«Το μαγεμένο δάσος», ένα παραμύθι της Στεφανίας Ρουλάκη για τη λογοτεχνική δράση “Μένουμε σπίτι”

Και ήρθε κάποτε μια μέρα, που όλα ήταν σιωπηλά. Μία κατάρα έπεσε στη γη και τα πάντα σταμάτησαν να συμβαίνουν. Οι άνθρωποι κλείστηκαν στα σπίτια τους, τα ζώα κρύφτηκαν και τα πουλιά είχαν εγκλωβιστεί σε σκοτεινές σπηλιές. Μόνο ένας σοφός άνθρωπος με άσπρο μούσι, που τον έλεγαν Κονσταντίν, ήξερε την απάντηση αυτού του μυστηρίου: έπρεπε δύο μικρά παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, να ξεπεράσουν όλα τα εμπόδια που έκρυβε το μαγεμένο δάσος, να φτάσουν σε ένα δέντρο, να κόψουν δύο κλαδιά που είχαν μαγικές δυνάμεις και με αυτά να αντιμετωπίσουν το τέρας που φύλαγε την κεντρική σκοτεινή σπηλιά, όπου μέσα της είχαν πέσει σε νάρκη πολλά πουλιά.

Αν η σπηλιά πλημμύριζε με φως, τότε τα πουλιά θα ξυπνούσαν και θα πετούσαν πάλι ελεύθερα στον ουρανό, θα γέμιζαν με τις κραυγές τους, τα τιτιβίσματά τους, τα κελαηδίσματά τους, το φτεροκόπημά τους την πλάση όλη και τότε το μαγεμένο δάσος θα ζωντάνευε, θα ανέπνεε, στέλνοντας σήμα και στα άλλα δάση του πλανήτη να ανασάνουν ξανά! Τότε και μόνο τότε το οξυγόνο θα απελευθερωνόταν για να γεμίσει με ενέργεια τα πνευμόνια τούτου του κόσμου για να ξαναβγούν οι άνθρωποι από τα σπίτια τους και να πλημμυρίσουν και πάλι οι δρόμοι χαρά και ζωή!

Ο Κονσταντίν γνώριζε ποια παιδιά θα μπορούσαν να φέρουν σε πέρας αυτή την αποστολή. Ήταν ο Πάμπελ και η Μέριλιν. Έμεναν στο ίδιο μικρό χωριό με εκείνον και είχε δει πόσο ζωηρά κι ατρόμητα ήταν, όταν ακόμα έπαιζαν στους δρόμους του χωριού. Ο σοφός άνθρωπος λοιπόν, έγραψε από ένα γράμμα στους δύο φίλους με οδηγίες για το τι έπρεπε να κάνουν κι έφτιαξε δύο σαΐτες, που φυσώντας τις με όλη του τη δύναμη τις έστειλε στα σπίτια των δύο παιδιών. Το κάθε γράμμα τελείωνε έτσι: «Παιδιά μου, το ξέρω πως φοβάστε να αντιμετωπίσετε αυτή την πρόκληση. Όμως να θυμάστε πως ήρωας, δεν είναι αυτός που δεν φοβάται, αλλά αυτός που παρόλο που φοβάται, ξεπερνά το φόβο του για έναν ανώτερο σκοπό. Όλοι οι ήρωες, παρέα με τον φόβο τους πάνε για τη μάχη. Σας έχω εμπιστοσύνη λοιπόν πως θα τα καταφέρετε!»

Τα παιδιά, μόλις έλαβαν αυτό το γράμμα, ξαφνιάστηκαν, ακολούθησαν όμως την πρώτη οδηγία του σοφού ανθρώπου, που έλεγε να ενημερώσουν τους γονείς τους για το δύσκολο ταξίδι τους. Οι μεγάλοι, αμέσως κατάλαβαν το σκοπό του Κονσταντίν, αγκάλιασαν τα παιδιά τους και τους ευχήθηκαν καλή τύχη.

Ο Πάμπελ και η Μέριλυν, συναντήθηκαν μπροστά στο μονοπάτι, που οδηγούσε στο μαγεμένο δάσος. Κοιτάχτηκαν, έδωσαν τα χέρια και ξεκίνησαν για την αποστολή τους. Ήταν και οι δύο τρομαγμένοι, όμως ο Πάμπελ, θέλοντας να προστατέψει τη φίλη του, πήγαινε μπροστά. Με τα χέρια του άνοιγε δρόμο ανάμεσα στα βαριά κλαδιά των δέντρων, που σχεδόν έφταναν ως το έδαφος. Η μέρα ήταν συννεφιασμένη και το πυκνό φύλλωμα του δάσους την έκανε ακόμα πιο σκοτεινή. Κανένας θόρυβος δεν διαπερνούσε τη σιωπή, μόνο το τρίξιμο των κλαδιών που υποχωρούσαν στο πέρασμα των παιδιών.

Σύντομα, έφτασαν στο ποτάμι που έμοιαζε ήρεμο. Έπρεπε να το διασχίσουν για να περάσουν απέναντι ώστε να συνεχίσουν το δρόμο τους. Ο Κονσταντίν τους είχε προειδοποιήσει ότι στο ποτάμι κολυμπούν κροκόδειλοι. Όμως, αυτά τα φοβερά πλάσματα, έχουν και αδυναμίες. Γι’ αυτό τους λένε και «δειλούς». Δειλιάζουν όταν δουν μπροστά τους κάποιον πιο δυνατό. Έτσι, τους είχε συμβουλέψει να φανούν δυνατοί κι αν συναντήσουν κανέναν κροκόδειλο, να βρυχηθούν σαν άγρια θηρία, ώστε να φοβηθεί ο κροκόδειλος. Έτσι κι έκαναν, όταν στα μέσα της διαδρομής, καθώς πέρναγαν το ποτάμι από ένα ρηχό του σημείο, εμφανίστηκε ένας κροκόδειλος. Βγάζοντας άγριες κραυγές από το στόμα τους και τρέχοντας όσο μπορούσαν πιο γρήγορα μέσα στο νερό, τα παιδιά κατάφεραν να περάσουν απέναντι και να γλιτώσουν από την πρώτη δοκιμασία.

Έτσι βρεγμένοι που ήταν, κρύωναν πολύ. Γι’ αυτό η Μέριλιν αγκάλιασε τον αγαπημένο της φίλο, μήπως και ζεσταθούν. Το περπάτημα τους βοήθησε κάπως, αφού ο δρόμος είχε δυσκολέψει. Ανέβαιναν προς το βουνό, ανάμεσα σε πέτρες και βράχους. Όσο ανέβαιναν, τόσο δυσκόλευε η αναπνοή τους, ώσπου κόπηκε τελείως όταν πετάχτηκε μπροστά τους ένα φίδι! Τα παιδιά δεν ήταν προετοιμασμένα γι’ αυτό. Πάγωσαν στη θέση τους. Τι να έκαναν; Τι έγραφε στο γράμμα του ο Κονσταντίν γι’ αυτή τη δοκιμασία; Έγραφε κάτι για δύο μαγικά ραβδιά, όμως δεν είχαν τίποτε μαζί τους… Πώς δεν το σκέφτηκαν νωρίτερα, να ψάξουν για το δέντρο από το οποίο θα έκοβαν δύο κλαριά, για να τα χρησιμοποιήσουν σαν ραβδιά με μαγικές δυνάμεις;

Ο Πάμπελ σκέφτηκε γρήγορα. Κοίταξε δεξιά, κοίταξε αριστερά. Πώς να έμοιαζε αυτό το δέντρο άραγε; Ο Κονσταντίν το μόνο που τους είχε γράψει ήταν ότι αυτό το δέντρο διέφερε από όλα τα άλλα. Αλλά διέφερε πώς; Μήπως ήταν κοντά τους και το είχαν προσπεράσει; Πράγματι, ο Πάμπελ εντόπισε γρήγορα, από τη δική του μεριά και λίγο πιο πίσω, ότι υπήρχε ένα δέντρο που δεν είχε τόσο βαριά κλαδιά, ούτε ήταν πεσμένα προς τα κάτω. Εξ αιτίας τού ότι είχε αραιό φύλλωμα, τα κλαριά του, ορισμένα σχεδόν γυμνά, ήταν σηκωμένα προς τον ουρανό.

Μη χάνοντας χρόνο, ψιθύρισε στην Μέριλιν να σταθεί ακίνητη κι εκείνος έκανε μερικά γρήγορα βήματα πίσω. Κατάφερε να φτάσει το δέντρο και να κόψει γρήγορα-γρήγορα δύο κλαδιά, να γυρίσει στη Μέριλιν ξανά και να δοκιμάσουν αν πράγματι αυτά ήταν τα μαγικά ραβδιά. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή το φίδι πετάχτηκε μπροστά, δείχνοντας τα δηλητηριώδη δόντια του, έτοιμο να τσιμπήσει τα παιδιά. Εκείνα, από ένστικτο, τίναξαν τα ραβδιά προς το μέρος του φιδιού και ξαφνικά το φίδι πάγωσε στη θέση του.

Οι δύο φίλοι κοιτάχτηκαν έχοντας πάρει θάρρος, έγνεψαν ο ένας στον άλλον και συνέχισαν το δρόμο τους. Καθώς προχωρούσαν, άκουσαν κάτι σαν λυγμούς και μετά γάβγισμα. Ήταν οι μόνοι ήχοι που είχαν ακούσει μέσα σε αυτή τη σιωπή του δάσους κι έτσι τους διέκριναν ολοκάθαρους. «Μα τι γίνεται;» είπε η Μέριλιν. «Αυτό είναι ένα σκυλάκι. Πού να βρίσκεται; Και, κυρίως, πώς σώθηκε μέσα στο μαγεμένο δάσος;» Σε λίγο, τα παιδιά κατάλαβαν τι είχε γίνει. Πλησίαζαν όλο και πιο πολύ το γάβγισμα και το κλάμα του σκυλιού και βρέθηκαν μπροστά σε μία λίμνη, όπου αντίκρισαν το σκυλάκι να παλεύει να σταθεί στην επιφάνεια. Όπως και οι κροκόδειλοι που επιβίωναν μέσα στο νερό, έτσι και το σκυλί, είχε σωθεί πέφτοντας στο νερό, αλλά κινδύνευε να πνιγεί αν δε το έβγαζαν έξω.

Τότε η Μέριλιν έκανε να αφήσει κάτω το ραβδί της, όμως ο Πάμπελ της θύμισε την οδηγία του σοφού, να μην αφήσουν καθόλου κάτω τα ραβδιά τους, γιατί έτσι χάνουν τη δύναμή τους. Εκείνη του το έδωσε στα χέρια και βούτηξε μονομιάς στο νερό για να σώσει το σκυλάκι. Αυτό κολύμπησε προς το μέρος της κι όταν τελικά το αγκάλιασε για να το βγάλει έξω, αυτό την έγλυφε με ευγνωμοσύνη. Να που τώρα δεν ήταν μόνοι τους. Είχαν κι άλλον παρέα. Είχαν γίνει τρεις. Έτσι λοιπόν, βάφτισαν τον μικρό καφετί σκύλο, με την έξυπνη μουσούδα και το μακρύ τρίχωμα «Τρεις».

Τα παιδιά κρύωναν και πείναγαν πολύ. Δεν είχαν πάρει τίποτε μαζί τους για φαγητό. Έτσι τα είχε συμβουλέψει ο σοφός. Οποιαδήποτε τροφή μπορούσε να μολυνθεί στο μαγεμένο δάσος. Από τις δοκιμασίες που είχαν περάσει, ο Πάμπελ και η Μέριλιν καταλάβαιναν πως έπρεπε πια να έφταναν στη σκοτεινή σπηλιά.

Πράγματι, ένας βρυχηθμός άρχισε να ακούγεται από μακριά, από κάτι που δεν ήταν ούτε άνθρωπος, ούτε ζώο… Ήταν από το τέρας που φύλαγε τη σπηλιά με τα πουλιά! Όσο τα παιδιά πλησίαζαν, τόσο πιο δυνατά ακουγόταν ο βρυχηθμός και τόσο πιο πολύ φοβόντουσαν. Ο Τρεις, είχε λουφάξει πίσω από την Μέριλιν και είχε γίνει σαν μία μικρή μπάλα. Είχαν φτάσει πιο κοντά στη σπηλιά τώρα και μπορούσαν να δουν το θεόρατο τέρας που έσκαβε έξω από τη σπηλιά και ήταν μισοχωμένο στη γη, ψάχνοντας για τον θησαυρό που υπήρχε εκεί, όπως τους είχε γράψει στο γράμμα κι ο Κονσταντίν.

Τι έπρεπε λοιπόν να κάνουν για να φτάσουν στη σπηλιά, ξεπερνώντας το τέρας; Ο Πάμπελ είπε να προσπαθήσουν να το σκοτώσουν. Η Μέριλιν διαφώνησε. Αυτό της φαινόταν αδύνατο. «Μα έχουμε τα μαγικά ραβδιά» είπε ο Πάμπελ. «Ωραία, γιατί να μην τον κοιμίσουμε τότε;» είπε η Μέριλιν. «Δεν θέλω να τον σκοτώσουμε. Μπορεί να είναι τέρας, όμως εγώ το λυπάμαι». «Έχεις δίκιο» είπε ο Πάμπελ. «Άραγε από πόσο μακριά δουλεύουν τα ραβδιά;» Συνέχισε. «Δεν έχουμε να κάνουμε τίποτε άλλο από το να δοκιμάσουμε» είπε η Μέριλιν. Έφτασαν σε ένα σημείο αρκετά κοντά στο τέρας, το οποίο έκανε τόσο θόρυβο που δεν υπήρχε περίπτωση να αντιληφθεί τα παιδιά. Εκείνα, τίναξαν τα ραβδιά τους προς το μέρος του και είπαν: «Κοιμήσου!» Το τέρας συνέχισε να βρυχάται, να σκάβει, να πετάει χώματα, όμως σιγά σιγά οι κινήσεις του άρχισαν να γίνονται όλο και πιο αργές, ώσπου να πέσει μέσα στο λάκκο χωρίς να σαλεύει.

Όταν τα παιδιά βεβαιώθηκαν πως το τέρας είχε αποκοιμηθεί, πλησίασαν την τάφρο που το ίδιο είχε ανοίξει σκάβοντας. Αυτό που είδαν δεν το είχαν ποτέ φανταστεί! Κόκκινα και κίτρινα, πράσινα και μπλε πετράδια, πολύτιμα αντικείμενα χρυσά, δαχτυλίδια και κολιέ, νομίσματα που άστραφταν ανάμεσα στα χώματα ήταν γεμάτη η τάφρος και το τέρας κοιμόταν πάνω σε αυτά. Όμως τα παιδιά ήξεραν πως ο πραγματικός θησαυρός που είχαν έρθει να βρουν, δεν ήταν αυτός.

Ήταν τα πουλιά που περίμεναν κοιμισμένα στη σπηλιά να απελευθερωθούν. Έχοντας πάρει δύναμη απ’ όλες τις δοκιμασίες που είχαν καταφέρει να φέρουν εις πέρας, τα παιδιά δε δίστασαν καθόλου. Έφτασαν περπατώντας με μεγάλα βήματα, πάνω σε μία σανίδα, μπροστά στο βράχο που έκλεινε τη σπηλιά και με τα μαγικά ραβδιά τους, είπαν «άνοιξε βράχε» κι ο βράχος υπάκουα υποχώρησε. Τότε, ο σκοτεινός ουρανός έκανε μία τρύπα κι από εκεί ξεχύθηκαν λαμπρές ηλιαχτίδες και το σκοτάδι της σπηλιάς πήρε φως. Τα παιδιά χαρούμενα άρχισαν να ακούν τα πουλιά να ξυπνούν, να πεταρίζουν, να κελαηδούν και να αρχίζουν το πέταγμά τους προς την έξοδο.

Ο Τρεις, γύρναγε γύρω από τον εαυτό του, γαβγίζοντας χαρούμενος κι αυτός κι όταν είδε τα πουλιά να πετούν με δύναμη έξω από τη σπηλιά, χοροπήδαγε για να τα πιάσει, προσπαθώντας να παίξει μαζί τους. Όμως αυτά, είχαν τη δική τους αποστολή τώρα. Ο τόπος γέμισε με τα χρώματά τους. Το σκοτάδι πράγματι έγινε φως. Το δάσος λούστηκε στον ήλιο, τα κλαριά των δέντρων πρασίνισαν, σηκώθηκαν προς τον ουρανό. Από τις κουφάλες των δέντρων πετάχτηκαν κουνελάκια και στα κλαριά τους έτρεχαν σκίουροι. Στη βάση τους μεγάλωσαν γρήγορα μανιτάρια και από τους θάμνους ξεπρόβαλαν σκαντζόχοιροι. Το χώμα έβγαλε χορτάρι. Τα παιδιά αγκαλιάστηκαν κι έκλαιγαν από τη χαρά τους όταν μπροστά στα μάτια τους εμφανίστηκαν δύο ελάφια, που κουνούσαν τα αυτιά τους για να διώξουν τις πεταλούδες που τα γαργαλούσαν.

Όλος ο φόβος, η κούραση κι η πείνα τους είχαν σαν από θαύμα εξαφανιστεί. Έπρεπε να πάρουν όμως το δρόμο της επιστροφής. Καθώς γύρισαν την πλάτη τους, είδαν κάτι που δεν περίμεναν. Έναν άντρα που φαινόταν απειλητικός, καθώς έτρεχε καταπάνω τους. Η Μέριλιν που ήταν πρώτη, τρόμαξε πολύ, έχασε την ισορροπία της κι έπεσε μέσα στην τάφρο, κοντά στο τέρας. Ο Πάμπελ κοίταζε μία τη Μέριλιν, μία το τέρας, μία τον άντρα. «Αυτός πάλι, από πού εμφανίστηκε; Μα βέβαια» σκέφτηκε ο Πάμπελ «ο Κονσταντίν μας είχε προειδοποιήσει πως όταν το δάσος ζωντανέψει, υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να εμφανιζόντουσαν ληστές που θα έψαχναν τον θησαυρό…» Χρησιμοποιώντας το ραβδί του, ακινητοποίησε τον άντρα, πήδηξε μέσα στην τάφρο και προσπάθησε να ξυπνήσει τη Μέριλιν. Όμως εκείνη δεν ξυπνούσε… Προσπάθησε να τη συνεφέρει με το μαγικό ραβδί του. Το δικό της είχε πάει χαμένο, γιατί είχε πέσει στο έδαφος. Τίποτα…

Ο Πάμπελ απελπίστηκε… Πάνω που τα είχαν καταφέρει… Τι να έκανε; Δεν υπήρχε περίπτωση να φύγει χωρίς τη φίλη του από εκεί… «Μα πού είναι ο Τρεις;» σκέφτηκε ξαφνικά. Με το βλέμμα του έψαξε το σκυλί και τελικά το είδε να έρχεται προς το μέρος του, κουνώντας την ουρά του και κρατώντας στο στόμα του ένα όμορφο κλαδάκι, που από πάνω του κρέμονταν κάτι ευωδιαστές, μικρές, μωβ καμπανούλες. Ο Τρεις έτεινε το κλαδί στον Πάμπελ. «Τι να το κάνω αυτό;» Ρώτησε τον σκύλο. Δεν καταλάβαινε… Τότε ο Τρεις πήγε με τις καμπανούλες πάνω από το κεφάλι της Μέριλιν και τις κούναγε παιχνιδιάρικα. «Μα δεν είναι ώρα για παιχνίδια Τρεις» πήγε να τον  μαλώσει ο Πάμπελ, αλλά είδε τη φίλη του να ανοίγει τα μάτια της και να τους χαμογελά και σταμάτησε.

«Φαίνεται πως ο Τρεις είναι μαγικός σκύλος επίσης και ξέρει από γιατροσόφια» είπε ο Πάμπελ στη Μέριλιν και ξέσπασαν κι οι δύο σε τρανταχτά γέλια! Ο Πάμπελ βοήθησε τη φίλη του να σηκωθεί και μαζί με τον Τρεις πήραν το δρόμο της επιστροφής. Κατέβηκαν το βουνό, πέρασαν το ποτάμι, που ήταν ήσυχο χωρίς κροκόδειλους κι έφτασαν σ’ ένα ξέφωτο, όπου άκουσαν μουσική. Ήταν ένα όμορφο βαλς και τότε τα παιδιά πιάστηκαν από τα χέρια και χόρεψαν στο ρυθμό της μουσικής με όλη τους την ψυχή.

Συνέχισαν την πορεία τους ώσπου έφτασαν στο μονοπάτι που οδηγούσε έξω από το δάσος, στο χωριό τους. Σε αυτό το σημείο, άκουσαν τον ήχο από τύμπανα κι όταν πια είχαν αφήσει το δάσος πίσω τους, είδαν τον σοφό άνθρωπο να τους περιμένει, μαζί με τους γονείς τους και τους υπόλοιπους χωριανούς. Όταν τους αντίκρισαν, άρχισαν να τους χειροκροτούν και τα παιδιά ανταποκρίθηκαν κάνοντας μία θεαματική είσοδο με παρέλαση. Πρώτα η Μέριλν, μετά ο Πάμπελ, πίσω τους ο Τρεις και στη συνέχεια τα ζωάκια του δάσους!

Τα παιδιά έτρεξαν στην αγκαλιά των γονιών τους και ο σοφός άνθρωπος τα πλησίασε, τους έδωσε το χέρι του και τους είπε: «Μπράβο σας καλά μου παιδιά! Ήμουν σίγουρος πως θα τα καταφέρετε. Το μαγεμένο δάσος ξύπνησε και μαζί του ξύπνησαν τα δάση όλης της πλάσης και ο κόσμος μας ξαναζωντάνεψε. Είστε δύο ήρωες!» Και κοιτώντας τον σκυλάκο τους, είπε: «ή μήπως Τρεις;»

Ίσως σας αρέσει και

4 Σχόλια

  • Συνεφια Εφη
    3 Απριλίου 2020 at 11:48

    Υπεροχο Στεφανια μου!! Μπραβο!!!

    • Στεφανία Ρουλακη
      1 Απριλίου 2021 at 22:52

      Αν σου πω Έφη μου ότι τώρα είδα το σχόλιο σου; Ευχαριστώ πολύ, έστω κι αργά!

  • Τζοαννα
    25 Μαρτίου 2021 at 23:42

    Πολυ ομορφο! Το βρίσκουμε καπου τυπωμενο και εικονογραφημενο; Θα ηταν ωραιο δωρο για παιδακι

  • Στεφανία Ρουλακη
    1 Απριλίου 2021 at 22:53

    Σας ευχαριστώ πολύ! Δυστυχώς, ακόμη όχι!

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη