«Το νεκρόδειπνο», ένα διήγημα του Γιάννη Θεοχάρη

Κεφάλαιο 1.

Ονοματεπώνυμο Δημήτρης Ιωάννου, ηλικία 45 ετών. Αυτό μόνο γράφει ο σταυρός πάνω στο μνήμα του, τίποτα άλλο. Πολύ νέος, θα μου πείτε, για να χαθεί τόσο ξαφνικά. Σίγουρα! Ούτε φωτογραφία του υπάρχει, ούτε κάποιος στίχος από το αγαπημένο του τραγούδι κάπου χαραγμένος.

Πώς έφτασε όμως στο σημείο να χαθεί τόσο απρόοπτα; Οι γιατροί είπαν από AIDS. Γνώριζα πολύ καλά τον Δημήτρη και μεταξύ μας ποτέ δεν είχαμε μυστικά. Ήξερα για την προσωπική του ζωή και το πόσο προσεκτικός ήταν στις διαπροσωπικές του σχέσεις. Δεν υπήρχε περίπτωση να έπραττε κάτι, χωρίς να είχε διασφαλισμένα τα νώτα του! Ας με συγχωρέσει ο γιατρός του, αλλά ποτέ δεν τον πίστεψα.

Στην κηδεία του ήμασταν ελάχιστοι. Αγνόησα βλέμματα και λόγια που άκουγα κατά τη διάρκεια της τελετής, συγκεντρώθηκα μόνο στο γεγονός της απώλειας ενός πολύ αγαπημένου μου προσώπου. Ήταν δύσκολο να δεχτώ αυτό το τέλος! Ένας άνθρωπος ο οποίος ήταν πάντα τόσο προσεκτικός στη προσωπική του ζωή, δε γινόταν να χανόταν έτσι! Έμεινα με τις σκέψεις μου και δεν ακολούθησα την οικογένεια στο σπίτι όταν τελείωσε η Ακολουθία.

Στην οικεία του έφτασα μισή ώρα αργότερα, πάνω που άρχισε να βρέχει. Δεν ήθελα όμως να μπω μέσα, δεν είχα διάθεση για κουβέντες με κανέναν τους.

Στα μέρη μας συνηθίζεται μετά την κηδεία να ακολουθεί δείπνο στο σπίτι τού νεκρού προς τιμήν του… για καλό κατευόδιο της ψυχής του! Αχ και να ήξερε ο Δημήτρης, πόσοι ήταν αυτοί που ήθελαν πραγματικά να τον τιμήσουν και πόσοι όχι!

Η μητέρα του μου έκανε νόημα να περάσω, αλλά το καθυστέρησα όσο μπορούσα. Περπατούσα στην αυλή, έξω με τη βροχή και σκεφτόμουν. Το προτιμούσα απ’ το να συγχρωτιζόμουν μαζί τους. Η βροχή δυνάμωνε όμως και οι σκέψεις μου δεν είχαν σταματημό.

Πέρασα μέσα στο σπίτι με την ελπίδα το νεκρόδειπνο να κυλήσει όσο γίνεται πιο ήρεμα, χωρίς νεύρα και εντάσεις. Ξέρω καλά πως όταν μαζεύονται άνθρωποι γύρω από ένα τραπέζι, λένε πολλά… και οι συγκεκριμένοι που έβλεπα μπροστά μου δεν ήταν και οι πιο φυσιολογικοί του κόσμου…

Κεφάλαιο 2.

Πρώτη φορά έβλεπα, σε ανάλογη συγκέντρωση, χαμογελαστά πρόσωπα, λες και ήταν ευχάριστος ο λόγος που μαζευτήκαμε. Ένιωθα μέσα μου πως ήμουν ξένο σώμα ανάμεσά τους. Έμεινα μόνο για τη μνήμη του, γιατί πήγα πραγματικά να τον τιμήσω!

Τα στόματα άνοιξαν πολύ γρήγορα. Οι σπόντες για τη ζωή του και τον κύκλο γνωριμιών του ήταν πολλές και δεν ήξερα σε ποια από όλες να δώσω βάση. Δυστυχώς, οι ενορχηστρωτές της όλης κατάστασης ήταν οι γονείς του! Δε σεβάστηκαν διόλου τη μνήμη του παιδιού τους. Φυσικά ακολούθησαν και οι άλλοι παρευρισκόμενοι που, παρασυρόμενοι από την άνεση των γονιών, άρχισαν κι αυτοί να λένε τα δικά τους.

Δεν ήθελα να μιλήσω γιατί σίγουρα θα γινόμουν πολύ δυσάρεστος. Ήξερα τόσα για τον Δημήτρη που όλοι τους (ακόμα και οι γονείς του), τα αγνοούσαν. Σηκώθηκα να φύγω, αλλά μία φράση που άκουσα από κάποιον συγγενή του με έκανε να μείνω.

«Εσύ που ήσουν τόσο στενός του… φίλος (το “φίλος” με δόση εμπάθειας και ειρωνίας παρακαλώ!), για πες μας βρε Γιαννάκη, τι έτρεχε τελικά μαζί σας; Γιατί με το συμπάθειο, αλλά ξεκολλημό δεν είχατε (να σου και το γελάκι στο τέλος, μαζί με το υπονοούμενο!)»

Η ομήγυρη άλλο που δεν ήθελε να βγάλει συμπεράσματα για τη μεταξύ μας σχέση. Το φιλικό και το ερωτικό στοιχείο δίνανε και παίρνανε στις συζητήσεις τους…

Δεν υπήρχε περίπτωση όμως να έπιανα κουβέντα μαζί τους, γνώριζα πολύ καλά πόσο εμπαθείς ήταν και πόσο έμφυτη είχαν τη τάση για κουτσομπολιό. Κούνησα με απόγνωση το κεφάλι μου και είπα μόνο: «Αχ, ρε Δημήτρη…»

Τους έκανα τη χάρη και έμεινα λίγο ακόμα στο τραπέζι. Το νεκρόδειπνο φαινόταν πως δεν θα τελείωνε εύκολα. Άρχισαν να φέρνουν στο μυαλό τους με ποιους έκανε παρέα ο αείμνηστος (εκτός από μένα φυσικά) και τι είδους σχέση είχε με τον καθένα. Αυτό το σκάλισμα της προσωπικής του ζωής όμως, έπρεπε να τελειώσει κάποια στιγμή. Δεν έβλεπα από κανέναν την πρόθεση να αλλάξει θέμα συζήτησης και εκεί σκέφτηκα να αποχωρήσω για να μη τους ακούω άλλο.

Κάποιος συγγενής του στάθηκε σε ένα χωράφι του Δημήτρη και σκεφτόταν πώς θα μπορούσε να περάσει στη δική του κατοχή. Είπα στον εαυτό μου «εδώ έχει ζουμί η υπόθεση, πού πας να φύγεις;» Έβλεπα λοιπόν από τον… “αγαπημένο” του θείο τη λαχτάρα το σαράντα στρεμμάτων κτήμα να γίνει δικό του. Τον διέκοψα όμως και του θύμισα πως το συγκεκριμένο κτήμα, όπως και όλα τα άλλα, ήταν γραμμένα στην αδελφή του και πως κανείς άλλος δεν είχε δικαίωμα πάνω τους. Σιώπησε, αφού μου πέταξε μια δηλητηριώδη ματιά. Πίστευε ο αχρείος πως θα έπιανε τους δικούς του στον ύπνο και θα τους το έπαιρνε!

Τα λόγια και οι εντάσεις συνεχίστηκαν, όπως επίσης και τα χτυπήματα των χεριών στο τραπέζι… ναι αυτή την απεγνωσμένη κίνηση κάποιου να επιβάλει τον εαυτό του, την άποψή του. Η προσωπική του ζωή μπήκε στην άκρη, όπως και η περιουσία του. Ποιο θέμα άραγε θα σκαρφιζόταν να θίξουν στη συνέχεια;

Κεφάλαιο 3.

Τη συνέχεια δεν έμεινα να την ακούσω. Έφυγα εκνευρισμένος από το θράσος αυτών των ανθρώπων, που πέσανε ακόμα πιο χαμηλά στα μάτια μου. Κυρίως οι γονείς του!

Ο Θεός εκείνη τη μέρα φαίνεται πως ήθελε να ξεσπάσει την οργή του στο χωριό μας και η βροχή που έπεφτε ήταν άνευ προηγουμένου. Έτρεξα για το πατρικό μου. Πήρα κάποιες βαθιές ανάσες για να ηρεμήσω, μα δε βοήθησαν. Τα νεύρα μου ήταν σε οριακό σημείο και δεν ήθελα πολύ να ξεσπάσω σε οτιδήποτε. Ευτυχώς που ζω μόνος μου.

Η μέρα ήταν δύσκολη και δεν είχα διάθεση ούτε για μουσική, ούτε για διάβασμα. Σκεφτόμουν όσα πέρασα μαζί του και από πόσα κύματα πέρασε η σχέση μας – τη φύση της οποίας θα μου επιτρέψετε να την κρατήσω για μένα μόνο και να μην τη μοιραστώ μαζί σας.

Επικοινώνησα με την αδελφή του Δημήτρη, η οποία ζει στο εξωτερικό (στην Ολλανδία συγκεκριμένα), και εξαιτίας ενός κολλήματος δεν μπορούσε να παραβρεθεί στην κηδεία του αδελφού της. Της είπα όσα είδα και άκουσα στη κηδεία και στο τραπέζι. Της επέστησα την προσοχή στην περιουσία που της άφησε ο αδελφός της, καθώς κυριολεκτικά τη λάτρευε! Οι συγγενείς κάνουν σαν τρελοί να της την αρπάξουν, και εκείνη έπρεπε οπωσδήποτε να έρθει στο χωριό μας και να κάνει τις απαιτούμενες ενέργειες.

Πέρασε μια εβδομάδα, γεμάτη αναμνήσεις από εκείνον τον ξεχωριστό άνθρωπο. Βγαίνοντας μια βόλτα είδα την Βιβή μπροστά μου. Μετά από τα τυπικά, περάσαμε στα ουσιώδη, που φυσικά ήταν η διαφύλαξη της περιουσίας της. Πήγαμε την ίδια ημέρα στον συμβολαιογράφο, καθώς θέλαμε να μάθουμε όλες τις παραμέτρους που αφορούν τη μεταβίβαση των ακινήτων. Μας εξήγησε πως όλα είναι διασφαλισμένα στο όνομά της και δε συντρέχει λόγος ανησυχίας. Το άνοιγμα της διαθήκης θα γινόταν μπροστά σε όλη την οικογένεια σε τρεις μέρες.

Αυτό ήταν το χειρότερο που θα μπορούσα να ακούσω. Η διαθήκη να ανοιχτεί σε πρόσωπα, που δεν τρέφουν τον παραμικρό σεβασμό προς τον θανόντα! Δε μπορούσε όμως να γίνει διαφορετικά, καθώς αυτή ήταν η νόμιμη οδός.

Το τριήμερο πέρασε με αρκετή ένταση και αγωνία. Ευτυχώς που ήταν η δουλειά στη μέση και ξέφευγε λίγο το μυαλό μου.

Ο συμβολαιογράφος ήρθε στις δέκα το πρωί στο σπίτι του, καθώς διατηρούσαν εξαιρετικές σχέσεις με τον αείμνηστο. Το άνοιγμα έγινε με συνοπτικές διαδικασίες. Η περιουσία του όλη θα πήγαινε στην αδελφή του και στην οικογένειά της. Οι γονείς του μείνανε εκτός, καθώς ο Δημήτρης γνώριζε πολύ καλά ποιοι άνθρωποι τον μεγάλωσαν! Οι συγγενείς, δεν το συζητώ, δεν πήραν τίποτα!

Εκεί ακριβώς ήταν που χάθηκε ο έλεγχος. Οι γονείς έβριζαν τον συμβολαιογράφο, λες και αυτός συνέταξε τη διαθήκη, οι συγγενείς άφηναν υπονοούμενα για τη σχέση του Δημήτρη με τον συμβολαιογράφο και προσπαθούσαν να τον ταπεινώσουν με χυδαίους χαρακτηρισμούς… Φυσικά δεν με άφησαν στο απυρόβλητο, καθώς με κατηγόρησαν ότι ευθύνομαι για αυτή την εξέλιξη.

Πήρα τη Βιβή και φύγαμε από το σπίτι. Την φιλοξένησα για δύο μέρες στο δικό μου. Εκεί άρχισε να κάνει σχέδια για το μέλλον και για το πώς θα διαχειριστεί την περιουσία της.

Κεφάλαιο 4.

Στο σημείο αυτό, θα επιστρατεύσω το γνωστό ρητό που λέει πως «όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια, ο Θεός γελάει»!

Είχε αποφασίσει φαίνεται ο Μεγαλοδύναμος να σπάσει λίγο πλάκα μαζί μας… με τη Βιβή συγκεκριμένα. Μία επιπλοκή στην ήδη επιβαρυμένη υγεία της, ήταν ό,τι το χειρότερο αυτή τη στιγμή. Κάποια έντονα χτυποκάρδια μας θορύβησαν και μεταβήκαμε στο νοσοκομείο του Πολυγύρου για τις απαραίτητες εξετάσεις. Ευτυχώς η κατάσταση δεν ξέφυγε περαιτέρω και βγήκαμε γρήγορα από εκεί.

«Λόγω άγχους» είπαν οι γιατροί. Η Βιβή ένιωσε άσχημα που με ανησύχησε. Έζησα να το ακούσω και αυτό, αντί να είχαν ενοχές οι γονείς της, είχε αυτή! Τι μυστήριοι που είμαστε ώρες-ώρες και εμείς… να επιμένουμε με το έτσι θέλω να φορτωθούμε βάρη άλλων, λες και η δική μας η πλάτη έχει άλλη κοψιά και μπορεί να αντέξει τα πάντα!

Εμ, δεν είναι έτσι τα πράγματα κυρά Βιβή, πάψε να σταυρώνεσαι για τους άλλους. Πρώτοι θα σου δώσουν τα καρφιά, μα ποιος θα σε κατεβάσει από τον Σταυρό;

Καθώς ο χρόνος είναι γιατρός, οι εσωτερικές πληγές της Βιβής, δείχνανε να υποχωρούν καθώς οι μέρες κυλούσαν. Στον χρόνο που την έζησα, βρήκα τη δύναμη και της εκμυστηρεύτηκα όσα ήξερα για τον αδελφό της και όσα έζησα μαζί του. Έδειξε κατανόηση και ψυχραιμία σε αυτά που της είπα – δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να τα αναλύσω τώρα.

Τα τηλεφωνήματα προς Ολλανδία ήταν καθημερινά, καθώς ο σύζυγος και ο γιος της ήθελαν να μαθαίνουν τα πάντα σχετικά με τις εδώ εξελίξεις. Θα συναντιόντουσαν ξανά σε λίγες μέρες. Μα για να ανατρέξουμε λίγο πιο πάνω και να θυμηθούμε το ρητό που έλεγε «όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια…»

Μία καρδιακή ανακοπή της μητέρας της, η οποία δεν μπόρεσε όπως φάνηκε να διαχειριστεί την απώλεια του υιού και τις εξελίξεις με την περιουσία του, έστειλε την κυρά Ελένη σε τόπο χλοερό… «Τουλάχιστον θα έχει παρέα ο Δημήτρης μου», είπε η Βιβή. Η ανακοπή της μητέρας της δεν με ανησύχησε ιδιαίτερα (το λες και κακία αυτό, πάντως!) μα μία πιθανή ανακοπή της Βιβής με έκανε και έχανα χρόνια ζωής. Τι θα έκανα αν πάνω στους κλαυθμούς και τους οδυρμούς, μου έμενε και αυτή στα χέρια;

Ευτυχώς στην κηδεία της κυρά Ελένης όλα κύλησαν φυσιολογικά (όσο γίνεται όταν έχεις να συναναστραφείς με τέτοιους χαρακτήρες). Εκτός από τα γνωστά βλέμματα και σχόλια που εισέπραξα, όλα κύλησαν καλώς.

«Οι νεκροί με τους νεκρούς και οι ζωντανοί με τους ζωντανούς» σκέφτηκα και πρότεινα στη Βιβή να περπατήσουμε μέσα από το δασάκι που βρίσκεται λίγο πιο πάνω από το Κοιμητήριο. Δε θελήσαμε να παραβρεθούμε στο νεκρόδειπνο που θα επακολουθούσε κι ας ξέραμε πως αυτό θα σχολιαζόταν ποικιλοτρόπως.

Στη βόλτα μας αυτή δε λέγαμε πολλά. Τα βλέμματά μας ήταν στραμμένα κάτω, στη βρεγμένη φύση. Χαμένοι στις σκέψεις του ο καθείς μας, θαρρείς πως αυτή τελικά θα μας λύτρωνε.

Στο γυρισμό για το σπίτι ακούσαμε από κάποιους περαστικούς πως κάποιοι ιερόσυλοι κλέψανε ένα εξωκλήσι που βρισκόταν δύο χιλιόμετρα έξω από το χωριό! Πήραν καντήλια, τάματα πιστών, τα χρήματα από το παγκάρι… δεν άφησαν τίποτα! «Αυτό μας έλειπε τώρα» σκέφτηκα και κοίταξα τη Βιβή, η οποία ήταν με τη σειρά της εμβρόντητη από αυτή την είδηση.

Πλακώσανε τα περιπολικά, γίνανε οι σχετικές ερωτήσεις στον ιερέα, πήρανε δαχτυλικά αποτυπώματα και αποχώρησαν. Κάπως έτσι η ιστορία αυτή ξεχάστηκε… της κλοπής εννοώ.

Η δική μας έχει και συνέχεια…

Κεφάλαιο 5.

Ο πατέρας του Δημήτρη, μόνος πλέον στο σπίτι και χηρευάμενος, ζήτησε από την κόρη του να πήγαινε να του στεκόταν όσο βρισκόταν στο χωριό. Εκείνη ανένδοτη! Δεν ήθελε επαφές με έναν τέτοιο πατέρα, που όπου βρισκόταν κι όπου στεκόταν, κατηγορούσε τα παιδιά του. Μεταξύ μας, κάπου είχε δίκιο και τη συγχάρηκα για τη στάση της. Μα πίσω όμως είναι ένας εβδομηντάχρονος μόνος, κατάμονος και ζητά τη βοήθεια του παιδιού του. Απλά της πρότεινα να το σκεφτόταν ξανά, μα δεν πήρα απάντηση.

Ένα πρωινό, πάνω στις αναπολήσεις μας, μου είπε πως είδε την Παναγιά στον ύπνο της και της ζήτησε να αφήσει την περιουσία στο γηροκομείο που βρίσκεται στο διπλανό χωριό. Στην αρχή δεν ήξερα αν έπρεπε να γελάσω με αυτό που ξεστόμισε ή να το πάρω στα σοβαρά. Το ανησυχητικό ήταν πως την έβλεπα αποφασισμένη να το κάνει! Πριν ολοκληρώσω τη σκέψη μου, τηλεφώνησε στο γηροκομείο και ζήτησε να μιλήσει με κάποιον υπεύθυνο.

Οδήγησε μόνη της ως το διπλανό χωριό και μίλησε με τον ιερέα που ήταν υπεύθυνος για τη λειτουργία του Γηροκομείου.

Μόνος στο σπίτι καθώς ήμουν, προσπαθούσα να βάλω σε μια τάξη τα πράγματα. Ο Δημήτρης πεθαίνει, αφήνει στην αδελφή του τα πάντα και αυτή τα χαρίζει λόγω ενός ονείρου! Αν βρείτε λογική σε όλο αυτό, πείτε τη και σε μένα!

Γύρισε πίσω μία ώρα μετά και πριν προλάβω να πω οτιδήποτε, την είδα που μάζευε τα πράγματά της γιατί, όπως μου ξεφούρνισε, ετοιμαζόταν να κλειστεί στη Μονή του Γηροκομείου! Με άφησε με ανοιχτό το στόμα και έφυγε!

Δεν ήξερα αν έπρεπε να μιλούσα στον πατέρα της για αυτή την απόφαση που βεβιασμένα πήρε. Έμεινα μόνος, σκέφτηκα όλα όσα έγιναν το τελευταίο διάστημα και, κυρίως, πώς η Βιβή που πήγαινε στην εκκλησία κάθε Χριστούγεννα και Λαμπρή, τώρα αποφάσισε να γίνει μοναχή! Τι άραγε να της είπε ο υπεύθυνος του Γηροκομείου και την έπεισε τόσο εύκολα;

Τελικά στον πατέρα της δεν είπα τίποτα. Δεν άφησα όμως τον καιρό να περάσει έτσι και επισκέφτηκα το Γηροκομείο. Στην αρχή πήγα να βοηθήσω τα γεροντάκια, καθώς το προσωπικό εκεί ήταν λιγοστό. Η άδεια που εξοικονόμησα από τη δουλειά μου ήρθε στην κατάλληλη στιγμή. Βοηθούσα και έβλεπα. Ήταν η ιδέα μου ή ο ιερέας εκεί κάτι έκρυβε;

Δεν άργησα αυτό να το διαπιστώσω, καθώς ένα απόγευμα βρέθηκα έξω από το γραφείο του, όπου άκουσα τη συνομιλία που είχε με μία κοπέλα…

Κεφάλαιο 6.

Ξεκίνησε λέγοντάς της πως η Παναγία την επέλεξε να μονάσει στη μονή του Γηροκομείου, και για αυτό το λόγο της τηλεφώνησε να πάει στο γραφείο του. Εμένα από την άλλη,όλα αυτά μου φάνηκαν ύποπτα και για να μη χάσω λέξη από τη συνομιλία τους, πήρα το κινητό μου και άρχισα να τους ηχογραφώ. Σας παραθέτω την ηχογράφηση:

«Κόρη μου, καλώς ήλθες στη Μονή του Γηροκομείου μας. Είδα την Παναγία στον ύπνο μου χθες και μου ζήτησε να σε καλέσω και να σου προτείνω να την υπηρετήσεις. Για να γίνει όμως αυτό, θα πρέπει και η Μονή μας να εξασφαλιστεί, καθώς και εμείς έχουμε έξοδα, όπως καταλαβαίνεις. Θα υπογράψεις σε αυτή τη δήλωση ότι μας παραχωρείς την περιουσία σου και αυτομάτως θα ανοίξουν για σένα οι πόρτες του ουρανού! Αν δεν θελήσεις να Την ακολουθήσεις όμως, θα καίγεσαι εις το πυρ το αιώνιο! Η επιλογή είναι δική σου. Διαλέγεις λοιπόν την Παναγία μας, ή τον τρικέρατο τον βεελζεβούλη;»

Ώστε με αυτόν τον ψυχολογικό εκβιασμό ο θεομπαίχτης κατόρθωνε και πλούτιζε! Ήμουν έτοιμος να ανοίξω την πόρτα και να γινόταν ο κακός χαμός, μα κρατήθηκα καθώς δεν ήθελα να χαλάσω την ησυχία των ηλικιωμένων που ξεκουραζόντουσαν στα διπλανά δωμάτια.

Στο νου εκείνη τη στιγμή μου ήρθε η ιστορία της “Αγίας” Αθανασίας από το Αιγάλεω, όπου κρατούσε με εκβιασμούς άτομα στη δούλεψή της και τους καταχρόταν τις περιουσίες τους. Μα η ώρα περνούσε και έπρεπε να έκανα κάτι, μήπως έσωζα τουλάχιστον την περιουσία της Βιβής πριν να είναι αργά.

Αλλά αν η Βιβή υπέγραψε, τότε…

Πήγα στην Αρναία και βρήκα τον δικηγόρο στο γραφείο του. Χωρίς πολλά λόγια του έβαλα την ηχογράφηση. Μου είπε πως η ηχογράφηση είναι παράνομη καθώς πρόκειται για ιδιωτική συνομιλία, μα περισσότερο παράνομο είναι το έργο του παπά! Και έπρεπε να τιμωρηθεί!

Ο δικηγόρος δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, αν δεν υπήρχε έστω ένα θύμα του ιερέα που θα προχωρούσε σε καταγγελία. Εν ολίγης, έπρεπε να έπειθα τη Βιβή να ερχόταν να καταγγείλει τον παπά. Πώς να της ζητούσα όμως κάτι τέτοιο, που είχα μέρες να τη δω; Από τότε δηλαδή που κλείστηκε στη Μονή. Και πώς θα έσπαγα το… άβατό τους;

Την επομένη, με σύμμαχο τον καλό καιρό, στήθηκα έξω από τη Μονή και παρακολουθούσα τις κινήσεις των μοναχών. Κάπου εκεί ήταν και η Βιβή, χαμηλοβλεπούσα και μες στα μαύρα. Το κομποσχοίνι πάντα στο χέρι της. Δεν ήθελα να της αποσπάσω την προσοχή, καθώς ήταν πολύ πιθανό να γινόμουν αντιληπτός από τις υπόλοιπες μοναχές. Έβλεπα όμως κάθε της κίνηση. Το μεσημέρι ήρθε και οι μοναχές πήγαν στα κελιά τους για κατάκλιση. Είδα πού ήταν το κελί της και έφυγα.

Το βράδυ πήγα ξανά στη Μονή, με σκοπό να έβρισκα τη Βιβή και να της μιλούσα. Άνοιξα σχεδόν αθόρυβα την εξωτερική πόρτα και οδηγήθηκα στο κελί της. Χτύπησα μία φορά την πόρτα και μόλις με είδε ταράχτηκε. Μπήκα μέσα και της μίλησα. Της έβαλα και άκουσε τη συνομιλία του ιερέα με την κοπέλα που τελικά εξαπάτησε. Δεν μπορούσε να πιστέψει όσα άκουγε, μου είπε πως “πείραξα” την κασέτα προκειμένου να κατηγορήσω αυτόν τον σπουδαίο άντρα! Αν εκείνη τη στιγμή έβαζα τις φωνές για να την αφυπνίσω, θα με άκουγαν και οι υπόλοιπες μαυροφορούσες!

Φεύγοντας από το σπίτι, πήρα και ένα υπνωτικό σπρέι μαζί μου για παν ενδεχόμενο. Το ψέκασα πάνω της, την κοίμισα και αφού τη φορτώθηκα στην πλάτη μου φύγαμε για το σπίτι μου.

Πήγαμε σπίτι γύρω στα μεσάνυχτα, την άφησα και κοιμήθηκε και το πρωί με ξύπνησε με φωνές. Ήταν τόσο μεγάλη η πλύση εγκεφάλου που της έκανε ο παπάς, που δεν έβλεπε πέρα από τη μύτη της τίποτα!

Κεφάλαιο 7.

Ζήτησα από τον δικηγόρο να έρθει στο σπίτι μου κάποια στιγμή μέσα στη μέρα. Απόγευμα ήταν όταν μας επισκέφθηκε. Ήθελε να ήταν μόνος του με τη Βιβή. Την κοίταξα στα μάτια σαν να της έλεγα «Μίλα!» Έκανα να φύγω, μα την άκουσα που μου έλεγε να μείνω μαζί τους.

Πήρε ανάσα και ομολόγησε όσα της είπε ο παπάς εκείνη την ημέρα στο γραφείο του. Ακριβώς τα ίδια που είπε και στην κοπέλα που μαγνητοφώνησα.

Της ζήτησα να σκεφτεί σοβαρά το τι θα κάνει. Αν του έκανε μήνυση θα έπαιρνε πίσω τη κληρονομιά της και θα γυρνούσε στην Ολλανδία στην οικογένειά της. Αν αρνιόταν, θα τα έχανε όλα και θα έθαβε την ομορφιά της στα μαύρα! Η απόφαση ήταν δική της και δεν ήθελα να την επηρεάσω πουθενά.

Αμφιταλαντευόταν συνεχώς και έκλαιγε. Ξέρω πολύ καλά τη Βιβή, δεν είναι για τέτοια. Πώς ζητάς από μία κοπέλα που έκλαιγε κάθε φορά που άκουγε το αγαπημένο της τραγούδι, ή που διάβαζε βιβλία της αγαπημένης της συγγραφέως, να μηνύσει κάποιον; Έστω και αν αυτός ο κάποιος άξιζε μία καλή τιμωρία;

Με τα πολλά τελικά και με τη βοήθεια του δικηγόρου, κατάφερε να συντάξει τη μηνυτήρια αναφορά.

Της πρότεινα να μείνει σπίτι μου, μέχρι να τελεστεί η δικάσιμος, μα ήταν κάθετη. Ήθελε να επιστρέψει στη Μονή κοντά στις πνευματικές αδελφές της. «Το γεγονός όμως ότι θα τον βλέπεις κάθε μέρα εκεί να μπαινοβγαίνει βρε Βιβή, σου λέει κάτι ή όχι; Τον μήνυσες, πώς θα τον αντικρίζεις εκεί;» Η απάντησή της ήταν ένα ξερό «Ξέρει ο Θεός» και έφυγε.

Απόρησα στο τέλος της ημέρας πώς κατάφερε και συνέταξε την αναφορά, μετά από τόση ψυχολογική πίεση που δέχτηκε εκεί…

Κεφάλαιο 8.

Ξέρω πως στην αφήγηση, άφησα λίγο πίσω τον πατέρα της. Μαθαίνοντας λοιπόν τις εξελίξεις γύρω από το θέμα της κόρης του, έπαθε εγκεφαλικό επεισόδιο και νοσηλεύτηκε για ένα μήνα περίπου στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης. Καθώς ξεπέρασε τον κίνδυνο, βρισκόταν στο σπίτι της αδελφής του και απολάμβανε τις υπηρεσίες της.

Στα της Βιβής τώρα. Οι μέρες περνούσαν και την έβρισκαν δυστυχώς εσώκλειστη στη Μονή. Πήγαινα κάποια βράδια στο κελί της (ευτυχώς που ήταν ξέφραγο αμπέλι και μπορούσα και μπαινόβγαινα) και μου έλεγε τα νέα της, τα οποία ήταν πως μόλις γινόταν η δίκη, τότε μόνο θα έφευγε για την Ολλανδία. Δεν ήθελε να φύγει νωρίτερα από εκεί κι ας το μπορούσε.

Η οικογένειά της δεν ήξερε τίποτα, ανέλαβα και τους ενημέρωσα. Ήταν πρόθυμοι να τα αφήσουν όλα και να έρθουν να την πάρουν. Εκείνη τους ζήτησε υπομονή και πίστωση χρόνου.

Δεν μου άρεσε όμως να έβλεπα μία νέα γυναίκα στα σαράντα της, να είναι συνεχώς στα μαύρα και να προσεύχεται, καθώς η ζωή έχει κι άλλες απολαύσεις. Έτσι, πρότεινα στον σύζυγό και στο παιδί της και ήρθαν εδώ. Θα τους έβλεπε και θα άλλαζε στάση. Πάνω σε αυτή την αλλαγή πόνταρα και τους το ζήτησα. Ευτυχώς ήρθαν πολύ γρήγορα, με την πρώτη πτήση!

Πήγαμε κρυφά στη Μονή το βράδυ και μίλησαν οι τρεις τους, σαν μια οικογένεια που είχαν καιρό να ανταμωθούν. Η Βιβή δεν μπορούσε να έπραττε αλλιώς, έφυγε από το κελί της και έκτοτε δεν ξαναφάνηκε!

Μείνανε στο σπίτι μου και την επόμενη ημέρα φύγανε για το Άμστερνταμ. Πρώτη φορά μετά από καιρό, διέκρινα μία λάμψη μες στα μάτια της και έναν πρωτόγνωρο για εκείνη δυναμισμό.

Να πιστεύετε όσα “λένε” τα μάτια! Αληθινά είναι όλα! Εκεί βρίσκουν φωλιά τα πάντα, η αγάπη, το μίσος, η αλήθεια, το ψέμα… να τα πιστεύετε!

Με θερμούς εναγκαλισμούς και ασπασμούς, έφυγαν για τη χώρα που τους φιλοξενεί τα δέκα τελευταία χρόνια.

Έμεινα ξανά μόνος με τις θύμησες από τον Δημήτρη να με συντροφεύουν. Αυτές μου κρατούσαν συντροφιά καθώς επέστρεφα από τη Θεσσαλονίκη στο χωριό. Και όχι μόνο τότε…

Η υπόθεση με τον ιερέα που εξαπατούσε κόσμο για δικό του όφελος δεν δικάστηκε ποτέ. Μετά τη Βιβή κι άλλες γυναίκες ακολούθησαν τη νομική οδό, με αποτέλεσμα μια ωραία πρωία να δώσει ο ίδιος τέλος στη ζωή του! Τον βρήκαν κρεμασμένο στο κελί του, στο οποίο ζούσε μόνος του. Ναι, ο ιερέας που έλεγε στους πιστούς πόσο μεγάλο αμάρτημα είναι η αυτοκτονία, έφτασε ως τα άκρα… η κόλαση, που απειλούσε πως θα κατάπινε τις κοπέλες αν δεν του έγραφαν την περιουσία τους, άνοιξε και κατάπιε τον ίδιον!

Όπως καταλαβαίνετε η υπόθεση σβήστηκε από τα αρχεία των δικαστών και η ζωή συνεχίστηκε για όλους.

Η Βιβή με την οικογένειά της περνούσαν όμορφα στης Ολλανδίας τα μέρη, ο πατέρας τους ήταν στη Θεσσαλονίκη φιλοξενούμενος από την αδελφή του και μένα με συντρόφευαν οι αναμνήσεις που δεν μ’ αφήνουν ποτέ. Αλλά και να με αφήσουν, θα βρω τρόπο να τις επαναφέρω…

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music