα πιο βολικό για την διαφυγή των κακοποιών σε περίπτωση κινδύνου. Και ύστερα, μετά τα όσα έπαθε ο βλάκας ο μπάτσος θα είχε βάλει μυαλό το ανθρωπάκι σίγουρα, αν ήταν όπως υπέθεταν, μεταξύ των διωκτών τους της περασμένης φοράς…

Η αναμονή, καρμπόν της προηγούμενης.

Και να τους.

Οι μαυροφορεμένοι με ένα φουσκωτό και μαζί τους ο ‘παπάς’ με τα ράσα του να ανεμίζουν, ο αθεόφοβος ποιος ξέρει με ποιο σκεπτικό και για τι είδους καμουφλάζ τα φορούσε!

Ειδοποιείται πάλι το Λιμενικό, (ΑΠΟΡΙΑ ψάλτου: μα καλά σαν πόσοι Μακρήδες έπρεπε να υπάρχουν για τη δουλειά αυτή; Οι Λιμενικοί από μόνοι  τους τίποτα; Τι έκαναν, τάβλι έπαιζαν για να περάσει η νύχτα;). Προς τιμήν  τους πάντως, καταφθάνουν αμέσως και τελείως αθόρυβα.

Αφήνουν τους λαθρέμπορους να ξεφορτώσουν την πραμάτεια τους. Και για να μη συμβεί ό,τι την προηγούμενη φορά με την πυρπόληση του Αρκαδίου, οι Λιμενικοί ορμούν κατά πάνω τους χωρισμένοι σε δύο ομάδες. Η μία κυκλώνοντας τον καινούριο λοφίσκο και η άλλη κατά των μαυροφορεμένων κακοποιών, κατορθώνοντας να τους συλλάβει όλους.

ΟΛΟΥΣ;

Και ο παπάς; Πού είναι ο παπάς;

Άλλο και τούτο. Τι στην ευχή, εξαϋλώθηκε;

Και βέβαια όχι. Εκεί ήταν ο μάγκας, ανάμεσα στους συλληφθέντες. Είχε προλάβει να πετάξει τα ράσα του κάτω από τα οποία φορούσε και αυτός ό,τι και τα συντρόφια του. Το σκεπτικό του ήταν, αν ο μη γένοιτο συνέβαινε κάτι (όπως και συνέβη) όσο οι διώκτες τους θα έψαχναν για τον εξαφανισμένο παπά, αυτός θα κατάφερνε να ξεφύγει. Όσο να’ ναι τα λημέρια γύρω, πιο γνωστά σ’ αυτόν απ’ ό,τι στον εχθρό. Πόσω μάλλον που η νύχτα ήταν σύμμαχός του. Έτσι οι πέντε κακοποιοί του ‘’παπά’’ συμπεριλαμβανομένου “δέθηκαν” τόσο τέλεια με χειροπέδες, που και φακίρηδες να ήσαν δεν θα κατάφερναν να λυθούν.

Την επόμενη μέρα βούιξε το Πανελλήνιο: “Συνέλληνες, μεγάλη επιτυχία του Λιμενικού. Συνελήφθη μια από τις μεγαλύτερες σπείρες διακινητών του ’λευκού θανάτου’, αρχηγός της οποίας ήταν ο παπάς του ακριτικού μας νησιού τάδε…”

Ο λοφίσκος με την λευκή σκόνη αυτή την φορά, που θα σκότωνε χιλιάδες νέους, είχε πάρει τον δρόμο της κανονικής και επίσημης πυράς.

Ο Μακρής είχε πάλι κάνει το θαύμα του.

*

Το νησί υπερήφανο και απαλλαγμένο από τον διαβολόπαπα, ανέμενε την άφιξη του αληθινού λειτουργού του Θεού με ύμνους και με άνθη στην προβλήτα του μικρού λιμανιού. Ήταν μία γιορτή συγκινητική, απλή και γεμάτη αγνά συναισθήματα που έκανε τον ψύχραιμο ντετέκτιβ να δακρύσει.

Δυο μέρες μετά έδωσε το σύνθημα της αναχώρησης από το Νησί της άγονης γραμμής.

Το τελευταίο βράδυ πήγαν για τελευταία φορά για ψάρεμα αληθινό. Τα κεφαλόπουλα όχι, δεν θα το γλεντούσαν αυτό το βράδυ. Οι ψαράδες ήταν απόψε αφοσιωμένοι στις πετονιές και τα καλάμια τους. Να όμως που για μια ακόμη φορά τα ψάρια στάθηκαν τυχερά. Γιατί από το πουθενά ξεπετάχτηκε μπροστά τους κρατώντας απειλητικά ψαροντούφεκο, άλλος ψαράς (τελείως αληθινός) περνώντας την παρέα των αλιέων ποιος ξέρει σαν τι, επηρεασμένος από τα γεγονότα των ημερών. Έβγαλε από το σάκο του ένα μάτσο χειροπέδες και τους έδεσε δυο δυο καλώντας το Λιμενικό που αγρόν ηγόραζε για ακόμη μια φορά.

Τα όργανα της τάξεως κατέφθασαν προβληματισμένα. Τι διάβολο, πόσα πλοκάμια είχε πια η Λερναία Ύδρα (ιδέ “σπείρα’’);

Και ο στεναγμός ανακούφισης που έβγαλαν αντικρίζοντας τον Μακρή και τους φίλους του έκανε τον δόλιο ψαροτουφεκά να σκεφτεί δυνατά: “Αν και το Λιμενικό είναι μέσα στο κόλπο, την κάτσαμε τη βάρκα πατριώτες.’’

Για να πάρει μιαν απάντηση που τον άφησε εμβρόντητο:

«Όχι μόνο δεν την κάτσαμε τη βάρκα πατριώτη, αλλά τάμα θα κάνουμε στον Άγιο, λειτουργία θα κάνουμε, ολονυχτία θα κάνουμε, που φώτισε τον άνθρωπο αυτό να καθαρίσει το νησί από την κόπρο ενός σύγχρονου Αυγεία!»

*

Όταν οι διωκτικές αρχές άνοιξαν το φτωχικό του ‘παπά’, που του το διέθετε η Ενορία, όπως έκανε με όλους τους ιερείς, έπαθαν σοκ οι άνθρωποι και με το δίκιο τους. Αυτό δεν ήταν σπίτι, αλλά ένα είδος κοσμηματοπωλείου. Βιτρίνες με κοσμήματα, ρολόγια των οποίων οι φίρμες σε αφήνουν άφωνο.

 Άμα ακούσεις δε και την χρηματική τους αξία, τότε το έμφραγμα δεν το γλυτώνεις!

Ράφια με παπούτσια ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΑ, που οι μάρκες τους ήταν μυθικές όχι μόνον για έναν αστό αλλά ακόμη και για… αριστοκράτες!…

Πίνακες ζωγραφικής original και όχι reproduction που ο καθένας στοίχιζε μια περιουσία στόλιζαν τους τοίχους. Πορσελάνες, πολυέλαιοι με πανάκριβα κρύσταλλα φώτιζαν τους κατάλληλα διαμορφωμένους χώρους του φτωχικού. Ντουλάπες με κοστούμια που να χάνει ο νους του ανθρώπου. Κοντολογίς, η επιτομή της χλιδής.

Και αναρωτιέται κανείς: Καλά και πότε τα φορούσε ο σεμνός παπάς;

Μα τι ερώτηση είναι αυτή; Μπορεί ο άνθρωπος να είχε το βίτσιο να τα κοιτάζει και μόνον και να ικανοποιείται ξέροντας ότι είναι δικά του, δικά του, δικά του…

Και ίσως ανέμενε την ώρα και τη στιγμή που τελειώνοντας τον επιχειρησιακό τομέα θα τα απολάμβανε φανερά πια, πετώντας και τα ράσα Και φιγουρίνι πια ο ίδιος θα φιγουράριζε στα σαλόνια της ανώτερης κοινωνίας. Θα τον κοίταζαν με θαυμασμό και σιγά μην τους ένοιαζε και η πηγή του πλούτου του. Όσον αφορά αυτή την πηγή, κάτι δεν θα μηχανεύονταν να βρει; Π.χ. για θείους που κληρονόμησε στην Αφρική με καπνοφυτείες, φυτείες καφέ και άλλου είδους φυτείες απαγορευμένες στον πολιτισμένο Κόσμο κ.τ.λ., κ.τ.λ.;

Περιζήτητος στα σαλόνια των πρωτευουσών του κόσμου, θα γινόταν οσονούπω, γι’ αυτό και έκανε υπομονή. Το όραμά του απαιτούσε μερικές θυσίες όπως ας πούμε να προσεύχεται στην εκκλησιά με τους φτωχοδιάβολους νησιώτες και να φορά την μαύρη κελεμπία που του έδινε στα νεύρα. Μετρούσε ώρες η μιζέρια του και το όνειρό του πλησίαζε στην πραγματοποίησή του.

Να μη ξανάβλεπε στα μάτια του τους αφελείς που του ζητούσαν να ευλογήσει τα δίκτυα τους για να πιάσουν πολλά ψάρια! Τι βλακώδης θρησκοληψία και η δική τους, τι αμορφωσιά, τι αφέλεια, σκεφτόταν. Μα δεν γεμίζουν έτσι τα πορτοφόλια, ούτε κτίζεται με αυτόν τον τρόπο μια άνετη ζωή. Χρειάζεται εξυπνάδα, διαβολική πονηρία, ηθοποιία και υπομονή. Αυτό ήταν το moto του ‘παπά’ Άνθιμου.

Και η στιγμή χάριν της οποίας έκλεψε, κορόιδεψε, σκότωσε, με σύμμαχό του τον εξαποδώ, έφθασε. Έτσι νόμιζε.

“Και τότε; Τι είναι τούτο το κελί της φυλακής “παπά’’ μου;

“Σιγά. Και τους μεγαλοδικηγόρους τι τους πληρώνω πλουσιοπάροχα; Γιατί ουδέποτε τσιγκουνεύτηκα μα την αλήθεια για τις προσφερόμενες υπηρεσίες τους. Χωρίς αυτούς τους ευφυείς λειτουργούς της Δικαιοσύνης, τα πλούτη μου άχρηστα…’’

Τι σου είναι όμως και το χρήμα! Γλυκό που είναι το άτιμο! Πάνε οι όρκοι των συνηγόρων στη Θέμιδα και στον ένα και μοναδικό Θεό… Μα έχει ο Θεός κατανόηση και μακροθυμία. Και όταν μια μέρα τον συναντήσουν θα του εξηγήσουν ότι απλά στάθηκαν ολίγον αδύναμοι. Και Εκείνος εν τη μεγαλοθυμία του θα τους συγχωρήσει που πάλεψαν χάριν αυτού του γλυκού χρήματος να γλυτώσουν ένα χαμένο κορμί…

Το κελί!… Μια μικρή παρένθεση κι αυτή για τον ‘πατέρα’ Άνθιμο. Μόλις βγει από κει μέσα (γιατί ΘΑ ΒΓΕΙ, το μόνο σίγουρο) θα σας ενημερώσουμε μέσω του έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου…

Επί του παρόντος μη σας ακούσω να απορήσετε για το πώς τον άφησαν ελεύθερο! Γιατί ναι μεν θα μουρμουράτε και θα τα βάλετε με όλους, δικαστές, συνηγόρους, Διωκτικές αρχές, με αρμόδιους και αναρμόδιους, ναι μεν θα χυθεί άφθονο μελάνι και λόγια στην T.V., αλλά όλα αυτά θα κρατήσουν για 10 το πολύ μέρες. Μετά, θα ξεχαστεί και τούτη η ιστορία και μόνο σαν μια μακρινή ανάμνηση θα μείνει. Κάνα δυό δε συμπολίτες μας θα μουρμουρίσουν κουνώντας το κεφάλι: ‘Τς Τς Τς. Τι λες μωρέ πατριώτη!!!’.

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη