«Το κόκκινο τριαντάφυλλο», γράφει η Λένα Μαυρουδή-Μούλιου

Λένε ότι η ανάγνωση ενός βιβλίου δεν είναι παρά ένα μεγάλο ταξίδι, άγνωστο το πού θα σε βγάλει.

Το να γράψεις, είναι κι αυτό ένα ταξιδιωτικό εγχείρημα με μεγάλο ενδιαφέρον, μία (επιτρέψτε μου) εγκυμοσύνη, που ο τοκετός της θα είναι ανώδυνος, χωρίς επισκληρίδιο, αλλά και απρόβλεπτος. Κρύβει εκπλήξεις, αγωνίες και ποτέ δεν λες ’’πάει, αυτό ήταν’’. Όσο δε διαρκεί η εγκυμοσύνη αυτή, υποφέρεις, αγωνιάς, ανάλογα με τα κυοφορούμενο που ΕΣΥ πλάθεις και ο τοκετός έρχεται σαν λύτρωση να ολοκληρώσει το puzzle. Έτσι γεννιέται το μυθιστόρημα, το διήγημα, η νουβέλα, τα βιβλία σου, τα ‘’παιδιά’’ σου.

Θες δε θες, ένα κομμάτι της ψυχής σου αποκόπηκε από σένα και ενσωματώθηκε στις λευκές σελίδες, που κάποιος τις διαβάζει άλλοτε με ενδιαφέρον και άλλες τελείως αδιάφορα. Συμβαίνει δηλαδή ό, τι πάνω κάτω και στη ζωή. Άλλων ο βίος είναι θλιβερά μονότονος και αδιάφορος και άλλων μια υπέροχη τρελή περιπέτεια.

Είναι όμως και θέμα χαρακτήρα το προς τα πού αφήνεσαι να ταξιδέψεις. Αν σού αρέσει η περιπέτεια, αν είσαι ολίγον τυχοδιώκτης, αν σού αρέσουν οι αγωνίες, τα απροσδόκητα, οι ανατροπές, τα εγκλήματα, οι φάρσες, το γέλιο…

Κάθε ιστορία λοιπόν με τον δικό της χαρακτήρα, σαν αυτήν που θα σου πω τώρα. Ελπίζω να σου αρέσει, αγαπητέ μου αναγνώστη. Αν ΠΡΩΤΑ δω ότι αρέσει σε μένα. Ω μα ναι, αυτό να λέγεται. Αν σε μένα αρέσει, έχω την βασανιστική υποψία ότι θα αρέσει και σ’ εσένα.

Καλή σου ανάγνωση.


Η Λίζα, ένα κορίτσι περίεργο, ασυνήθιστο, ενδιαφέρον, με δύο ιδιότητες. Η μία Πανεπιστημιακού επιπέδου, και  η άλλη μουσικού.

Σαν χαρακτήρας θα λέγαμε λίγο πέραν του κόσμου τούτου. Ναι μεν προσγειωμένη στην πραγματικότητα που απαιτεί η ιατρική επιστήμη, αλλά την ίδια στιγμή απογειωμένη σε ένα ρομαντικό υπερπέραν, σε μια σφαίρα ονείρου και γοητείας που της πρόσφερε η μουσική της παιδεία. Δύο κατευθύνσεις, που όμως από ένα σημείο και μετά συνέκλιναν και δημιουργούσαν ένα γοητευτικό πλάσμα που το πρώτο που σκεφτόσουν σαν το γνώριζες ήταν να θέλεις να το εξερευνήσεις σε βάθος, αν βέβαια σου το επέτρεπε.

Ήταν ηλίου φαεινότερο ότι είχε ένα ΙQ που άγγιζε σχεδόν την τελειότητα, πράγμα που σημαίνει ότι εκείνη σε ‘’διάβαζε’’ πολύ περισσότερο απ’ ό, τι θα ήθελες να σε ξέρει. Αν ασχολιόσουν μαζί της, πολύ γρήγορα καταλάβαινες πως ‘’κουπί’’ τραβούσε εκείνη και καλά θα έκανες, να την αφήσεις να σε πάει, όπου εκείνη ήθελε.

Έτσι την γνώρισε ο Απόστολος και δεν ήταν διόλου περίεργο πως την ερωτεύτηκε δυνατά, απόλυτα και για πάντα.

Αυτό το για ‘’πάντα’’ των ερωτευμένων βρήκε στο πρόσωπο του Απόστολου την ουσιαστική, την αληθινή του σημασία. Αυτός το ήξερε ότι η Λίζα ήταν το άλλο του μισό, η γυναίκα της ζωής του, η για ‘’πάντα’’ του.

Έγιναν ζευγάρι ταιριαστό τόσο σαν επαγγελματίες, όσο και σαν μουσικοί, γιατί εκείνος έπαιζε κλασική κιθάρα και ήταν βιολόγος ερευνητής.

Ερωτευμένοι, αγαπημένοι και αχώριστοι, μέχρι τη στιγμή που ο στρατός και το προς την Πατρίδα καθήκον, άλλαξε την τροχιά πλεύσης τους.

Υπέφεραν μακριά ο ένας από τον άλλο και το ίντερνετ σαν υποκατάστατο, έπαιρνε ‘’φωτιά’’ κάθε απόγευμα και μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Μιλούσαν, μιλούσαν και βρίσκονταν σε μιαν εικονική πραγματικότητα. Μα πώς να το κάνουμε, όταν έχεις ζήσει έντονα την πραγματικότητα δεν βολεύεσαι εύκολα με υποκατάστατα, με αποτέλεσμα να υποφέρουν και οι δυο πολύ…

Και ξαφνικά σιωπή. Σιωπή από μέρους εκείνου. Τόσο το fb όσο και το κινητό του, ‘’νεκρά.’’

Παραξενεύτηκε το κορίτσι και επόμενο ήταν, τις πρώτες ημέρες να ανησυχήσει. Δεν ήξερε τι να υποθέσει. Απευθύνθηκε στη μονάδα του ρωτώντας κατ’ αρχάς αν είχε συμβεί κάποιο ατύχημα ή μήπως αρρώστησε ο Απόστολος, μα κανείς δεν ήξερε κάτι για να την ενημερώσει. Και όταν είδε

Ότι μόνον αυτή ήταν που ανησυχούσε, υπέθεσε πια και δικαιολογημένα, ότι ο καλός της παρά τους όρκους, τις υποσχέσεις και τα μεγάλα λόγια, άλλαξε προτεραιότητες όπως  συχνά πυκνά συμβαίνει και ίσως ακόμη κάτι άλλο να έπαιζε στη ζωή του σαν  επακόλουθο της ρήσης ‘’μάτια που δεν βλέπονται…’’ κτλ.  κτλ.,

Με τούτα και με τ’ άλλα πέρασε ο πρώτος μήνας, πέρασε ο δεύτερος και πια η ανησυχία μεταλλάχθηκε σε βαθιά απογοήτευση και θυμό.

Ώστε έτσι λοιπόν!

Χωρίς εξήγηση.

Χωρίς δυο λόγια απολογητικά, ως εάν η Λίζα να ήταν μια ασήμαντη περαστική περιπέτεια και μόνον!

Ζήτησε και πήρε μετάθεση σε άλλο Νοσοκομείο, άλλαξε κατοικία και περιοχή και κυριολεκτικά εξαφανίστηκε και αυτή από προσώπου γης. Μεθοδικά θα λέγαμε, έσβησε τα ίχνη πίσω της για να μη την βρει, έτσι και κάποια στιγμή τον έπιαναν οι τύψεις, ή η νοσταλγία, ή ακόμη και η μετάνοια και η ντροπή. Το ράγισμα στη σχέση τους είχε μετατραπεί σε καθολικό κάταγμα και δεν επιδέχονταν καμιάς συγκόλλησης πια.

Και ο καιρός περνούσε όπως το συνηθίζει, αδιάφορος για τον ανθρώπινο πόνο.

Κάποιο απόγευμα, το κορίτσι επιστρέφοντας από την δουλειά, κατάκοπη από ένα δύσκολο χειρουργείο που είχε (ήταν γενική χειρουργός), βλέπει στην εξώπορτα του διαμερίσματός της ένα άλικο τριαντάφυλλο καρφιτσωμένο στην κλειδαρότρυπα και ένα σημείωμα με μόνο: ’’Σ’ΑΓΑΠΑΩ’’…

Η πρώτη της σκέψη, επόμενο ήταν, να πάει σ’ εκείνον. Έλα όμως που ο γραφικός χαρακτήρας καθόλου δεν έμοιαζε μ’ εκείνον τον πολύ χαρακτηριστικό του Απόστολου…

Προβληματισμένη, πήρε το τριαντάφυλλο και το σημείωμα και τα πέταξε στο συρτάρι του γραφείου της. Όχι, δεν θα επέτρεπε στον εαυτό της να αφεθεί στα ‘’μήπως’’ και στα ‘’λες’’. Ήταν μεν ρομαντική, αλλά και όταν έπρεπε, πολύ ρεαλίστρια. Αρκετά είχε υποφέρει. Αν επρόκειτο για έναν καινούριο θαυμαστή, τής ήταν αδιάφορος. Και αν επρόκειτο για εκείνον, το τριαντάφυλλο ήταν πολύ λίγο. Αν τελικά την είχε ανακαλύψει, το λιγότερο που θα μπορούσε να είχε κάνει, θα ήταν αυτός ο ίδιος να ήταν καρφιτσωμένος πάνω στην εξώπορτά της περιμένοντάς την. Τίποτα λιγότερο και τίποτα άλλο!!!

ΚΑΙ ΘΥΜΩΣΕ, ΘΥΜΩΣΕ ΠΟΛΥ…

Την επόμενη ημέρα, το ίδιο σκηνικό. Τριαντάφυλλο, πάντα κόκκινο και ‘’Σ’ αγαπάω.’’ Αυτό κράτησε κάνα-δυό εβδομάδες. Ο Άγνωστος θαυμαστής αν μη τι άλλο, κατάφερε να της εξάψει την φαντασία και την περιέργεια. Αυτά τα δύο, ΜΟΝΟΝ γιατί η καρδιά της είχε περιπέσει  σε μιαν απάθεια, μία συναισθηματική αδράνεια θα λέγαμε, σαν απόρροια του πόνου και της απογοήτευσής της.

Η Λίζα όμως ήταν και  ένα κορίτσι μοντέρνο, με χιούμορ. ’Ετσι, ένα πρωινό φεύγοντας για το Νοσοκομείο, καρφίτσωσε στην πόρτα της ένα δικό της σημείωμα που έλεγε: ’’so what?’’ για να πάρει το απόγευμα μιαν απάντηση που ίσως και να περίμενε: ’’Σ’ ΆΓΑΠΩ, αυτό μόνο.’’ Και βέβαια πάντα το σημείωμα συνοδεία του κόκκινου τριαντάφυλλου.

‘’Θεέ μου’’σκέφτηκε, ‘’έζησα την πιο όμορφη αγάπη με σάρκα και οστά. ΤΗΝ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΕΙΚΟΝΙΚΗ ΜΕΣΩ FB ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΕΠΙΣΗΣ ΕΙΚΟΝΙΚΗ; Δεν αντέχω άλλο. Δεν είμαι άτομο αυτού του στυλ, αλλά του απτού, του χειροπιαστού, του αληθινού, πού να πάρει…

Έτσι, τα επόμενο πρωινό ανταπάντησε:

«Με αφήνεις αδιάφορη. Οι δειλοί άντρες δεν είναι το καλύτερό μου. Αυτό πώς και δεν φρόντισες να το μάθεις για μένα;»

Και η απάντηση στερεότυπα πάντα:

«Θεέ μου πόσο πολύ σ’ αγαπάω… Αυτό μόνο…»

Και πέστε μου τώρα ποια είναι η γυναίκα που δεν συγκινείται στο άκουσμα αυτών των μαγικών λέξεων ιδιαίτερα αν είναι πονεμένη και πληγωμένη από μια μεγάλη Αγάπη; Έτσι και χωρίς καλά-καλά να το καταλάβει, άρχισε να περιμένει αυτήν την καθημερινή ‘’επίσκεψη.’’ Μέχρι που της πέρασε από τα μυαλό να στηθεί έξω από την πόρτα της και να περιμένει την εμφάνιση του ’’άγνωστου’’ θαυμαστή. ΟΦΕΙΛΕ ΝΑ ΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙ  ΟΤΙ ΕΙΧΕ ΕΞΑΨΕΙ ΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΤΗΣ.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ: ‘’Θα ζητήσω άδεια. Θα στηθώ στο θυρωρείο με μια αληθοφανή δικαιολογία και θα παρακολουθώ ποιο καινούριο φρούτο μπαίνει στον χώρο. Όλους τους ενοίκους λίγο πολύ τους έχω μάθει. Ένας άγνωστος θα κάνει ΜΠΑΜ, που λένε.

Πήγε στο Νοσοκομείο της μα όταν γύρισε, το τριαντάφυλλο με το μπιλιετάκι ήταν ήδη εκεί.

Μα τι στην ευχή διάβαζε τη σκέψη της; ‘’Ωραία. Για σήμερα τερματίσαμε. Από αύριο πιάνουμε το καρτέρι’’ είπε με κάποια απογοήτευση στη φωνή. «Θα κατασκηνώσω έξω από την πόρτα μου, άντε και να σε δω μεγάλε τι θα κάνεις και πώς θα το κάνεις’’, μονολόγησε.

Από τα ξημερώματα σχεδόν, άφησε την πόρτα της ανοικτή, μην υπολογίζοντας τον κίνδυνο από τους λογής-λογής  διαφημιστές που ως συνήθως άφηναν την πραμάτεια τους έξω από τις πόρτες ή και κάτω απ’ αυτές. ‘’Άντε λοιπόν και να σε δω’’, ξανά μουρμούρισε, πολύ νευριασμένη με τον εαυτό της που ενέδωσε σ’ αυτήν τη φάρσα. Δε ένιωθε καθόλου υπερήφανη για τη περιέργειά της, μα καθόλου όμως.

Οι ώρες περνούσαν και τριαντάφυλλο ουδέν.

‘’Όχι παίζουμε με το Λιζάκι, εξυπνάκια; Και να που κτυπά τα τηλέφωνό της. Η Λίζα stand by από την υπηρεσία της και πιθανόν να την καλούσαν. Σαν να πήρε το μάτι της μια σκιά στην ορθάνοικτη πόρτα. Αφήνει το ακουστικό και τρέχει προς τα κει. Τίποτα, κανείς. ‘’Ώρες είναι να βλέπω και σκιές τώρα’’, είπε ξανασηκώνοντας το ακουστικό. Ήταν μία γιατρός συνάδελφός της, που την είχε αντικαταστήσει και κάτι ήθελε να την ρωτήσει.

Πήρε μία πολυθρόνα και στρώθηκε στο προχώλ, έχοντας πλήρη εικόνα της εξώθυρας.

Το τηλέφωνο ξανά.

«Καλημέρα σας. Η κυρία Μπάρσου;»

«Μάλιστα».

«Κυρία μου τι κάνετε;» (Καινούρια ήθη και έθιμα στον χώρο της διαφήμισης. Να νοιάζονται αν είσαι καλά και να το ρωτούν πριν σού πουν το γιατί σε καλούν. Αλλά, το να ρωτάει ένας πιθανόν υποψήφιος ασθενής μία γιατρό τι κάνει αυτό πια δεν ήταν επαγγελματικό ενδιαφέρον, αλλά η ίδια η ευγένεια προσωποποιημένη!!!)

«Ξέρετε έχετε επιλεγεί για σήμερα… κτλ. κτλ.»

«Βρε άντε και στο διάβολο κι εσύ και η ευγένειά σου», απαντά η Λίζα και μηχανικά στρέφει το βλέμμα προς την πόρτα. Και ΝΑΙ ήταν εκεί.

‘’Μη νευριάζεις αγάπη μου. Εσύ είσαι ένα ψύχραιμο παιδί, που Θεέ μου πόσο ΣΕ ΑΓΑΠΑΩ.’’

Αυτό πια παρά ήταν πολύ. Πότε πρόλαβε; Πότε ήρθε και πότε εξαφανίστηκε; Μεταφυσικές καταστάσεις ελάμβαναν χώρα στην θύρα της απ’ έξω. Αν δεν ήταν το τριαντάφυλλο και το ραβασάκι, θα το πίστευε ότι κάποιος πέραν του κόσμου τούτου, ήθελε μια σχέση μαγική μαζί της. Παίρνει αφηνιασμένη μία κόλλα μεγάλη Α4 και γράφει πάνω της με τεράστια γράμματα: ’’Εντάξει ΝΙΚΗΣΕΣ, ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΩ ΑΛΛΟ. ΠΟΙΟΣ ΕΙΣΑΙ;;;’’

Για να πάρει μιαν απάντηση που καθόλου δεν περίμενε:

«Σαν ποιος θα ήθελες να είμαι;»

Από το σημείο αυτό και μετά, άρχισε ένας καινούριος κύκλος επικοινωνίας πάλι εικονικής, που όμως της κρατούσε μίαν ιδιότυπη συντροφιά, περίεργα ακούγεται σαν λέξη αλλά απεικονίζει την πάσαν αλήθεια, ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ. Αυτό το τριαντάφυλλο και το ‘’σ’ αγαπάω’’ σε καθημερινή πια βάση τής έγινε τόσο απαραίτητο και όφειλε να το παραδεχτεί. Σαν γύριζε από τη δουλειά της, που κακά τα ψέματα μύριζε αίμα, αρρώστια και θάνατο, εκείνο το κατακόκκινο λουλούδι συμβόλιζε την Άνοιξη, την αναγέννηση, τη ζωή… Και μάρτυράς της ο Θεός πόσο θα ήθελε να ήταν από ΕΚΕΙΝΟΝ, που της έδειχνε με τον ρετρό τούτον τρόπο ότι δεν την ξέχασε, αλλά για κάποιον μυστήριο λόγο έπρεπε να βρίσκεται μακριά της, ίσως όχι για πάντα, κρατώντας άσβεστη την φλόγα της αγάπης τους.

Υπάρχουν μάλιστα ορισμένες ευχές που όταν τις κάνεις  τυχαίνει οι ουρανοί να είναι ανοικτοί και σ΄ ακούνε αυτοί που είναι εντεταλμένοι να τις υλοποιούν. Και τότε όπως συμβαίνει και στα παραμύθια το όραμά σου παίρνει σάρκα και οστά και το ζεις στ’ αλήθεια.

Ναι επρόκειτο τελικά για εκείνον. Αλλά δια αντιπροσώπου.

ΤΙ ΕΙΧΕ ΣΥΜΒΕΙ;

Όπως ξέρουμε, ο Απόστολος υπηρετούσε τη θητεία του. Έλαβε μέρος σε μία τρίμηνη ΜΥΣΤΙΚΗ άσκηση και δεν του επιτρεπόταν απολύτως καμία επικοινωνία με κανέναν.

ΤΡΕΛΛΑΘΗΚΕ.

ΑΝΕΘΕΣΕ ΛΟΙΠΟΝ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ‘’τριαντάφυλλο’’ σε ένα συνάδελφο και θεώρησε αυτόν σαν τον μοναδικό τρόπο να της λέει ‘’σ’ αγαπάω’’ χωρίς να φανερώνει την ταυτότητά του, πράγμα απαγορευμένο παντελώς.

Αν η Λίζα τελικά τον καταλάβαινε, με το που θα τελείωνε η άσκηση και τον συγχωρούσε θα σήμαινε ότι η αγάπη τους άξιζε και δεν έπρεπε να χαθεί. Αν πάλι συνέβαινε το αντίθετο, χμ, ναι μεν καταστροφικό αλλά κάποια στιγμή θα το ξεπερνούσαν αφού δεν θα άξιζε.

Κάτι παιχνίδια που σού παίζει φίλε μου η ζωή και η Μοίρα διασκεδάζοντας ίσως τη πλήξη της. Κοίταξε τώρα τι παιχνίδι εξύφανε σε βάρος δύο πραγματικά ερωτευμένων ανθρώπων.

Όμως τέλος καλό όλα καλά. ΓΙΑΤΙ ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΡΙΜΗΝΟ της ΑΠΟΜΟΝΩΣΗΣ ΘΕΩΡΗΘΗΚΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΠΛΟΣ ΚΑΙ ΤΡΙΠΛΟΣ ΚΑΙ ΑΠΟΛΥΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΡΑΤΟ.

Μια σφικτή αγκαλιά τον περίμενε και το κόκκινο τριαντάφυλλο έγινε το σήμα κατατεθέν τους.

Της υποσχέθηκε ότι ένα κόκκινο τριαντάφυλλο θα στόλιζε το βάζο της βρέξει-χιονίσει. Όσο για το ‘’σ’ αγαπάω’’ του, δε θα της το έλεγε μόνο μια φορά τη μέρα αλλά συνεχώς και για μια ζωή.

Ίσως σας αρέσει και

1 σχόλιο

  • Λενα Δεσυλλα.
    22 Μαρτίου 2017 at 21:45

    Περισσοτερο απο Υπεροχο !!!!!!!!!!!! Να ηταν ετσι και στη ζωη………….

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Τον Μάρτιο του 2016 ίδρυσα τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής», με εφαλτήριο την αγάπη μου για τις τέχνες και τον πολιτισμό αλλά και την ανάγκη μου για μια καλαίσθητη παρουσίαση και μια ευγενική διαχείριση και επικοινωνία και προς αυτή την ίδια τη λογοτεχνία αλλά και προς τους δημιουργούς της. Σε μία πορεία παγκοσμιοποίησης που όλα φαντάζουν να φτωχαίνουν, η πνευματική ένδεια είναι χειρότερη κατ’ εμέ. Η συναισθηματική στειρότητα. Η αναλγησία. Και έναντι αυτών μάχομαι. Όσοι αγαπάτε τη γραφή και μ’ αυτήν εκφράζεστε, είστε ευπρόσδεκτοι στη σελίδα μας. Μέσω της γραφής δημιουργούμε, επικοινωνούμε και μεταδίδουμε πολιτισμό. Φροντίστε τα κείμενά σας να έχουν τη μορφή που θα θέλατε να δείτε σε αυτά σαν αναγνώστες. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music